Memories of Murder

Μεταξύ 1986 και 1991, στην επαρχία Gyeonggi της Νότιας Κορέας, και πιο συγκεκριμένα στην περιοχή Hwaseong, δέκα γυναίκες έπεσαν θύμα βιασμού και στυγερής δολοφονίας από έναν serial killer που είχε σκορπίσει τον τρόμο σε εκείνα τα μέρη. Καθώς τα χρόνια περνούσαν και η υπόθεση παρέμενε ανεξιχνίαστη, τα μίντια μετέτρεψαν την έρευνα σε σαπουνόπερα, σχεδόν σύσσωμη η (εξαιρετικά πολυάριθμη) κορεατική αστυνομία βρέθηκε επί ποδός, περίπου 3.000 (!) ύποπτοι οδηγήθηκαν για ανάκριση, ο ένοχος όμως εξακολουθούσε να κυκλοφορεί ατιμώρητος.

Εντέλει, μόλις πέρσι το φθινόπωρο, ένας άνδρας που εξέτιε την ποινή του για τον φόνο και τον βιασμό της αδερφής του ομολόγησε πως ήταν ο δράστης εκείνων των φρικτών εγκλημάτων, ο έλεγχος του γενετικού υλικού επιβεβαίωσε την ομολογία, και κάπως έτσι μπήκε οριστική τελεία σε μία υπόθεση που στοίχειωνε την κορεατική κοινωνία για δεκαετίες ολόκληρες.

Το 2003, ο Μπονγκ Τζουν-χο βρίσκεται 17 χρόνια μακριά από τον οσκαρικό θρίαμβο του Parasite και πραγματοποιεί το μεγάλο breakthrough της καριέρας του, με τη δεύτερη ταινία της φιλμογραφίας του. Το Memories of Murder υποσκελίζει ταινίες όπως το Oldboy του Παρκ Τσαν-γουκ και το Spring, Summer, Autumn, Winter… and Spring του Κιμ Κι-ντουκ, κατακτά την κορυφή του κορεατικού box office εκείνης της χρονιάς και μετατρέπει σχεδόν εν μια νυκτί τον σκηνοθέτη του σε εγχώριο σταρ πρώτου μεγέθους.

Φυσικά, κανένας έπαινος και καμία διάκριση δεν μπορούν να σε προϊδεάσουν για αυτό το τόσο μα τόσο σαγηνευτικό κράμα που συνδυάζει ένα επιμελέστατο και φινιρισμένο whodunit αστυνομικό μυστήριο με τη μαύρη (φαρσο)κωμωδία, τον φιλοσοφικό στοχασμό, το δράμα χαρακτήρων και την υποδόρια πολιτική αλληγορία.

Σε μια εναρκτήρια σεκάνς εκτυφλωτικών χρωμάτων και λαμπερού φωτισμού (που σχεδόν θυμίζει το Days of Heaven του Τέρενς Μάλικ), το Memories of Murder ανοίγει μία μικρή κερκόπορτα στον παράδεισο, ίσα ίσα για να χωρέσει το φίδι. Σε ένα τοπίο απάνεμης ηρεμίας και γαλήνιας ομορφιάς (μια εσοχή ησυχίας όπου ένας ντετέκτιβ ανθρωποκτονιών έχει μηδενικό κύρος απέναντι στα παιδιά, ακριβώς επειδή ο φόρτος εργασίας του είναι μάλλον ισχνός και η κοινωνική του θέση μάλλον ανύπαρκτη), η φρίκη ξεμυτίζει –όπως πάντα– απρόσκλητη, δημιουργώντας ένα μη αναστρέψιμο τετελεσμένο.

Πλέον, τίποτα δεν μπορεί να είναι το ίδιο, δεν υπάρχει τρόπος επιστροφής στην πρότερη αθωότητα που έχει πλέον χαθεί ανεπιστρεπτί. Τα πτώματα δύο νεαρών γυναικών, που έχουν προηγουμένως πέσει θύματα βιασμού, δρομολογούν την αποσύνθεση τόσο της μικρής κοινότητας όσο, κυρίως, του ψυχισμού των κεντρικών ηρώων.

