Unforgiven

Σκηνοθεσία: Κλιντ Ίστγουντ

Παίζουν: Κλιντ Ίστγουντ, Τζιν Χάκμαν, Μόργκαν Φρίμαν, Ρίτσαρντ Χάρις

Διάρκεια: 131′

Αν παρατηρήσει κανείς με προσοχή τα χολιγουντιανά κιτάπια, θα παρατηρήσει μια εντυπωσιακή λεπτομέρεια. Η παραγωγή ταινιών γουέστερν, κάπου στις αρχές της δεκαετίας του ’90, πραγματοποίησε ιλιγγιώδη βουτιά, αγγίζοντας ιστορικό χαμηλό. Για περίπου μια δεκαετία παρέμεινε σε αυτά τα χαμηλότατα επίπεδα, προτού αρχίσει δειλά δειλά να ανακάμπτει στα μέσα των 00s. Ο λόγος για αυτή τη φαινομενικά μυστηριώδη κατρακύλα είναι μάλλον εύκολα εξηγήσιμος: τo 1992, προσγειώθηκαν στις αίθουσες Οι Ασυγχώρητοι του Κλιντ Ίστγουντ.

Τα κερδισμένα βραβεία Όσκαρ στις κατηγορίες της Καλύτερης Ταινίας (το μόλις τρίτο γουέστερν στην ιστορία του θεσμού με αυτή τη διάκριση), Σκηνοθεσίας για τον Κλιντ, Μοντάζ και Β’ Ανδρικού Ρόλου για τον Τζιν Χάκμαν ήταν απλώς μια τυπική επικύρωση για μια ταινία που κόντεψε -χάρη στην αδιανόητη μεστότητα και πληρότητα νοημάτων- να τερματίσει την ιστορική διαδρομή ενός ολόκληρου (και ενδοξότατου) κινηματογραφικού είδους. Λέξεις χιλιοειπωμένες, όπως «αποδόμηση» ή «αναθεώρηση» μοιάζουν ολίγιστες για να περιγράψουν μια ταινία που λειτουργεί ως σπαρακτικό ξεκαθάρισμα λογαριασμών του Κλιντ με τη δική του παρακαταθήκη (κάτι αντίστοιχο συνέβη και με το Gran Torino), αλλά και ως αναμέτρηση μιας ολόκληρης πολιτισμικής γενεαλογίας βίας και αίματος με τα πρότυπα και τα πεπραγμένα της.

Στην εναρκτήρια σκηνή, σε ένα δειλινό που σχεδόν πυρακτώνει το τοπίο, μια μοναχική κατάμαυρη φιγούρα ίσα που διακρίνεται, στην πρώτη από τις αμέτρητες αναστροφές της ρότας ενός κλασικού γουέστερν. Αντί για τον φτωχό και μόνο καουμπόι που απομακρύνεται στο βάθος του ορίζοντα που τρεμοπαίζει, στο φινάλε μιας περιπέτειας που σηματοδοτεί την αρχή όλων των επόμενων, τούτη τη φορά η εναρκτήρια σκηνή μας τοποθετεί στην καρδιά ενός τέλους που δεν λέει να τελειώσει.

Ο Ουίλιαμ Μάνι, ένας φονικός πιστολέρο που σκόρπισε τον τρόμο στα νιάτα του, έχει προ πολλού κηδέψει τον παλιό του εαυτό και αυτή τη στιγμή ενταφιάζει την αναγέννησή του. Θάβοντας τη γυναίκα του, η οποία τον έβγαλε από τα λαγούμια της κόλασης, αγναντεύει ένα απέραντο κενό. Οι θύμησες των παλιών ημερών χάους και ολέθρου ανασύρονται με τον ερχομό ενός νεαρού και φαφλατά wannabe κυνηγού επικηρυγμένων. Η πρότασή για ένα επί πληρωμή φονικό αναμοχλεύει υπογείως τα παλιά πάθη και φαντάζει θελκτική στον Μάνι όχι τόσο για το προφανές κίνητρο (τα χρήματα θα του επιτρέψουν να προσφέρει ένα καλύτερο μέλλον στα δύο του παιδιά, καρπούς της λυτρωτικής του σχέσης με τη νεκρή του γυναίκα), αλλά για έναν αθέατο λόγο: είναι ίσως η ευκαιρία, στο λυκαυγές της ζωής του, να επιστρατεύσει πρώτη φορά το ταλέντο του στους σκοτωμούς για έναν ευγενή σκοπό δίκαιης τιμωρίας.

Το Unforgiven κινείται σε έναν αστερισμό καθολικής απομάγευσης και απομυθοποιήσης, όπου όλα τα άφθαρτα σύμβολα και οι καθαγιασμένες εικόνες της γούεστερν εποποιίας τσακίζονται με κρότο, βρομιά και απαξίωση, αν όχι και φαιδρότητα. Αρχικά, η εικόνα του αγέρωχου καβαλάρη και του clean cut σκοπευτή που μπορεί να πετύχει τη μύτη της βελόνας από χιλιόμετρα αποδομείται σε σημείο που μετατρέπεται σε καρικατούρα, όταν ο γερασμένος ήρωας παλεύει να κουμαντάρει το άλογο και το εξάσφαιρό του σαν να ‘ταν κάποιος αμούστακος καουμπόι. Ο σερίφης της ιστορίας, αντί για ντόμπρος και άμεμπτος υπερασπιστής του νόμου και των αδύναμων, αποδεικνύεται ένας ανελέητος σαδιστής που αντλεί διεστραμμένη ηδονή από την επιβολή βίας. 

