Lost Highway

Σκηνοθεσία: Ντέιβιντ Λιντς

Παίζουν: Μπιλ Πούλμαν, Πατρίσια Αρκέτ, Ρόμπερτ
Μπλέικ

Διάρκεια: 135’

Ελληνικός τίτλος: “Η Χαμένη Λεωφόρος”

«and the rain sets in
it’s the angel-man
I’m deranged
so cruise me, baby»

Μία διαδρομή δίχως συγκεκριμένο προορισμό ή αφετηρία, σαν αυτοεκπληρούμενη προφητεία της θολής κίτρινης γραμμής που δεσπόζει στο μέσο του δρόμου. Σε αυτή την ιστορία, ίσως η αέναη κίνηση –όπως σηματοδοτείται με τα ευφάνταστα dissolve– έχει περισσότερη σημασία από τα τεκταινόμενα. Η «Χαμένη Λεωφόρος», ωστόσο, δεν είναι η εξιστόρηση κάποιας μεγάλης ή μικρότερης φυγής, αλλά ακριβώς το αντίθετο: μία αιώνια καταδίκη επιστροφής στο «είναι». Η φωνή του Ντέιβιντ Μπάουι μας καλωσορίζει στον κόσμο ενός φιλμ που αποτελεί περήφανο μέλος του στενά προσωπικού λιντσικού σινεμά και εμείς ακολουθούμε τη δαιδαλώδη σκέψη του Αμερικανού δημιουργού.

Ο Φρεντ Μάντισον είναι ένας σαξοφωνίστας που υπηρετεί με επιτυχία την free jazz. Μένει με την σύζυγό του Ρενέ σε ένα πολυτελές σπίτι βγαλμένο από suburban dreams, διάγοντας έναν βίο εξωτερικώς ατάραχο, πλην ανασφαλή και αγχώδη ως προς τη σύντροφό του. Τη φαινομενική ηρεμία του διαταράσσουν μία σειρά από βιντεοκασέτες που βρίσκει στα σκαλιά της εισόδου του, οι οποίες απεικονίζουν αρχικά το εξωτερικό και στη συνέχεια το εσωτερικό της οικίας του.

Παρά την αρχική του επιφυλακτικότητα, τελικά αποφασίζει να ειδοποιήσει την αστυνομία. Λίγο καιρό μετά, ωστόσο, ο ζηλόφθων σύζυγος Φρεντ βρίσκεται κατηγορούμενος για τον φόνο της Ρενέ και παρότι αρνείται ότι τέλεσε το έγκλημα, καταδικάζεται σε θάνατο. Και κάπου εκεί η ταινία επανεκκινεί, αφού ο Φρεντ εξαφανίζεται ως δια μαγείας και τη θέση του στο κελί παίρνει ο Πιτ Ντέιτον, ένας νεαρός μηχανικός αυτοκινήτων ο οποίος διάγει έναν βίο που δεν τέμνεται πουθενά με αυτόν του σαξοφωνίστα.

Κυρίαρχο μοτίβο στο μυστηριακό φιλμ του Ντέιβιντ Λιντς είναι αυτό της ταυτότητας. Ο ίδιος ο δημιουργός περιέγραψε το έργο του ως  psychogenic fugue (ψυχογενής φούγκα), στην οποία κυριαρχεί μία τεθλασμένη οπτική αναξιόπιστου αφηγητή. Το έργο μοιάζει με περιδίνηση γύρω από τις «συναισθηματικές αναμνήσεις» του ψυχικά λαβωμένου Φρεντ, καθώς ο, τι ακολουθεί αναφορικά με τον αντικαταστάτη Πιτ εφάπτεται με τους εφιάλτες του ρημαγμένου ψυχισμού του, δίχως σε καμία περίπτωση να αποτελεί αναδρομή στα βιώματά του, αλλά μία φαντασιακή εξιστόρηση της τραυματισμένης αποτυχίας του με αλλαγμένους όρους, όσο επιτρέπει βέβαια το βεβηλωμένο από την ανδρική ανεπάρκεια ασυνείδητό του.

