What's On Perfect Days (2023)

27 Φεβρουαρίου 2024 |

0

Perfect Days (2023)

Σκηνοθεσία: Βιμ Βέντερς

Παίζουν: Κότζι Γιακούσο, Αρίσα Νακάνο, Τόκιο Εμότο

Διάρκεια: 124′ 

O λακωνικός Χιραγιάμα (ο υπέροχος Κότζι Γιακούσο), με τις λεπτεπίλεπτες κινήσεις και το καθάριο βλέμμα, ξυπνά κάθε πρωί την ίδια ακριβώς ώρα, θαρρείς βιολογικά ρυθμισμένος να ανοίγει τα μάτια με χρονοδιακόπτη, χωρίς ανάγκη από ξυπνητήρι. Οι συνήθειές του είναι ίδιες και απαράλλαχτες, σε βαθμό που η έννοια της ρουτίνας μετατρέπεται σε θρησκευτικό τελετουργικό. Το πρώτο σκέλος της ημέρας του έχει ως αφετηρία τον πρωινό καλλωπισμό -μια πρώτη υπενθύμιση ότι οφείλεις να είσαι επιμελής απέναντι στον ίδιο σου τον εαυτό, ειδάλλως θα σε παραμελήσει εκ των πραγμάτων η ζωή-, την ιεροτελεστία των μουσικών επιλογών στη διαδρομή με το αυτοκίνητο, μα πάνω απ’ όλα τη σοκαριστική επαγγελματική ευσυνειδησία για όλη τη διάρκεια της βάρδιας.

Βλέπετε, ο Χιραγιάμα εξασκεί ένα από τα πιο ταπεινά επαγγέλματα του κόσμου μας, καθαρίζοντας καθημερινά τις φουτουριστικές (στα όρια του φασέικου καλλιτεχνικού πρότζεκτ) δημόσιες τουαλέτες του Τόκιο. Ωστόσο, η λέξη «καθαρίζει» μοιάζει ανεπαρκής για να περιγράψει τη σχολαστικότητα και τη επιμέλεια του Χιραγιάμα, ο οποίος γυαλίζει κάθε σπιθαμή από τις τουαλέτες λες και πρόκειται για ζήτημα ζωής ή θανάτου.

Μετά το σχόλασμα, η μέρα συνεχίζεται με την καθιερωμένη χαλάρωση στα δημόσια λουτρά, το λιτό γεύμα στην πατροπαράδοτη καντίνα, το διάβασμα των αγαπημένων του βιβλίων. Όσο για το ρεπό του, ούτε αυτό ξεφεύγει από μια προκαθορισμένη πεπατημένη. Με άλλα λόγια και με μια πρώτη ματιά, η ζωή του Χιραγιάμα μοιάζει απόλυτα προβλέψιμη, αλώβητη απέναντι στο καινούργιο και στο διαφορετικό, παραδομένη σε μια αδρανή επαναληψιμότητα. Κι όμως, τίποτα δεν θα μπορούσε να απέχει περισσότερο από την πραγματικότητα.

Η αρχική σπίθα για το Perfect Days (2023) προέκυψε όταν ο Βιμ Βέντερς αποδέχτηκε την πρόσκληση να γυρίσει μια σειρά από φιλμάκια για το Tokyo Toilet Project, στο πλαίσιο του οποίου 17 δημόσιες τουαλέτες της περιοχής Σιμπούγια μεταμορφώθηκαν σε αληθινά έργα τέχνης. Ως γνωστόν, ο Βέντερς δεν θέλει και πολύ για να μαγευτεί από το Τόκιο, όπως μαρτυρούν το Tokyo-Ga (1985) και η διαχρονική του λατρεία για τον Γιασουτζίρο Όζου, και πολύ σύντομα οι μικρού μήκους βινιέτες μετατράπηκαν σε σενάριο μεγάλου μήκους.

Επενδύοντας από την πρώτη στιγμή σε έναν μυσταγωγικό ρυθμό, όπου κάθε κίνηση, μορφασμός και χειρονομία του Χιραγιάμα αποκτά ξεχωριστή σημασία, το Perfect Days δεν αργεί να φανερώσει τα θέλγητρα και τους ευγενείς σκοπούς του. Καθώς βυθιζόμαστε στη φαινομενικά αμετάβλητη καθημερινότητα του Χιραγιάμα, ο Βέντερς μετατοπίζει ανεπαίσθητα την κάμερα, αποτυπώνοντας κάθε φορά μια ελαφρά παραλλαγμένη εκδοχή της ίδιας διαδικασίας. Όπως στις αμέτρητες φωτογραφίες του Χάρβεϊ Καϊτέλ που απεικονίζουν την ίδια ακριβώς γωνία του δρόμου στο αξέχαστο Smoke (1995) ή στις φωτοτυπικές μέρες και βραδιές του Άνταμ Ντράιβερ στο Paterson (2016), το επιμύθιο είναι κάτι παραπάνω από σαφές: κάθε μέρα, εκ πρώτης όψεως ολόιδια με την προηγούμενη ή την επόμενη, είναι κατά κυριολεξία μοναδική και ανεπανάληπτη, αρκεί να έχεις τα μάτια και τα αυτιά σου ανοιχτά και πρόθυμα.