Μια μυθική περσόνα της Άγριας Δύσης, από αυτές πάνω στις οποίες χτίστηκε η υστεροφημία μιας ολόκληρης ιστορικής εποχής, απογυμνώνεται από τις φιοριτούρες: δεν ήταν παρά ένας μικροπρεπής απατεώνας που έχτισε τη φήμη του μέσα από συγκυρίες, δόλιους υπολογισμούς και ψέματα. Οι πόρνες δεν επωμίζονται σε καμία περίπτωση τον ρόλο της damsel in distress που έχει βρεθεί στον βούρκο από συγκυρίες και περιμένει καρτερικά τον ιππότη που θα την σώσει. Αντιθέτως, επιζητούν με μανία εκδίκηση για την ατιμωτική βία που έχουν υποστεί.

Το new kid on the block, που καμώνεται τον σπουδαίο και κομπορρημονεί για τα κατορθώματά του, καταρρέει ολοκληρωτικά στην ιδέα πως μόλις σκότωσε κάποιον άνθρωπο, μισεί την ίδια του την ύπαρξη και εγκαταλείπει το εξάσφαιρο χωρίς δεύτερη σκέψη. Ο φίλος και συνοδοιπόρος του Ουίλιαμ, ο μπαρουτοκαπνισμένος Νεντ (Μόργκαν Φρίμαν), λυγίζει την πιο κρίσιμη στιγμή και αναιρεί τη φήμη που τον συνοδεύει ως «τον άνθρωπο που θέλεις δίπλα σου στα δύσκολα».

Σε ένα παιχνίδι σχεδόν σαρδόνιας ειρωνείας, η μόνη επιβεβαίωση των μύθων έρχεται από τον μόνο άνθρωπο που διαλαλούσε από την πρώτη στιγμή την αμετάκλητη αλλαγή του. Ο Ουίλιαμ Μάνι, θαρρείς ορμώμενος από ένα αθέατο χρέος που έχει σκαρώσει το σακατεμένο του ριζικό, πορεύεται αγκομαχώντας και τρεκλίζοντας και επιδίδεται σε αυτό που γνωρίζει καλύτερα: τον θάνατο. Εξάλλου, είναι προπονημένος μια ολόκληρη ζωή στην αντιμετώπιση των συνεπειών. Έχει μάθει να ζει με αυτό, έχει μάθει να καταπίνει τις ενοχές και να ανέχεται τον εαυτό του. 

Το Unforgiven, πάντως, επιφυλάσσει τη μεγαλύτερη κατεδάφιση στο πιο βαθύ και ύπουλο αρχέτυπο της Άγριας Δύσης: την απενοχοποίηση-αποθέωση του θανάτου. Σε αυτό το σύμπαν, κάθε σκοτωμός συνοδεύεται από πόνο, γρύλισμα, μαρτύριο, ικεσίες για έλεος, απώλεια αξιοπρέπειας. Κάθε σκοτωμός παράγει αποτελέσματα, αφήνει το στίγμα του στους ανθρώπους, ακινητοποιεί τον χρόνο.

Αυτή η διατάραξη της ισορροπίας, η μέγιστη ύβρις απέναντι στη ζωή, επιφέρει αβάσταχτες συνέπειες αργά ή γρήγορα, άμεσα ή εμμέσως. Το Unforgiven δεν προσπερνά κανένα φονικό, αρνούμενο να αποδεχτεί την αφαίρεση μιας ζωής ως ιερή τελετουργία μιας εποχής που θεμελιώθηκε στην αρπαγή και στη βία. Αντιθέτως, κοντοστέκεται σε κάθε σφαίρα και σε κάθε κραυγή πόνου, εστιάζοντας στα κίνητρα και στο ψυχικό άλμα της απόφασης, στην ίδια την τέλεση της φρικτής πράξης, στον δραματικό απόηχο και αντίκτυπό της.

Στον σπαρακτικό επίλογο, το αληθινό και επώδυνο ερώτημα της όλης ιστορίας, περί του αν η βία μπορεί εντέλει να υπηρετήσει κάποιο ιδεαλιστικό σκοπό, λαμβάνει την πιο αποκαρδιωτική απάντηση. Ένα ξερό «όχι», που δεν συνοδεύεται όμως από ευχολόγια, στρογγυλέματα, πασιφιστικές φαντασιώσεις ή ανεδαφικές καθάρσεις. Ο Ουίλιαμ Μάνι απέδωσε δικαιοσύνη για λογαριασμό των αδύναμων, εκδικήθηκε για τον θάνατο ενός αθώου φίλου, ξεπάστρεψε μια στρατιά από καθάρματα που προξενούσαν κακό σχεδόν αντανακλαστικά.

Κι όμως, παρά τα όσα επαναλάμβανε στον εαυτό του καθόλη την πορεία, έχει καταδικάσει την ίδια του την ψυχή στην πιο σκληρή τιμωρία: θα είναι για πάντα ασυγχώρητος. Ένας άνθρωπος τσακισμένος και στερημένος από την οποιαδήποτε ψευδαίσθηση πως είχε προς στιγμήν ξεφύγει από τους δαίμονές του, παίρνει τον δρόμο του γυρισμού για το πουθενά.




Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Back to Top ↑