What's On Loving Vincent

13 Οκτωβρίου 2017 |

0

Loving Vincent

Σκηνοθεσία: Ντορότα Κομπιέλα και Χιου Γουέλτσμαν

Παίζουν: Ρόμπερτ Γκούλασικ, Ντάγκλας Μπουθ, Τζερόμ Φλιν

Διάρκεια: 91′

Το Loving Vincent γυρίστηκε πρώτα ως ταινία δράσης με ηθοποιούς, που δούλεψαν είτε σε σκηνικά διαμορφωμένα για να μοιάζουν με πίνακες του Βαν Γκογκ είτε σε green screen. Έπειτα, ζωγράφοι ανέλαβαν να αποτυπώσουν κάθε καρέ της ταινίας πάνω σε καμβά, ακολουθώντας την τεχνοτροπία του Βαν Γκογκ. Πρόκειται για την πρώτη μεγάλου μήκους ταινία στην ιστορία του κινηματογράφου που έγινε εξ ολοκλήρου με ζωγραφική στο χέρι! Κάθε ένα από τα 65.000 καρέ του έργου είναι μια ελαιογραφία ζωγραφισμένη με το χέρι από 125 επαγγελματίες ζωγράφους, που ταξίδεψαν από όλο τον κόσμο για να πάρουν μέρος στην παραγωγή. Πρόκειται για μια βρετανο-πολωνική παραγωγή, καθώς το ζευγάρι των σκηνοθετών (Πολωνέζα εκείνη, Βρετανός εκείνος) είναι ζευγάρι και στην πραγματική ζωή. Στην αρχή οι δύο σκηνοθέτες σκέφτηκαν να βάλουν τους πίνακες του διάσημου ζωγράφου, του πατέρα της μοντέρνας τέχνης, να «μιλούν» προς τους θεατές. Η ταινία κέρδισε το βραβείο κοινού στο φεστιβάλ ταινιών κινουμένων σχεδίων του Ανεσί. Το κόστος της έφτασε τα πέντε εκατομμύρια δολάρια.

Ένας χρόνος έχει περάσει από το θάνατο του διάσημου ζωγράφου Βίνσεντ Βαν Γκογκ. Ο φίλος του –και συχνά μοντέλο για μερικές από τις προσωπογραφίες του– Ζοζέφ Ρουλέν έχει στα χέρια του την τελευταία επιστολή που έγραψε ο Βίνσεντ πριν αυτοκτονήσει. Ζητάει από τον γιο του, τον νεαρό και οξύθυμο Αρμάν, να αναζητήσει τον αδελφό του ζωγράφου, και βασικό χρηματοδότη του, τον Τεό, για να του την παραδώσει. Ο Αρμάν φεύγει από την πόλη Arles (εκεί όπου η παράνοια κυρίευσε τον Βίνσεντ) και πηγαίνει στην πόλη Auvers-sur-Oise (εκεί όπου έμενε ο γιατρός του, ο οποίος τον φρόντιζε), αλλά μαθαίνει πως και ο Τεό έχει πεθάνει.

Οπότε, σε ποιον να δώσει την επιστολή; Καθώς μένει στο μικρό, φτωχικό πανδοχείο όπου έμενε και ο διάσημος ζωγράφος, ο Αρμάν μιλάει με διαφόρους ανθρώπους που γνώριζαν τον Βίνσεντ. Από την ιδιοκτήτρια του πανδοχείου, τον άνθρωπο που προμήθευε με μπογιές τον δημιουργό και τον τοπικό βαρκάρη, μέχρι τον γιατρό, την κόρη του και την οικονόμο του. Ο Αρμάν μοιάζει με ερασιτέχνη ντετέκτιβ. Όλοι λένε πράγματα για τον Βίνσεντ, πολλά από τα οποία είναι αντιφατικά. Πώς ένας άνθρωπος μέσα σε έξι βδομάδες, από εκεί που δήλωνε πως είναι απολύτως καλά, έφτασε στην αυτοκτονία; Μήπως δεν ήταν αυτοκτονία αλλά δολοφονία;

Αρχικά, μένεις στο προφανές: τι πολλή και τι σπουδαία δουλειά έχει πέσει ώστε να γυριστεί τούτη η ταινία; Μια ταινία στην κυριολεξία χειροποίητη! Αν δεν έχουν όραμα οι δύο συγκεκριμένοι σκηνοθέτες, απορώ ποιοι άλλοι μπορούν να λένε ότι έχουν! Το τελικό αποτέλεσμα τους δικαιώνει: αισθητικά υπέροχο, οπτικά συναρπαστικό, και τόσο μα τόσο κοντά στο στυλ του μεγάλου ζωγράφου, ενός από τους πιο αναγνωρισμένους, ενός από τους πιο επιδραστικούς κι ενός από τους πιο βασανισμένους καλλιτέχνες όλων των εποχών. Αυτό, ναι, είναι ένας φόρος τιμής άξιος του ονόματος του τιμώμενου.