Σταδιακά, κι ενώ παραδινόμαστε αμαχητί στη γοητεία και στη μαγεία που κρύβει μέσα του το τετριμμένο και το προφανές, γίνεται φανερό πως το βλέμμα του πρωταγωνιστή είναι που οδηγεί την οπτική της κάμερας αλλά και του θεατή. Πλέον, και χωρίς καλά καλά να το αντιληφθούμε, υποκύπτουμε στη ράθυμη σοφία και στη χαμηλόφωνη γοητεία του Χιραγιάμα, μαθαίνοντας (από την αρχή θα έλεγε κανείς) να παρατηρούμε με προσοχή τους ανθρώπους, τον εαυτό μας, ό,τι μας περιβάλλει, την ομορφιά που κρύβεται στις λεπτομέρειες. Μάλιστα, ακόμη και η εύλογη απορία μας για το φιλμ της ζωής του Χιραγιάμα παραμένει διακριτική και με απόλυτο σεβασμό σε ό,τι δεν μας αφορά.

Χωρίς καμία ευθεία νύξη ή έστω έμμεση υπόνοια, συναισθανόμαστε πως πίσω από το δοτικό του χαμόγελο και τους γαληνεμένους του τρόπους υπάρχουν θαμμένα ανεπούλωτα τραύματα, αλλά και μια επώδυνη (δια)φυγή. Το μόνο σίγουρο, πάντως, είναι ότι θα μάθουμε μόνο όσα χρειάζεται να ξέρουμε και τίποτα παραπάνω. Εξάλλου, το άθροισμα της ζωής μας είναι πάντα πολύ πιο μεγάλο, θαυμαστό και πολύπλοκο από το επιμέρους μέτρημα των όσων έχουν συμβεί.

Ο Χιραγιάμα, λειτουργώντας ως άτυπο alter ego του ίδιου του Βέντερς, είναι αναπολογητικά νοσταλγικός, πεισματικά δοσμένος σε ένα (κυριολεκτικά και μεταφορικά) αναλογικό μοντέλο ζωής, όπου κάθε επιθυμία μετρά, αξίζει και κοστίζει. Κάπως έτσι, οι φωτογραφίες αιχμαλωτίζουν το άρρητο και το άφατο, που ίσως και να έχει τελικά όνομα, σαν την ιαπωνική λέξη komorebi, που περιγράφει το παιχνίδι των σκιών όταν το φως του ήλιου διαθλάται στις φυλλωσιές των δέντρων.

Κάπως έτσι, η μουσική γίνεται οδηγός και χάρτης της αφήγησης (το «Perfect Day» του Λου Ριντ δίνει αναμενόμενα τον τόνο, ενώ διόλου τυχαία η ανιψιά του Χιραγιάμα λέγεται Nico, παραπέμποντας και πάλι στους Velvet Underground), με τους στίχους να συνομιλούν με τις πληγές, τα όνειρα και την ψυχική διάθεση των ηρώων. Κάπως έτσι, καθετί που αφήνει ένα χνάρι μέσα μας γίνεται για πάντα δικό μας στην αχαρτογράφητη επικράτεια των ονείρων και μια παρτίδα τρίλιζα -το κατεξοχήν παιχνίδι της ατέρμονης ισοπαλίας- με έναν άγνωστο συμπαίκτη καταλήγει συγκινητική αλληγορία για την ανθρώπινη ανάγκη για επαφή.

Στην πραγματικότητα, έχοντας πλήρη επίγνωση ότι η τροχιά του είναι καταδικασμένη να παραμείνει μοναχική σε έναν θρυμματισμένο κόσμο με ελάχιστους ομόκεντρους κύκλους, ο Χιραγιάμα αποθησαυρίζει το άπειρο και αναλώσιμο υλικό από το οποίο είναι φτιαγμένη η ζωή. Παράλληλα, μας στέλνει την πιο γλυκιά κι ειλικρινή παρηγοριά: ακόμη και αν είμαστε μονάχα περιφερόμενοι ίσκιοι, δύο σκιές που διασταυρώνονται κάνουν τα πάντα να δείχνουν πιο υποφερτά και διασκεδαστικά, λιγότερο εύθραυστα και εφήμερα.

Σε ένα τελικό πλάνο που έχουμε δει αμέτρητες φορές στο σινεμά, ο Βέντερς αποτολμά το αυτονόητο κι όμως αδιανόητο. Αγκυροβολεί και επιμένει στωικά, πέρα από το αναμενόμενο, μεταμορφώνοντας την αμηχανία σε ενσυναίσθηση. Κι αφότου ξεπεράσουμε τον αρχικό δισταγμό, μας αναγκάζει να ανταποδώσουμε το βλέμμα, μας υποχρεώνει να κάνουμε τη χαρμολύπη του ήρωα και δική μας. Λίγο πριν το δειλινό μιας σπουδαίας διαδρομής, σαν ένας καρδιακός φίλος από τα παλιά, ο Βιμ μάς χαρίζει μια ταινία-γιατρικό απέναντι στην αγιάτρευτη μελαγχολία της ζωής.

He just keeps us hanging on.




Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Back to Top ↑