Στα πρώτα μέτρα της άγριας κατηφόρας που ακολουθεί, πάντως, πλανιέται μια αίσθηση παρωδίας κάθε γνωστού μοτίβου των procedural crime movies. Ο επικεφαλής ντετέκτιβ (ο υπέροχος Σονγκ Κανγκ-χο, στην πρώτη από τις τέσσερις συνεργασίες του με τον Μπονγκ Τζουν-χο) πιστεύει πως μπορεί να διακρίνει τον ένοχο από το βλέμμα, καμώνεται τον περπατημένο αστυνομικό βγαλμένο από αμερικάνικη ταινία, ενθουσιάζεται στην ιδέα μιας πιθανής προαγωγής και είναι διατεθειμένος να αποσπάσει οποιαδήποτε ομολογία τον βολέψει δια τη βίας, επιχειρώντας απροκάλυπτα να ενοχοποιήσει τον κοινωνικά απόβλητο του χωριού. ‘

Η στάση του ντετέκτιβ αντικατοπτρίζει, φυσικά, την περιρρέουσα ατμόσφαιρα και το συνολικό κλίμα ενός μικρόκοσμου που αρνείται να αντικρίσει κατάματα τη φρίκη που έχει αρχίσει να χτίζει φωλιά μέσα του. Ως αποκορύφωμα μια κατάστασης που θυμίζει μπουρλέσκ κωμωδία έρχεται μια εκπληκτικά ενορχηστρωμένη σεκάνς χαοτικής αποδιοργάνωσης, σαν μια κομπανία με ξεκούρδιστα όργανα, όπου η σκηνή του εγκλήματος μετατρέπεται σε κάτι ενδιάμεσο μεταξύ παιδικής χαράς και εμποροπανήγυρης και πολύτιμα στοιχεία καταστρέφονται σαν να επρόκειτο για κάποια ζημιά απροσεξίας στην κουζίνα.

Ο ερχομός ενός νέου ντετέκτιβ από τη Σεούλ στην επαρχία με αφορμή την υπόθεση (ο νέος χαρακτήρας εισάγεται σε μια πολύ αστεία σκηνή) λειτουργεί ως καταλύτης σε πολλαπλά επίπεδα. Αφενός, ισχυροποιεί ξαφνικά την υπόνοια ότι η υπόθεση κινείται σε πολύ σοβαρότερα και σκοτεινότερα μονοπάτια, η οποία δεν αργεί να μετατραπεί σε βεβαιότητα όταν ο πολύ πιο έμπειρος νιόφερτος αρχίζει να συνδέει τις τελείες που φανερώνουν ένα αποκρουστικό περίγραμμα. Αφετέρου, ο ερχομός του πυροδοτεί μια έκρηξη αρσενικού ανταγωνισμού, ο οποίος εδράζεται σε κοινωνικά, πολιτιστικά και ταξικά κριτήρια.

Σταδιακά, και χωρίς καλά καλά να το αντιληφθούμε (μέγιστη αρετή αυτή η αβίαστη μετάβαση), μας αποκαλύπτεται η ευρύτερη εικόνα μιας χώρας που βρίσκεται σε πλήρη αμηχανία και ολικό αποπροσανατολισμό, καθηλωμένη σε στάσιμα νερά από μια καταπιεστική δικτατορία. Οι στρατιωτικές ασκήσεις προληπτικής έκτακτης ανάγκης και επικύρωσης πειθαρχημένων φρονημάτων, με τα σβηστά φώτα και την απαγόρευση κυκλοφορίας, πλάθουν έναν κόσμο όπου το Κακό μπορεί εύκολα να βρει πεδίο δράσης. Από τη μια στιγμή στην άλλη, κυριαρχεί μια χροιά αίσθηση υπόγειας ασφυξίας και αφόρητης μοναξιάς για τους αμετανόητους ντετέκτιβ, οι οποίοι εξακολουθούν να νοιάζονται, την ίδια στιγμή που η εξουσία έχει ως μόνη προτεραιότητα να προστατέψει τα προνόμιά της και όχι τους πολίτες της.

