Pulp Fiction

Σκηνοθεσία: Κουέντιν Ταραντίνο

Παίζουν: Τζον Τραβόλτα, Σάμιουελ Λ. Τζάκσον, Μπρους Γουίλις, Ούμα Θέρμαν

Διάρκεια: 154’

Είναι στην κυριολεξία αμέτρητες οι φορές που έχει γραφτεί και ειπωθεί ότι το Pulp Fiction χρωστά τεράστιο ποσοστό της γοητείας του στους στιλάτους, φρενήρεις, σαρδόνια ειρωνικούς και γεμάτους φλέγμα διαλόγους του. Πράγματι, οι εκτεταμένες διαλογικές σκηνές χαρίζουν στην ταινία μπρίο, εσωτερικό παλμό και προσμονή για μια μεγαλειώδη κορύφωση, δημιουργώντας μια απολαυστική αίσθηση παραποίησης της πραγματικότητας. Σαν οι ήρωες να ξεγελούν όχι απλώς τον κόσμο ολόκληρο (η ύπαρξη του οποίου είναι ούτως ή άλλως ισχνή, αλλά θα επανέλθουμε σε αυτό) αλλά πρωτίστως την ίδια τη βία που περιβάλλει και ορίζει τη ζωή τους.

Το αληθινά συναρπαστικό στοιχείο, όμως, των διαλόγων που έγραψε ο Κουέντιν Ταραντίνο δεν περιορίζεται στο σπινθηροβόλο πνεύμα τους. Διότι, παράλληλα, οι διάλογοί του έχουν αναλάβει την αποστολή να ξετυλίξουν τον μίτο μιας τεμαχισμένης αφήγησης που καταλύει κάθε υπόνοια γραμμικότητας. Ενώ οι ιστορίες διαπλέκονται με μη χρονολογική σειρά, ο διάλογος είναι ζυγοσταθμισμένος υποδειγματικά ώστε να λειτουργεί ως πρελούδιο ή επίλογος, ως οιωνός ή επεξήγηση, για δρώμενα που δεν έχουν ακόμη παρελάσει επί της οθόνης, ασχέτως αν προηγούνται ή έπονται στην κλίμακα της λογικής (και χρονικής) συνέχειας.

Για να το θέσουμε με άλλα λόγια, o βερμπαλιστικός καταιγισμός του Pulp Fiction είναι μεν στολισμένος με το πανθομολογούμενο γαλόνι του coolness, αλλά ελάχιστη μνεία έχει γίνει στη λειτουργική και οργανική του αξία. Στην πραγματικότητα, όλες οι φαινομενικά ασήμαντες κουβέντες, ατάκες και αράδες -ακόμη κι όταν ξεστομίζονται από όχι απλώς δευτερεύοντες αλλά σχεδόν φευγαλέους χαρακτήρες- του Pulp Fiction κρύβουν μέσα τους πασπαρτού και ενδείξεις που θα φανούν χρήσιμες στις επόμενες πίστες.

Προσέξτε, για παράδειγμα, την επιμελέστατη και επιτελική χρήση κάθε διαλογικής σκηνής στην εξέλιξη της ιστορίας του πυγμάχου Μπουτς (Μπρους Γουίλις). Η συζήτηση με την Κολομβιανή οδηγό ταξί που τον φυγαδεύει προεικονίζει ότι λίαν συντόμως ο Μπουτς θα αφαιρέσει τη ζωή κάποιου ανθρώπου όχι πάνω σε έκρηξη αδρεναλίνης (όπως συνέβη στον αγώνα που αρνήθηκε να στήσει) αλλά κατόπιν λελογισμένης απόφασης.

Το εκπληκτικό flashback -με την ονειρεμένη γκεστ εμφάνιση του Κρίστοφερ Γουόκεν, σε έναν μονόλογο που δίνει κωμικοτραγικές διαστάσεις σε ένα οδυνηρό παιδικό τραύμα- υποδηλώνει πως ο Μπουτς, όπως ακριβώς και οι πρόγονοί του, θα χρειαστεί να καταβάλλει κόπους και θυσίες για αυτό το ανεκτίμητο ρολόι.

