Magical Girl

Σκηνοθεσία: Κάρλος Μπερμούτ

Παίζουν: Μπάρμπαρα Λένι, Λουίς Μπερμέχο, Πέπε Σακριστάν, Λουθία Πογιάν

Διάρκεια: 127΄

Ένα κοριτσάκι, τόσο γλυκό που θέλεις να το κόψεις κομματάκια και να το φας, ζει με τον άνεργο μπαμπά της, έχει εμμονή με τα γιαπωνέζικα μάνγκα και είναι βαριά άρρωστη. Για την ακρίβεια, μετράει τις μέρες της ανάποδα. Ο άνεργος πατέρας της κάνει ό,τι περνάει από το χέρι του για να βελτιώσει την καθημερινότητα της μικρής και του καρφώνεται η ιδέα ότι παρόλο που δεν έχει μία, θα πρέπει να της αγοράσει ένα πανάκριβο φόρεμα, το οποίο φοράει στα κινούμενα σχέδια μάνγκα η αγαπημένη ηρωίδα της κόρης του. Μόνο που με κάποιον τρόπο πρέπει να βρει λεφτά. Σε κάποιο άλλο σπίτι μια γυναίκα με ψυχολογική αστάθεια ζει με τον ψυχίατρο σύζυγό της, ο οποίος σε μια στιγμή κρίσης, αποφασίζει να την αφήσει. Και αυτή θέλει να πεθάνει ή και όχι. Σε ένα τρίτο σπίτι ένας ηλικιωμένος, φιλήσυχος κύριος φτιάχνει παζλ και όποτε χτυπάει το τηλέφωνο, τρέμει. Και κάπου σε κάποια έπαυλη υπάρχει μια πόρτα, που μπορεί να μην οδηγεί στην κόλαση, αλλά οδηγεί σε ένα μέρος όπου τα νοσηρά βίτσια δεν φοράνε χαλινάρια.

Είναι γνωστό πως στην Ελλάδα υπάρχει μια έντονη ισπανολατρεία, όπου στην «ισπανολατρεία» για κάποιο λόγο εντάσσουμε και όλη τη Λατινική Αμερική, όχι μόνο την ισπανόφωνη αλλά και τη Βραζιλία… Γιατί; Ε, λίγο ο παλιός καλός Αλμοδόβαρ, λίγο τα φροντιστήρια ξένων γλωσσών, λίγο ο μύθος της Βαρκελώνης και της Γρανάδας, η Ρεάλ Μαδρίτης, η… Κολομβιανή Σακίρα και ο Αντόνιο Μπαντέρας. Λίγο ο Χαβιέρ Μπαρντέμ και η Πενέλοπε Κρουθ, η μουσική σκα, οι λάτιν χοροί, οι αγανακτισμένοι, ο μπάφος, λίγο τα προγράμματα Εράσμους και λίγο και η παράδοξη πολιτισμική εγγύτητα με μια χώρα με την οποία ιστορικά συνδεθήκαμε μονάχα πριν πολλούς αιώνες. Όλα αυτά τα λέω, διότι πάντα κρατάω μια πισινή, όταν αντιλαμβάνομαι έναν κάποιο παροξυσμό για μια ταινία «μέιντ ιν εσπέιν».

Η ταινία του Κάρλος Μπερμούτ, δεύτερη μεγάλη μήκους ταινία στο ενεργητικό του σκηνοθέτη, προβλήθηκε στο τελευταίο Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης αποσπώντας εξαιρετικές κριτικές και δημιουργώντας ένα μικρό παλμό. Και η αλήθεια είναι πως το άξιζε και με το παραπάνω. Ό,τι κι αν λένε, η ταινία διέπεται από μια αύρα αλμοδοβαρισμού, μια αύρα η οποία η οποία περιβάλλει μεγάλο κομμάτι του ισπανικού κινηματογράφου, η οποία σημαίνει εν ολίγοις ακραίες καταστάσεις, σουρεάλ διαλόγους, υστερία, δραματικές συμπτώσεις, δυνατούς γυναικείους χαρακτήρες, χιουμοριστικό μελοδραματισμό και αχαλίνωτη, άλλοτε καταπιεσμένη και άλλοτε απελευθερωτική, σεξουαλικότητα. Αυτό δεν το λέω για κακό. Κάθε άλλο. Η ταινία του Μπερμούτ σε καμιά περίπτωση δεν αποτελεί κόπια του Αλμοδόβαρ. Ίσα ίσα ο Μπερμούτ στήνει ένα συναρπαστικό και απρόβλεπτο σύμπαν, το δικό του σύμπαν με τη δική του εσωτερική συνοχή και λογική, το οποίο διέπεται από τους δικούς του κανόνες ηθικής, και στο οποίο οι χαρακτήρες, όλοι έρμαια των παθών τους, αναζητούν την κάθαρση, ο καθένας με τον δικό του μοναδικό τρόπο. Το εξωφρενικό και κατάμαυρο χιούμορ εναλλάσσεται με σπαρακτικές στιγμές μοναξιάς και απόγνωσης, ενώ ο υπαινιγμός της ταινίας τσακίζει κόκαλα: παίζει με τη φαντασία και τον ηδονοβλεπτικό σαδομαζοχισμό του θεατή, του δίνει μερικά μικρά καρότα, αλλά κρατάει τα μεγάλα για την πάρτη του. Και πολύ καλά κάνει.

Και όπως γνωρίζετε, σε αυτόν τον κόσμο υπάρχουν δυο ειδών άνθρωποι. Η ταινία μάς το υπενθυμίζει με τον πιο έξοχο τρόπο. Μας υπενθυμίζει, δηλαδή, αυτό που κάποτε οι Eurythmics τόσο εύστοχα τραγούδησαν: «Some of them want to use you / Some of them want to get used by you / Some of them want to abuse you / Some of them want to be abused».




Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Back to Top ↑