Σιγά σιγά, οι δύο μέχρι πρότινος ανταγωνιστές έρχονται ολοένα πιο κοντά, ορμώμενοι από έναν πανίσχυρο συνεκτικό δεσμό: την κοινή εμμονή. Καθώς τα εγκλήματα πυκνώνουν και αγριεύουν, επιτείνοντας μια αίσθηση μακάβριας διαστροφής, τα στοιχεία πληθαίνουν μεν, αλλά δεν οδηγούν προς μια συγκεκριμένη κατεύθυνση. Οι ντετέκτιβ της υπόθεσης βαθμηδόν αποκόπτονται από την πραγματικότητα και πλησιάζουν επικίνδυνα στους πρόποδες της ιδεοληπτικής μονομανίας. Κι ενώ η λύτρωση μοιάζει να βρίσκεται σε απόσταση αναπνοής, πάντα καταφέρνει να ξεγλιστρά, σαν άμμος μέσα από τα χέρια.

Σε όλη αυτή την καταβύθιση, ο Μπονγκ Τζουν-χο σχεδόν εξαφανίζει την οποιαδήποτε υπόνοια χώρου και προοπτικής του βλέμματος. Θαρρείς όλη η πλάση έχει εγκλωβιστεί στα επαρχιώτικα σοκάκια, στο μουντό αρχηγείο της αστυνομίας, στα βροχερά λιβάδια της φρίκης, σε αυτό τον περιορισμένο ορίζοντα που κόβει το νήμα της ζωής κάθε τρεις και λίγο και γεμίζει το μυαλό με σαράκια και σκουλήκια. Στο τέλος της διαδρομής, οι ήρωές μας θα μείνουν λειψοί και αποκαμωμένοι (το πόδι του βοηθού που κακοφορμίζει και κόβεται λόγω γάγγραινας συμβολίζει αυτόν ακριβώς τον ψυχικό ακρωτηριασμό), ξέπνοοι από ελπίδα, με λογικά σαλεμένα από την αναμονή και την επιμονή.

Ο Μπονγκ Τζουν-χο δεν μπαίνει στη διαδικασία να ξεψαχνίσει τις ρίζες και τις αιτίες του Κακού, δεν αναλώνεται σε μάταιες ερμηνείες και ατελείς εξηγήσεις. Το αποδέχεται ως αναίτιο, απρόκλητο, προϋπάρχον και ακατάληπτο. Σαν ένα στοιχειό της ανθρώπινης φύσης που δεν υπακούει ούτε σε σχήματα λογικής ούτε σε μυθεύματα της φαντασίας. Σε μια συγκλονιστική σκηνή ανατριχιαστικής έντασης, η κάμερα υιοθετεί το βλέμμα του θύτη, σαν θηρευτής που παραμονεύει τη λεία, δημιουργώντας στον θεατή μια βασανιστική ψευδαίσθηση σαδιστικής εξουσίας: για λίγα δευτερόλεπτα, νιώθουμε σαν να διαλέγουμε εμείς οι ίδιοι, αναποφάσιστοι αλλά εξιταρισμένοι, το επόμενο θύμα του δολοφόνου. Διόλου τυχαία και οι δύο γυναίκες που «ερίζουν» για τη δολοφονική μανία του δράστη συνδέονται με τους δύο βασικούς ντετέκτιβ. Πλέον, η φρίκη έχει γίνει προσωπική τόσο για εμάς όσο και για τους ήρωες της ταινίας.

Τέσσερα χρόνια πριν το αριστουργηματικό Zodiac του Ντέβιντ Φίντσερ, ο Μπονγκ Τζουν-χο βαδίζει στα ίδια μονοπάτια της αδιέξοδης αναζήτησης της αλήθειας, της αυτο-παγίδευσης σε έναν λαβύρινθο του φόβου. Με την έξοδο να μην οδηγεί κάποιο εκτυφλωτικό φως, αλλά σε μια βασανιστική αντηλιά που σε κάνει να χτυπάς την πόρτα με μανία, μπας και σε αφήσουν να ξαναμπείς στον λαβύρινθο για να συνεχίσεις το ψάξιμο.

Σε ένα φινάλε θαυμαστής οικονομίας λόγων και εικόνων, που συμπυκνώνει τη συνολική μεταστροφή της κορεατικής κοινωνίας στο πέρας των ετών, το μόνο που απομένει ως τελικό κατακάθι είναι αυτή η αφόρητη αίσθηση εκκρεμότητας. Αυτή η θηλιά της αμφιβολίας που σε πνίγει για πάντα, αλλά δεν σου κάνει ποτέ τη χάρη να σε αποτελειώσει.

https://www.youtube.com/watch?v=-YvWR3Bds0A



Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Back to Top ↑