What's On L’ Atelier (The Workshop)

1 Οκτωβρίου 2018 |

0

L’ Atelier (The Workshop)

Σκηνοθεσία: Λοράν Καντέ

Με τους: Μαρίνα Φόις, Ματιέ Λουτσί, Γουάρντα Ραμάς

Μεταφρασμένος τίτλος: «Το Ατελιέ»

Διάρκεια: 112′

Αυτή είναι η όγδοη μεγάλου μήκους ταινία που σκηνοθετεί ο Laurent Cantet. Από τη φιλμογραφία του ξεχωρίζουν τρεις σπουδαίες ταινίες, η μία καλύτερη από την άλλη: «Ανθρώπινο δυναμικό» (Ressources humaines/ Human Resources, 1999), «Ελεύθερος ωραρίου» (L’emploi du temps/ Time Out, 2001) –η πλέον αγαπημένη του γράφοντα– και «Ανάμεσα στους τοίχους» (Entre les murs/ The Class, 2008). Η τελευταία είναι και η ταινία που του χάρισε τον Χρυσό Φοίνικα στις Κάννες εκείνης της χρονιάς.

Με τούτη την ταινία έλαβε μέρος στο – παράλληλο του επίσημου διαγωνιστικού, διαγωνιστικό επίσης – τμήμα «Ένα κάποιο βλέμμα» του περσινού φεστιβάλ των Καννών – του 2017 δηλαδή. Επίσης, τσίμπησε μια υποψηφιότητα για Σεζάρ (τα γαλλικά Όσκαρ) καλύτερης γυναικείας ερμηνείας, για την Marina Foïs. Τέλος, είναι η πέμπτη ταινία του  Cantet στην οποία συνυπογράφει το σενάριο με τον Robin Campillo.

Στη Λα Σιοτά, μια παραθαλάσσια κωμόπολη της νότιας Γαλλίας κοντά στη Μασσαλία, ο Αντουάν αποφασίζει να παρακολουθήσει ένα θερινό εργαστήριο δημιουργικής γραφής. Εκεί, μια ομάδα νέων ανθρώπων έχει επιλεγεί για να γράψει ένα αστυνομικό μυθιστόρημα με τη βοήθεια της Ολιβιά, μιας γνωστής, πετυχημένης συγγραφέως. Συνεδρία με τη συνεδρία, το πειραματικό βιβλίο των παιδιών, που βρίσκονται μεταξύ εφηβείας και ενηλικίωσης, αρχίζει και παίρνει μορφή. Έχουν συμφωνήσει να χρησιμοποιήσουν το παρελθόν της περιοχής τους ως μέρος της πλοκής. Παλιά, το ναυπηγείο της Λα Σιοτά έδινε δουλειά σε χιλιάδες ανθρώπους της περιοχής. Πλέον, έχοντας κλείσει και λειτουργώντας μόνο ως μέρος όπου επισκευάζονται ακριβά γιοτ, έχει οδηγηθεί στην παρακμή.

Σε ότι αφορά τον τρόπο γραφής, εκείνος που ξεχωρίζει είναι ο Αντουάν. Γράφει εξαιρετικά. Αλλά είναι προκλητικός. Έρχεται σε αντιπαράθεση με όλους τους συμμαθητές του. Οι ιδέες του είναι βίαιες, ο λόγος του φλερτάρει με τη ρατσιστική, ακροδεξιά ρητορική και ο δολοφόνος που θέλει να πρωταγωνιστήσει στο βιβλίο, είναι ένας αναίσθητος, ψυχρός, αιμοδιψής τύπος. Η Ολιβιά απωθείται αλλά και έλκεται από τον Αντουάν. Ανησυχεί όμως, καθώς ο Αντουάν δείχνει να γνωρίζει πολύ καλά τον δολοφόνο τον οποίο περιγράφει…

Ο Cantet είναι ένας εξαιρετικός σκηνοθέτης. Κυρίως, έχει αποδείξει πως είναι ένας συναρπαστικός αφηγητής ιστοριών, οι οποίες αφορούν καίρια και άμεσα το σήμερα. Σε άλλες του ταινίες τα σενάριά του δεν έχουν πολύ λόγο, είναι ελλειπτικά αλλά τόσο μα τόσο εύγλωττα (οι περιπτώσεις των ταινιών του που έχουν να κάνουν με την εργασία). Σε άλλες του ταινίες τα σενάρια είναι γεμάτα λόγο. Λόγο που έρχεται κατά ριπάς από πολλές κατευθύνσεις, μέσω πολυπρόσωπου καστ.

Εδώ λοιπόν έχουμε να κάνουμε με μια τέτοια περίπτωση. Ανάλογη με εκείνη στο «Ανάμεσα στους τοίχους» κυρίως. Αλλά και με εκείνη στο «Επιστροφή στην Ιθάκη». Πιο πολύ, πάντως, με της πρώτης τη δομή και τα συστατικά ταιριάζει, μιας που στη δεύτερη οι πρωταγωνιστές είναι ενήλικες – τι λέω, μεσήλικες είναι. Εδώ έχουμε να κάνουμε με εφήβους. Απλά, η τάξη του γυμνασίου έχει αντικατασταθεί με το εργαστήρι δημιουργικής γραφής. Και ο ενήλικας, που λειτουργεί ως ο σύνδεσμος του θεατή με τα επί της μεγάλης οθόνης δρώμενα, έχει αλλάξει… φύλο: από άνδρας δάσκαλος έχει γίνει γυναίκα συγγραφέας.