Προχωράμε στο δεύτερο επίπεδο: μπορεί η ταινία να αφορά κάποιον πέρα από τους φοιτητές των Σχολών Καλών Τεχνών απανταχού στον κόσμο; Η απάντηση είναι ένα τεράστιο ναι! Οι δύο σκηνοθέτες δεν ήθελαν να φτιάξουν κάτι που θα εκτίθεται σε μουσεία. Γύρισαν μια άψογη κινηματογραφική ταινία, με σκοπό να τη δουν όσο το δυνατόν περισσότεροι άνθρωποι στις σκοτεινές αίθουσες! Γι’ αυτό η ταινία δεν είναι ένα sui generis ντοκιμαντέρ. Γι’ αυτό υπεισέρχεται ο παράγοντας «αστυνομικό μυστήριο».

Γι’ αυτό η έρευνα, που αποκαλύπτει στοιχεία για τη ζωή του Βαν Γκογκ που ενδεχομένως αρκετοί δεν γνωρίζουν και προσθέτει ένα ύφος σασπένς στην όλη διαδικασία. Έχει γίνει φοβερή δουλειά και στο καστ ώστε τα πρόσωπα των ηθοποιών να προσεγγίζουν σε μέγιστο βαθμό τους ανθρώπους που έπαιξαν στην πραγματικότητα βασικό ρόλο στη ζωή του Ολλανδού ζωγράφου. Αν δεν υπήρχε μεστό σενάριο και μια ίντριγκα να πάλλεται επί της μεγάλης οθόνης, μόνο η ομορφιά δεν θα αρκούσε για να σώσει την ταινία από την πλήρη αυτοαναφορικότητα και την αδυναμία επικοινωνίας με το υποκείμενο, που είναι ο θεατής.

Όλα καλά με την ταινία, όντως. Μόνο ένα μικρό θεματάκι υπάρχει: αν δεν αφεθείς, αν δεν παραδοθείς πλήρως σε όσα συμβαίνουν επί της μεγάλης οθόνης, με τον τρόπο που συμβαίνουν, αυτός ο… τρόπος μπορεί να σκοντάψει στο μάτι! Μπορεί να αποτελέσει αιτία κούρασης ή να θεωρηθεί επανάληψη ενός αρχικού μοτίβου. Είναι τόσο γενναιόδωρη, όμως, η ταινία που δεν μπορεί να κολλήσει σε κάτι τόσο μικρό. Κι αν δεν σας φτάνουν όλα όσα παραθέσαμε παραπάνω υπάρχει και η επιβλητική και υποβλητική, η υπέροχη όπως και να την ακούσει κανείς, μουσική που έχει συνθέσει ο Clint Mansell για την ταινία. Έτσι, για να γίνει η εμπειρία πιο σφαιρική. Έτσι, για να μπορέσουν να γητευτούν δύο από τις πέντε αισθήσεις.

Κι αν ακόμα υπάρχουν άνθρωποι εκεί έξω που δεν γνωρίζουν ποιος ήταν ο Βαν Γκογκ, με αυτήν την ταινία, θα το(ν) μάθουν. Και τι ωραίος τρόπος για να γνωρίσεις κάποιον, σωστά; Αλλά τι λέω, τον Βαν Γκογκ τον ξέρουν όλοι στην Ελλάδα! Ας όψεται ο Χρόνης Εξαρχάκος και το αμίμητό του «Βαν Ζελ Παπαντό, Βαν Ζελ όπως Βαν Γκογκ»! Κι όχι, αυτό δεν είναι από… άλλο ανέκδοτο!!! Σας χαιρετώ, ο αγαπημένος σας Βίνσεντ, λοιπόν!

Αναδημοσίευση από MoviesLtd




Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Back to Top ↑