Τέλος, η κουβέντα του Μπουτς με τη σύντροφό του στο μοτέλ αντί να αναπαράγει αυτά που γνωρίζουμε ήδη (που τα γνωρίζουν και οι ίδιοι), κατευθύνεται σε απόμερα μονοπάτια, τα οποία όμως φανερώνουν όλα όσα χρειάζεται να ξέρουμε για τη μεταξύ τους σχέση. Ως υστερόγραφο σε όλα τα παραπάνω, αν και τυπικά ανήκει σε άλλο επεισόδιο της ταινίας, αξίζει να γίνει μνεία στην εκ πρώτης όψεως ξεκάρφωτη εμφάνιση της σύζυγου του ντίλερ της ιστορίας (Ροζάνα Αρκέτ), η οποία ξάφνου απαριθμεί τα ατελείωτα piercing που κοσμούν το σώμα της. Πολύ σύντομα, στο ίδιο ακριβώς σκηνικό, θα γίνουμε μάρτυρες ενός πολύ διαφορετικού piercing ζωής ή θανάτου, με μια ένεση αδρεναλίνης να καρφώνεται στην καρδιά της ετοιμοθάνατης Μία (Ούμα Θέρμαν), επαναφέροντάς την από τον προθάλαμο των νεκρών στον κόσμο των ζωντανών.

Το Pulp Fiction, που έσκασε σαν βόμβα στην Κρουαζέτ το 1994, έφυγε με τον Χρυσό Φοίνικα στις αποσκευές του και επηρέασε όσο καμία άλλη ταινία ολόκληρη την ποπ κουλτούρα των 90s, κατοικεί σε ένα κόσμο που έχει εξοβελίσει καθετί παρείσακτο, με άλλα λόγια καθετί συνηθισμένο, προβλέψιμο και ξενέρωτο. Το σύμπαν του Pulp Fiction είναι θαρρείς παραγεμισμένο με γκάνγκστερ που αμπελοφιλοσοφούν, ντίλερς που φέρνουν ελαφρά σε Μεγάλο Λεμπόφσκι, κατ’ επάγγελμα ανώμαλους βιαστές, ξεκούδουνα μαγαζιά που αναβιώνουν τις μέρες του ροκ ν ρολ και της χρυσής εποχής του Χόλιγουντ και ερασιτέχνες ερωτευμένους ληστές, σε σημείο που δεν αφήνει χώρο και περιθώριο σε κανέναν και τίποτα άλλο να παρεισφρήσει. Αναλογιστείτε, για παράδειγμα, ότι γίνεται συνεχώς λόγος για την αστυνομία, αλλά ούτε σε ένα πλάνο δεν βλέπουμε ή ακούμε κάποιο περιπολικό στους δρόμους, παρόλο που οι αφορμές είναι αμέτρητες, τη στιγμή που διάφορα φονικά συμβαίνουν μέρα μεσημέρι σε ένα τοπίο που μοιάζει απογυμνωμένο από άλλους “φυσιολογικούς” ανθρώπους.

Ενώ λοιπόν η απόσπαση των ηρώων από την πραγματικότητα που τους περιβάλλει αντικατοπτρίζεται πρωτίστως στις εξωφρενικές συζητήσεις μεταξύ των δύο πληρωμένων δολοφόνων, του Τζουλς (Σάμιουελ Λ. Τζάκσον) και του Βίνσεντ (Τζον Τραβόλτα), η επικύρωση της κατάλυσης της λογικής επισφραγίζεται στο προτελευταίο -και πλέον κωμικό- από τα επτά επεισόδια, που φέρει τον περιπαικτικό τίτλο “The Bonnie Situation”.