Πρόσφορο σχήμα για να περιγράψει την αφηγηματική δομή της «Χαμένης Λεωφόρου»  ως προς τη καμπυλωμένη χρονική ακολουθία παράθεσης γεγονότων φαντάζει το λεγόμενο «Moebius Strip». Ο δυϊσμός του χαρακτήρα Φρεντ και Πιτ δεν εμπίπτει σε καμία γραμμική ανάπτυξη, αλλά σε μία διεστραμμένη ταυτόχρονη αλληλοσυμπλήρωση. Πρόκειται για τον ίδιο δισυπόστατο άνθρωπο, με τον Πιτ να αποτελεί προβολή του «εγώ» του Φρεντ, ενταγμένη σε μία φαντασιακή παρέκβαση στην οποία και πάλι ο σαξοφωνίστας αποτυγχάνει να φτιάξει για τον εαυτό του μία πραγματικότητα που δεν τον διαλύει, μολονότι θεωρητικά διαμορφώνει τους όρους της κατά το δοκούν.

Ο Πιτ είναι δημιουργημένος σαν αρνητικό του Φρεντ: βιοπορίζεται από χειρωνακτική εργασία, δε διαθέτει καμία από τις ανέσεις του πολυτελούς σπιτιού του Φρεντ, αλλά διακατέχεται από κάτι που ο Φρεντ φθονεί, την άγνοια κινδύνου της νιότης και την (σεξουαλική και μη) ορμή που πηγάζει από τον ασυμβίβαστο χαρακτήρα του. Έτσι, όταν θα γνωρίσει την Άλις, πανομοιότυπη προβολή της Ρενέ σε βερσιόν χιτσκοκικής ξανθής γυναίκας, θα ζήσει μαζί της ένα πάθος που ο Φρεντ δε μπορεί καν να ανακαλέσει. Φυσικά, ως προβολή του Φρεντ, θα κινδυνεύσει για εκείνην, θα παρασυρθεί σε διαδρομές ερεβώδεις και επικίνδυνες για να την ακολουθήσει και θα γευτεί την πικρία της «προδοσίας» της.

Το διφυές φιλμ του Λιντς είναι γεμάτο από νοσηρό κίτρινο και έντονο κόκκινο χρώμα, τα οποία λειτουργούν ως υπενθύμιση του εκτροχιασμένου λογισμού του πρωταγωνιστή και της μοιραίας πορείας του. Εκκινεί σαν μία ψυχοφθόρος αποτύπωση της αστικής ζωής, γεμάτης ανασφάλεια και εκκωφαντικά κενής από εμπιστοσύνη, και μεταλλάσσεται σε ένα καλοζυγισμένο νέο-νουάρ που βασίζεται πάνω σε όλες τις στάθερες του genre. Στο δεύτερο μέρος υπάρχει η σαγηνευτική femme fatale, η μοιρολατρικά προδιαγεγραμμένη ήττα, η γκανγκστερική φιγούρα/ συνεχής απειλή, η τυφλή εμπιστοσύνη που διαψεύδεται, η ματαιωμένη φυγή. Όλα όμως υπηρετούν την αναποτελεσματική προσπάθεια του Φρεντ να διαφύγει.

Η μεταμόρφωση δεν είναι ποτέ πλήρης, η ζωή του Πιτ μοιάζει ελλιπής, ακόμα και η κινητήριος σχέση του με την Άλις έχει κάτι το εμφανώς κίβδηλο. Στη «Χαμένη Λεωφόρο», η μνήμη μπορεί να μη λειτουργεί συμβατικά, αλλά δεν απεμπολεί ποτέ τη θλιβερή αποστολή της αδιάκοπης υπενθύμισης περί της αληθούς ταυτότητας του Φρεντ. Ακόμα και στη ψυχοπαθογενή φαντασίωσή του, λοιπόν, αυτός δε μπορεί να πλάσει έναν κόσμο όπου ως alpha male κερδίζει την απαστράπτουσα γυναικεία παρουσία και απαλλάσσεται από το φορτίο της ανεπάρκειάς του, γιατί είναι τόσο υποταγμένος σε αυτήν που πλέον δε μπορεί να διαφύγει ούτε δια του ασυνειδήτου του.

