On the Waterfront

Σκηνοθεσία: Ελία Καζάν

Παίζουν: Μάρλον Μπράντο, Ροντ Στάιγκερ, Εύα Μαρί Σέιντ, Λι Τζέι Κομπ, Κάρλ Μάλντεν

Διάρκεια: 108′

«Τα πρόσωπα, τα σώματα, ο τρόπος που μιλούσαν, ο τρόπος που κινούνταν. Αυτοί ήταν οι άνθρωποι με τους οποίους είχα μεγαλώσει, οι άνθρωποι που έβλεπα κάθε μέρα της ζωής μου. Ξαφνικά, ένιωθα ότι ο κόσμος από τον οποίο προερχόμουν αποκτούσε επιτέλους αξία. Ήμουν πέρα για πέρα μαγεμένος από αυτό που έβλεπα». Τα παραπάνω λόγια ανήκουν στον Μάρτιν Σκορσέζε (από το ντοκιμαντέρ A Letter to Elia [2010], όπου ο Μάρτι αποτίνει έναν εξομολογητικό φόρο τιμής στον Ελία Καζάν), ο οποίος εκφράζει με τον πλέον εύγλωττο τρόπο το δέος που τον πλημμύρισε καθώς παρακολουθούσε μια από τις σπουδαιότερες ταινίες στην ιστορία του αμερικανικού σινεμά.

Στην πραγματικότητα, Το λιμάνι της αγωνίας (1954) χρωστά την αχαλίνωτη και διαχρονική γοητεία του στο απίστευτο άγγιγμα του Καζάν, ο οποίος μπόρεσε να παντρέψει δύο δυνάμεις φαινομενικά αντίρροπες: ο αφτιασίδωτος ρεαλισμός που σε κάνει να αισθάνεσαι τον παλμό, τη μυρωδιά και την οχλοβοή του Χόμποκεν στο Νιου Τζέρσι ισορροπεί θαυμαστά με την τρυφερότητα και τον σπαραγμό μιας ιστορίας που αποκτά διαστάσεις λυρικές και υπερβατικές. Όσον αφορά, πάντως, τα ρεαλιστικά στοιχεία της ταινίας, ο Καζάν οφείλει τα μέγιστα σε δύο από τους βασικούς του συνεργάτες.

Αρχικά, στον σεναριογράφο Μπαντ Σούλμπεργκ, ο οποίος διεξήγαγε εξαντλητική επιτόπια έρευνα στις αποβάθρες του Χόμποκεν, μελετώντας εξονυχιστικά την τοπική διάλεκτο, τις συνήθειες και την ανθρωπογεωγραφία της περιοχής. Κατά δεύτερο λόγο, στον διευθυντή φωτογραφίας (και σταθερό συνεργάτη του Ζαν Βιγκό) Μπόρις Κάουφμαν, ο οποίος τεμάχισε τον ασπρόμαυρο καμβά του κάθε πλάνου σε αμέτρητες αποχρώσεις του γκρίζου, που δεν γνωρίζαμε καν ότι υπάρχουν στη χρωματική παλέτα.

Το χειμωνιάτικο αγιάζι, η ομίχλη του λιμανιού, τα χνώτα των εργατών, ο καπνός από τα φουγάρα και οι αναθυμιάσεις από τις μηχανές θαρρείς γίνονται ένα με τις διερχόμενες ράγες, τα κρωξίματα των γλάρων, τους περιστερώνες στις ταράτσες, τα αγκυροβολημένα πλοία και τις μουντές αποθήκες. Και υφαίνουν έναν κόσμο χειροπιαστό και φασματικό την ίδια ακριβώς στιγμή. Έναν κόσμο όπου τα δράματα και τα κρίματα των ανθρώπων διαπλέκονται με τον ιδρώτα και το αίμα τους, κυοφορώντας θυσίες, συντριβές και τραγωδίες.