Οι προβληματισμοί που υπήρχαν στο «Ανάμεσα στους τοίχους» υπάρχουν εδώ. Η γαλλική κοινωνία τραβάει ζόρια. Η πολυπολιτισμικότητα έχει αρχίσει να ενοχλεί τα πιο συντηρητικά κομμάτια των πολιτών. Η αστική δημοκρατία δεν δείχνει να βρίσκει πλέον απαντήσεις στα επιτακτικά και δύσκολα ερωτήματα των καιρών. Οι νέοι μεγαλώνουν λαμβάνοντας χιλιάδες πληροφορίες ανά δευτερόλεπτο αλλά παράλληλα έχουν να αντιμετωπίσουν συνθήκες δυσβάσταχτα δυσοίωνες. Η ανεκτικότητα έχει δώσει τη θέση της όχι απλά στη δυσπιστία αλλά στην καχυποψία. Ένα καζάνι που βράζει.

Με πολύ έξυπνο τρόπο οι δημιουργοί της ταινίας τα βάζουν όλα αυτά στην παλέτα της. Τα παιδιά που συμμετέχουν στο εργαστήρι είναι όλοι Γάλλοι. Ο ένας είναι μαύρος, από τις αποικίες. Δύο είναι αραβικής καταγωγής. Όλοι τους όμως είναι φτωχοί. Παιδιά μη προνομιούχων οικογενειών. Ο παππούς της μιας κοπέλας ήταν κομουνιστής και είχε παλέψει να μείνει ανοιχτό το ναυπηγείο. Και υπάρχει και ο Αντουάν. Που γυμνάζεται. Που όταν όλοι οι άλλοι τρέχουν να προλάβουν το λεωφορείο, εκείνος προτιμά να περπατήσει μόνος του. Που βλέπει στο youtube βιντεάκια εθνικιστικά. Που επιθυμεί να καταταγεί στο γαλλικό στρατό ξηράς. Που παίζει βίαια βιντεογκέιμ – στα οποία ζητά τη διαδικτυακή βοήθεια άγνωστών του «συμπαικτών». Που προκαλεί. Που προβοκάρει. Που δεν κωλώνει να κοντραριστεί με όλους. Με τους μουσουλμάνους «συναδέλφους» του για την επίθεση στο Μπατακλάν. Τον μαύρο που είναι μαζί του στο μάθημα τον αναγκάζει να φωνάξει πως είναι πιο Γάλλος από εκείνον.

Κυρίως όμως μπαίνει στη μύτη της καθηγήτριάς του. Της διανοούμενης αστής. Της ερχόμενης από το Παρίσι με τους καλούς της τρόπους και την διάλεκτο που όλοι θεωρούν επιτηδευμένη και ψεύτικη. Την αποκαλεί υποκρίτρια. Την κατηγορεί ότι γράφει με τρόπο ψεύτικο, για πράγματα που δεν καταλαβαίνει. Ότι δεν μπορεί να μπει στη μενταλιτέ των ηρώων της. Η καθηγήτρια θυμώνει αλλά και γοητεύεται από τον Αντουάν. Δεν μπορεί να τον χειριστεί. Είναι ξεκάθαρο ότι κουβαλάει χοντρά προβλήματα. Είναι όμως και ταλαντούχος. Είναι ακροδεξιός; Γιατί γουστάρει τόσο πολύ τα όπλα; Μέχρι πού μπορεί να φτάσει ο Αντουάν; Είναι επικίνδυνος; Η απάντηση δίνεται στο φινάλε (πριν το φινάλε) όπου μέσω ενός κειμένου που διαβάζει, ο Αντουάν ουσιαστικά αποκαλύπτει την αλήθεια.

Μια αλήθεια που συνθλίβει τον θεατή. Γιατί μπορεί να αναγνωστεί ως ακόμα χειρότερη από ότι είχε φανταστεί. Το τελικό φινάλε είναι ελπιδοφόρο αλλά φαντάζει και αφελές μετά από όλα προηγήθηκαν. Αποτελεί τη μοναδική ανορθογραφία σε μία κατά τα άλλα άψογη ταινία. Γιατί ενώ επισταμένα μας παρουσιάζει την κατάσταση του Αντουάν και μας την εξηγεί, δεν μας εξηγεί το με ποια διαδικασία ανεβαίνει στο ψαροκάικο και δείχνει ευχαριστημένος με αυτό που κάνει και in peace. Περισσότερο μοιάζει με ευσεβής πόθος παρά με λειτουργική λύση για το σενάριο. Δείγμα κι αυτό της αμηχανίας να αντιμετωπιστεί «η σκύλα που βρίσκεται και πάλι σε οίστρο», που λέει και ο Μπρεχτ. Ας είναι. Σε μια ιδιαίτερα ενδιαφέρουσα κινηματογραφική εβδομάδα είναι μια ταινία, που μιλάει με πολύ ώριμο τρόπο για το σήμερα. Με καλές ερμηνείες. Χωρίς κουλτουριάρικες δηθενιές.

  • Αναδημοσίευση από MoviesLtd




Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Back to Top ↑