Ο Λιντς χρησιμοποιεί τον νουαρικό τρόμο του δεύτερου μέρους για να προβάλει γιγαντωμένες τις φοβίες και την κρίση στην οποία περιέρχεται το ανδρικό «εγώ» του πρωταγωνιστή του. Όπως ο Φρεντ για τη δική του πολυσχιδή ανικανότητα κατηγορεί τη Ρενέ, έτσι ο Πιτ βρίσκει στην αινιγματική Άλις μία φιγούρα που τον ωθεί στην αυτοκαταστροφή. Ο άνδρας του αστικού περιβάλλοντος αισθάνεται ότι ο κόσμος του οφείλει συνέχεια περισσότερα, ότι έχει δικαίωμα στην προνομιούχο διαβίωση και στον απεριόριστο σεβασμό. Δυσκολεύεται να αποδεχθεί ότι η δική του δυστυχία οφείλεται αποκλειστικά σε δικούς του παράγοντες, με πρώτο εξιλαστήριο θύμα της κυρίαρχης εγωμανίας του τη γυναίκα που βρίσκεται μαζί του και την οποία φορτώνει με κάθε λογής χαρακτηρισμούς που τον βολεύουν: άπιστη, αδάμαστη, πόρνη και μύρια όσα του αρκούν για να στρέψει την οργή της ασφυκτικής ανασφάλειάς του στο πρόσωπό της.

Με τον mystery man, έναν απόκοσμο ανώνυμο χαρακτήρα που υπάρχει και στους δύο κόσμους, να επιβάλλει τη μοιραία εφαρμογή της -νιτσεϊκής αύρας- αιώνιας επιστροφής του Φρεντ/Πιτ στην ίδια θέση και την διάλυση της φαντασίωσης εις τα εξ ων συνετέθη, ήτοι στη δυστυχία του Φρεντ και την ψυχοπαθογενή ανάγκη του για διαφυγή, ο Λιντς και ο συσεναριογράφος του Μπάρι Γκίφορντ καταφέρνουν να ανατρέψουν την έννοια της κλιμάκωσης όπως συνήθως γίνεται αυτή αντιληπτή. Χρησιμοποιώντας με θαυμαστή ακρίβεια το τέχνασμα του φαύλου κύκλου που συνιστά το γεωμετρικό σχήμα του χρόνου της ταινίας, συνθέτουν μία αφήγηση που δεν ολοκληρώνεται όταν η πλοκή καταλήξει σε ένα σημείο τέλους, αλλά όταν γίνει κτήμα του θεατή ότι αυτή είναι μία ιστορία που συνεχίζεται στο διηνεκές.

Παρά την χλιαρή υποδοχή της ταινίας στην ούτως ή άλλως δύσκολη για τον Λιντς δεκαετία του 1990 (είχε προηγηθεί η αποτυχία του κινηματογραφικού Twin Peaks: Fire Walk With Me), η ταινία σχημάτισε γρήγορα το καλτ κοινό που της αναλογεί. Ενώ λοιπόν η «Χαμένη Λεωφόρος» είναι εύκολο να προσπεραστεί ως φιλμ λιντσικά κρυπτικό, όπου το λεγόμενο «νόημα» χάνεται στην σουρεαλιστική ασάφεια, στην πραγματικότητα αξίζει κανείς να επενδύσει την ενέργεια του στην εξακρίβωση ενός συντεταγμένου προβληματισμού, που σε καμία περίπτωση δεν είναι κοινός για όλους, αλλά παραμένει πολύτιμος. Εν κατακλείδι, το «Lost Highway» μπορεί να είναι διαφορετική ταινία για κάθε θεατή, αλλά δεν κρύβεται πίσω από το νεφελώδες τοπίο κάποιου παραλογισμού.




Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Back to Top ↑