What's On Animal (2024)

3 Μαρτίου 2024 |

0

Animal (2024)

Σκηνοθεσία: Σοφία Εξάρχου

Παίζουν: Δήμητρα Βλαγκοπούλου, Φλομαρία Παπαδάκη

Διάρκεια: 116′

Οι άνθρωποι που εργάζονται στο θερινό resort του «Animal» μοιάζουν να έχουν εγκλωβιστεί σε μία τρύπα του χωροχρόνου, ακροβολισμένοι σε μια παραλία στην Κρήτη. Είναι μέρος μιας all inclusive προσφοράς για τους θαμώνες ενός θερινού προορισμού από αυτούς που στην Ελλάδα ευδοκιμούν ιδιαίτερα. Πρόκειται για τα ετερόκλητα μέλη μιας αθέατης οικογένειας, είναι «όλοι όσοι εργάστηκαν γι’ αυτό το σόου», τα γρανάζια μιας πατενταρισμένης, σχεδόν τελετουργικής, διαδικασίας. Τα χορευτικά τους έχουν κάτι το εσκεμμένα σαχλό, σαν να είναι και αυτό μέρος του προϊόντος το οποίο καταναλώνουν οι πελάτες γεμάτοι φευγαλέα χαμόγελα. Μαζί συνθέτουν τις δύο όψεις μίας βιομηχανίας καλοπέρασης που γιγαντώνεται ανεξέλεγκτα εμπλουτίζοντας διαρκώς τις παρεχόμενες υπηρεσίες της με ολοένα και πιο τεχνητό κέφι.

Όταν το ράθυμο σούρουπο δίνει τη θέση του στις καλοκαιρινές νύχτες, που κουβαλούν πάντοτε την υπόσχεση μιας έξαλλης εμπειρίας, η Κάλια και η υπόλοιπη κομπανία εξακολουθεί να υπηρετεί το ίδιο σύστημα από διαφορετικό πόστο. Οι ανιματέρς αλλάζουν στολή και επιδίδονται σε λιγότερο φολκλορικές εκδηλώσεις, χορεύοντας σε κλαμπ όπου ο μέσος όρος ηλικίας είναι αισθητά χαμηλότερος υπηρετώντας όμως πάντα την ίδια αποστολή. Οι εργαζόμενοι πρέπει να δημιουργήσουν τις ικανές και αναγκαίες συνθήκες ώστε η οχλοβοή να χαρακτηρίζεται από εκστατικές εκδηλώσεις ξεφαντώματος, να φέρουν της υπόσχεση μίας νύχτας που δε θα ξημερώσει ποτέ, και θα μείνει ανεξίτηλη στη μνήμη. Μια αέναη επανάληψη κατά την οποία κάθε βράδυ έχει τις προδιαγραφές να είναι για τους μεν μοναδικό και για τους δε ακριβώς πανομοιότυπο με το επόμενο και το προηγούμενο. Ακόμα και όταν αφήνει για λίγο παράμερα την πανοπλία της δουλειάς και επιδίδεται σε  εφήμερες συναναστροφές και -θεωρητικά- βακχικές καταστάσεις, η Κάλια μοιάζει δέσμια μίας εξαντλητικής διεκπεραίωσης.

Γύρω από τα χαμογελαστά προσωπεία και τη φθηνή λάμψη των κοστουμιών, το τοπίο που περιβάλλει τους χαρακτήρες είναι άγονο και νεκρό, όπως αρμόζει σε αυτό το πανευρωπαϊκό (αν όχι παγκόσμιο) νεκροταφείο της νεότητας. Το πασπαλισμένο με γκλίτερ πρόσωπο της Κάλιας κουβαλά σε κάθε αυλακιά του ωκεανούς βουβής απόγνωσης, ενώ η στασιμότητα αφήνει διάσπαρτα τα σημάδια της σε διάφορα σημεία του κάδρου. Η Σοφία Εξάρχου εξαφανίζει από την παλέτα της το χρυσό της άμμου και το ειδυλλιακό γαλάζιο θάλασσας και ουρανού, αντικαθιστώντας τα με γκρίζους τόνους που αρμόζουν στο μελαγχολικό, σχεδόν πένθιμο κλίμα της. Η Κάλια και οι υπόλοιποι είναι εξορισμένοι στις σκιές των τόπων διασκέδασης, σαν ναυαγοί καταδικασμένοι να αντικρίζουν κάθε μέρα την πίσω όψη του ξακουστού ελληνικού καλοκαιριού.