Η εναρκτήρια σκηνή του On the Waterfront μάς τοποθετεί in media res, ακριβώς στο μεταίχμιο μιας κομβικής στιγμής για τον ψυχισμό του κεντρικού ήρωα. Ο Τέρι Μαλόι (Μάρλον Μπράντο), πρώην υποσχόμενος πυγμάχος και νυν λιμενεργάτης, πείθει έναν φοβισμένο συνάδελφό του να τον συναντήσει σε μια ταράτσα. Λίγες στιγμές και μια ελεύθερη πτώση αργότερα (με τον Τέρι να μην συμμετέχει στο φονικό που έγινε ερήμην του), τα κομμάτια του παζλ μπαίνουν σιγά σιγά στη θέση τους. Ο άτυχος άνδρας ήταν έτοιμος να καταθέσει ενώπιον των δικαστικών αρχών κατά της διεφθαρμένης ηγεσίας του τοπικού συνδικάτου και η κατάληξή του μοιάζει με προειδοποίηση για όποιον αποκτήσει ανάλογες ηρωικές διαθέσεις.

Ο Τέρι, έστω και χωρίς τη θέλησή του, έχει γίνει λοιπόν συνεργός σε φόνο και τώρα προσπαθεί απεγνωσμένα να παλαντζάρει ανάμεσα στην υφέρπουσα ενοχή και στην εύνοια που εισπράττει από τον δερβέναγα του συνδικάτου (ο υπέροχος Λι Τζέι Κομπ). Για να γίνει ακόμη πιο πνιγηρή μια ήδη ασφυκτική κατάσταση, το δεξί χέρι του αφεντικού δεν είναι άλλος από τον αδερφό του Τέρι (Ροντ Στάιγκερ)…

Μαθημένος να αποδέχεται μοιρολατρικά τη μοίρα του και να μην αμφισβητεί το στάτους κβο, ακόμη και με οδυνηρές συνέπειες για τον ίδιο (όπως το ότι αναγκάστηκε να λήξει την πυγμαχική του καριέρα άδοξα και ατιμωτικά), ο Μαλόι παλεύει, έστω και μπουσουλώντας, να ορίσει τις συντεταγμένες της ζωής του και να λυτρωθεί από τους δαίμονες που τον κατατρέχουν. Μπορεί να μην γνώρισε ποτέ τη δόξα που του άξιζε στο ρινγκ, πλέον όμως έχει έρθει η ώρα να μάθει να παλεύει. Έχει έρθει η ώρα να γνωρίσει τον πιο ανίκητο αντίπαλο, που μπορεί στην κυριολεξία να σε τρελάνει: τη συνείδηση, που δεν έχει ανάγκη από ξεκούραση ποτέ, που δουλεύει υπερωρίες χωρίς σταματημό.

Αν βρίσκετε ομοιότητες ή αναλογίες σε όλα τα παραπάνω με την πραγματική ζωή του Καζάν, δεν έχετε λαθέψει ούτε στο ελάχιστο, χωρίς όμως αυτό να σημαίνει πως το On the Waterfront είναι μια ταινία προσωπικής εξιλέωσης – το κάθε άλλο, μάλιστα. Στην αυτοβιογραφία του, με τίτλο Elia Kazan: A Life (1988), ο Καζάν περιγράφει με αφοπλιστική ευθύτητα τα ψυχολογικά στάδια που διένυσε πριν και μετά την απόφασή του να καταθέσει (1952) ενώπιον της Επιτροπής Αντι-αμερικανικών Ενεργειών, παραδίδοντας οκτώ συνεργάτες του στα νύχια του Μακαρθισμού.

Όπως παραδέχεται χωρίς περιστροφές και ο ίδιος ο Καζάν, την αρχική επέλαση της ντροπής, της ταπείνωσης, της αυτολύπησης, της αμφιβολίας και του πανικού διαδέχτηκε μια αντεπίθεση αντιδραστικότητας, επιθετικής περιφρόνησης απέναντι στη γενικευμένη αποδοκιμασία και αμετάκλητης άρνησης να απολογηθεί για τα πεπραγμένα του. Όπως και να έχει, η σεναριακή πλοκή του On the Waterfront (όχι σε φωτοτυπική αναλογία, φυσικά) μοιάζει με καγχασμός του Καζάν απέναντι στους επικριτές του, ενώ ο ήρωας που ενσαρκώνει ο Μπράντο περπατά σε μια λεπτή στρώση πάγου, έχοντας πλήρη συναίσθηση πως πλησιάζει σε ένα κομβικό σταυροδρόμι επιλογής, μετά το οποίο η ζωή του θα αλλάξει ριζικά και δια παντός.