Ξάφνου, διάφοροι κατά συρροή δολοφόνοι και σεσημασμένοι εγκληματίες τρέμουν μπροστά στην άφιξη και την πιθανή υστερία μιας νοσοκόμας (που θα οδηγήσει στη διάλυση ενός κατά τα άλλα ευτυχούς γάμου), σε σημείο που ένα ακέφαλο πτώμα ενός παντελώς αθώου θύματος περνά όχι απλώς στα ψιλά, αλλά καταλήγει ντεκόρ και αφορμή για ένα ντελίριο σαρκασμού: η ψυχρή απλή λογική και η αποστειρωμένη πρακτική σκέψη (όπως ενσαρκώνονται στον Γουίνστον Γουλφ του Χάρβεϊ Καϊτέλ) αγγίζουν επίπεδα θεϊκής ειρωνείας ακριβώς διότι φαντάζουν πολυτέλειες ολότελα παράταιρες προς την περίσταση.

Αν θεωρήσουμε ότι οι επτά επιμέρους ιστορίες της ταινίας διαχέονται σε τρεις βασικούς άξονες (Τζουλς και Βίνσεντ – Βίνσεντ και Μία – Μπουτς), το Pulp Fiction είναι επί της ουσίας δομημένο σε ένα σχήμα διάψευσης-επαλήθευσης ενός προαισθήματος που επιβεβαιώνεται, μεταλλάσσεται ή αποσοβείται, την ίδια στιγμή που η χρονική κοπτοραπτική δίνει την εντύπωση μιας συγκεχυμένης εξέλιξης των πραγμάτων.

Με την ευφυΐα της σκηνοθεσίας του Ταραντίνο να καμουφλάρεται σε μια αθέατη και πανέξυπνη αντίθεση-αντίφαση. Σε μια ταινία αδιανόητου και ασταμάτητου λεκτικού καταιγισμού, δεν ειπώνεται η παραμικρή κουβέντα για την πιο κομβική στιγμή, για τον έναν και μοναδικό game changer της πλοκής: την “επιφοίτηση” και μεταστροφή του Τζουλς.

Χωρίς καμία ξεκάθαρη νύξη και δίχως την παραμικρή υπόνοια επιλόγου (είμαστε άλλωστε μόλις στο επεισόδιο 5), παρατηρούμε πως ο Βίνσεντ έχει τρυπώσει στο σπίτι του Μπουτς, για να τον τιμωρήσει για την ασέβειά του, χωρίς τη συνοδεία του Τζουλς, με τον οποίο είναι αχώριστοι σε όλη την ταινία. Λίγο αργότερα, θα αντιληφθούμε πως αυτή η σκηνή δεν είναι τυχαία ή αθώα, καθώς λειτουργεί ως σιωπηλή επιβεβαίωση της αλλαγής του Τζουλς, ο οποίος ερμήνευσε σοφά τα “θεϊκά σημάδια”.

Σε πλήρη αντίθεση, φυσικά, με τον Βίνσεντ που συνάντησε το μαύρο του ριζικό ακριβώς με τον τρόπο που του είχε ήδη φανερωθεί: στην τουαλέτα, διαβάζοντας ένα κόμικ την ώρα του ξαλαφρώματος, το ίδιο κόμικ που τον βλέπουμε να διαβάζει σε ανάλογη περίσταση, στη σεκάνς του φινάλε. Ο Ταραντίνο, παίζοντας στα δάχτυλα με τον φιλμικό χρόνο, ενσωματώνει τα προεόρτια στο μέλλον και τα μεθεόρτια στο παρελθόν. Και φτιάχνει μια ταινία σχεδόν δυσβάσταχτα cool, ακριβώς γιατί κατορθώνει να αποπνεύσει μία αίσθηση απόλυτου αυθορμητισμού, τη στιγμή που βαδίζει σε διαδρομές που έχουν χαρτογραφηθεί μέχρι την τελευταία λεπτομέρεια.

Υγ: παρατηρώντας την αναφορά στην τηλεοπτική σειρά Kung Fu (δια στόματος Σάμιουελ Τζάκσον), με κυρίευσε η κάπως συγκινητική σκέψη ότι ο Ταραντίνο αναζητούσε από παλιά την αφορμή να εντάξει τον μακαρίτη Ντέιβιντ Καραντάιν στο καστ κάποιας ταινίας του (όπερ και εγένετο στο Kill Bill).




Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Back to Top ↑