Παραμένοντας σε αυτό το σισσύφειο έργο για σχεδόν είκοσι χρόνια και διανύοντας την τέταρτη δεκαετία της ζωής της, η Κάλια αρχίζει να βιώνει τα σωματικά και ψυχικά τραύματα της ατέρμονης επανάληψης. Είναι μια γυναίκα υπό σταδιακή κατάρρευση, παρατημένη σε ένα καθαρτήριο δίχως την παραμικρή κατεύθυνση στη ζωή της. Η έλευση της Εύας, μιας νεαρής γυναίκας που μόλις εισέρχεται στην ίδια αρένα, και η παρουσία ενός κοριτσιού που κυκλοφορεί με την ομάδα συνιστούν μία υπόμνηση ότι σε αυτό το μέρος ακόμα και το μέλλον έρχεται για να σβήσει σε μια προδιαγεγραμμένη πορεία προς το πουθενά. Η σαρωτική ερμηνεία της Δήμητρας Βλαγκοπούλου χαρίζει στην ταινία τη μαγνητική δύναμη που κινεί την ταινία ακόμα και όταν η αφήγηση παραμένει στατική. Το Animal είναι μία επίμονη χαρακτηρολογική σπουδή και η Εξάρχου δεν παύει να αναζητά τη σωματικότητα στην ψυχική διάλυση της Κάλιας. Όσα αποφεύγει να βάλει σε λέξεις, τα εμφανίζει με ένα πλαστό χαμόγελο που μόλις και μετά βίας σκαρώνει η Βλαγκοπούλου στο πρόσωπό της, χαρακτηριστικό μιας εσωτερικής πλην χειμαρρώδους απελπισίας που αναζητά διέξοδο και έκφραση.

Το φιλμ της Εξάρχου θα μπορούσε κάλλιστα να εκπέσει σε βιαστικές αντικαπιταλιστικές κορώνες διαμαρτυρίας απέναντι σε μία από τις πιο σκληρές εκδοχές της σύγχρονης εργασιακής πραγματικότητας. Δεν είναι μόνο η ικανότητά της στο ψυχογράφημα που της επιτρέπει να αποφύγει τον κίνδυνο˙ το Animal είναι μία ταινία που αρνείται να δώσει σχήμα, μορφή ή όνομα στον καταπιεστικό παράγοντα, δεν εμφανίζονται ποτέ οι εργοδότες ή τα λεγόμενα «αφεντικά». Το άδικο και το κτηνώδες είναι ριζωμένο μέσα στο ίδιο το σύστημα που καταπίνει τις ψυχές των ανιματέρ, δε χρειάζεται να ενσαρκωθεί. Η βιομηχανία του ελληνικού καλοκαιριού διαθέτει μια σχεδόν μεταφυσική ισχύ και εξουσία επιβολής˙ όσο απουσιάζει από την οθόνη, τόσο ο υποδόριος εκφοβισμός που ασκεί μοιάζει ακατάβλητος. Παρότι οι πολλές επαναλήψεις εμποδίζουν το φιλμ να αποκτήσει αβίαστη ροή, τα διάφορα σκετς που εντάσσει η δημιουργός εμβόλιμα στην αφήγηση είναι μελετημένα στην εντέλεια, με υψηλή συμβολική και δραματουργική αξία. Κατά τη διάρκεια των πρόχειρων παραστάσεων και εντός των ορίων των κακότεχνων σκηνικών, το φολκλόρ πυροδοτεί εκρήξεις επαρχιωτισμού που τείνουν να γίνουν το σύγχρονο ελληνικό σήμα κατατεθέν, το εθνικό ταυτοτικό γνώρισμα.

Η αφήγηση του Εξάρχου βαραίνει κάθε λεπτό που περνά, το περιβάλλον του γίνει ολοένα και πιο ασφυκτικό αρραγές. Η δημιουργός οδηγεί το φιλμ σε ένα δυναμικό φινάλε, όπου η απουσία της λύτρωσης αποκτά σπαρακτικές διαστάσεις. Ένα αποκαρδιωτικό καραόκε όπου οι συναισθηματικές ρωγμές της Κάλιας φανερώνονται αφτιασίδωτες και η κατάδυση στον ψυχισμό της εκθέτει το απόλυτο αδιέξοδο σαν μόνη πραγματικότητα. Συνολικά, το Animal αποτελεί μία από τις πλέον αξιομνημόνευτες στιγμές της ελληνικής κινηματογραφίας και η διεθνής του αναγνώριση έρχεται απλώς προς επίρρωση της θέσης που δικαιωματικά αξιώνει.




Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Back to Top ↑