Ο Μπράντο, θαρρείς εξελίσσοντας όλες τις διδαχές της «Μεθόδου» προς μια πιο σύνθετη και ολοκληρωμένη τονικότητα (όπου η μέθεξη του ηθοποιού με τον υποδυόμενο χαρακτήρα συντελείται πιο διακριτικά και χαμηλόφωνα), όχι απλώς κουβαλά την ταινία στις πλάτες του, αλλά μάς χαρίζει και δύο στιγμές αδιανόητου ερμηνευτικού μεγαλείου. Αρχικά, στη θρυλική σκηνή αυτοσχεδιασμού με το λευκό γάντι της Εύα Μαρί Σέιντ, το οποίο μαζεύει από το χώμα και αρχίζει να περιεργάζεται, αντί απλώς να το επιστρέψει. Ο Τέρι χαϊδεύει τρυφερά το γάντι λες και ήταν πληγωμένο περιστέρι (σαν αυτά που φροντίζει στην ταράτσα) και το φορά με ευλάβεια τελετουργική, ως μια υπόκωφη κίνηση αγάπης και εσωτερικής ανάγκης για αλλαγή.

Ο Μπράντο, σε μια κίνηση εξωπραγματικού ελέγχου της εκφραστικής του δύναμης, παιχνιδίζει μεγαλοφυώς με τις νύξεις, αρθρώνει τα ανείπωτα που δεν συλλαμβάνουν οι λέξεις, αφουγκράζεται τους χτύπους που ακούει μονάχα η καρδιά και όχι το αυτί. Παρεμπιπτόντως, ο χαρακτήρας της Έντι, που υποδύεται η Εύα Μαρί Σέιντ, λειτουργεί ως αναλαμπή ομορφιάς σε ένα φόντο μόνιμης θολούρας, ενώ ταυτόχρονα επωμίζεται μια αποστολή σχεδόν θρησκευτική. Είναι η μόνη γυναίκα που κάνει δυναμικά την εμφάνισή της σε έναν σκληρό ανδροκρατούμενο κόσμο, χαρίζοντας στον Τέρι την πιο αναπάντεχη λύτρωση: τον συγχωρεί προκαταβολικά, προτού καν διαπράξει το αμάρτημα της αδιαφορίας, προσφέροντας το απαραίτητο στήριγμα προκειμένου να ολοκληρώσει τη μεταστροφή του.

Κατά δεύτερο λόγο, στο συγκλονιστικό διαλογικό τετ-α-τετ (με τον θρυλικό μονόλογο “I coulda been a contender“) του Τέρι με τον απελπισμένο αδερφό του, ο οποίος καταφεύγει στην έσχατη λύση, τραβώντας πιστόλι μπας και καταφέρει να νουθετήσει τον εξεγερμένο άσωτο. Ο Μπράντο, φορώντας ένα χαμόγελο αχαρτογράφητης προέλευσης, παραμερίζει απαλά και αργόσυρτα το οπλισμένο χέρι, σε μια κίνηση σπαρακτικής μελαγχολίας.

Ο Τέρι κατακτά το σύνορο της αξιοπρέπειας, σφραγίζοντας την ίδια στιγμή ένα κατάμαυρο ριζικό για τον αδερφό του και μια αγιάτρευτη αίσθηση απώλειας για τον ίδιο. Κάθε ελευθερία έχει τελικά και το τίμημά της. Κάθε ελευθερία μπορεί κάλλιστα να οδηγεί σε μια καινούργια φυλακή, όπως υπονοεί (;) και ένα τελικό κάδρο, που σπέρνει την αμφιβολία προτού καλά καλά καταλαγιάσει ο ηθικός θρίαμβος που έχει προηγηθεί. Η ζωή σαν μια ατελείωτη διαδοχή από σκιές, σε μια ταινία που δεν λέει να υποκύψει στη φθορά του χρόνου.




Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Back to Top ↑