Blue Valentine

Σκηνοθεσία: Ντέρεκ Τσιανφράνς

Παίζουν: Ράιαν Γκόσλινγκ, Μισέλ Γουίλιαμς, Φέιθ Βλάντικα, Τζον Ντόμαν

Διάρκεια: 112΄

Ο Ντιν δεν είναι και το κελεπούρι του αιώνα. Είναι ωραίος άντρας, κουβαλάει μπόλικη τρέλα, μια τρέλα που στην αρχή φαντάζει γοητευτική, αλλά με το πέρασμα του χρόνου μεταμορφώνεται σε αθεράπευτο παλιμπαιδισμό, είναι ρομαντικός, πιστεύει στην αγάπη και στον έρωτα με την πρώτη ματιά, παλεύει για τη σχέση του και λατρεύει το παιδί του. Οκέι. Συγχρόνως, όμως, μοιάζει να μην μπορεί να πιάσει μια κουβέντα σοβαρή και όταν το κάνει, αρπάζεται και τρώγεται με τα ρούχα του, έχει βολευτεί στη χειρωνακτική δουλειά του και το πρωί ξεκινάει τη μέρα του με μια μπίρα.

Η Σίντι είναι η γυναίκα του. Δουλεύει στο νοσοκομείο. Έχει σπουδάσει. Κάποτε ήταν τρελή γι’ αυτόν. Κάποτε ο Ντιν τής είχε δώσει τη διέξοδο που τόσο επιθυμούσε και ίσως γι’ αυτό να ερωτεύτηκε κιόλας. Ερωτεύτηκε την τρέλα του και παντρεύτηκε τη σιγουριά. Όμως έχουν περάσει μερικά χρόνια, υπάρχει κι ένα μικρό κοριτσάκι τώρα, και τα πράγματα δεν είναι καθόλου ρόδινα… Ο Ντιν προσπαθεί να πιαστεί από κάτι, από οτιδήποτε, αλλά κάθε φορά που απλώνει το χέρι του, η Σίντι φεύγει ολοένα και πιο μακριά. Αυτό που έχει μέσα της είναι τα σαπισμένα απομεινάρια μιας παλιάς αγάπης που τα βρέχει με ενοχές. Και η διαδικασία σήψης μοιάζει ατελείωτη και το τέλος μοιάζει αναπόφευκτο.

Λίγες φορές έχει αποπειραθεί κανείς στον αμερικάνικο κινηματογράφο να παρουσιάσει με τόση γλαφυρότητα το τέλος μια σχέσης χωρίς να χαρίζει κάστανα σε κανέναν (τελευταία ταινία που θυμάμαι είναι Ο δρόμος της επανάστασης του Σαμ Μέντες). Έλεος πια με τις feel-good ταινίες, και τις δικαιολογίες του στιλ: «είμαι κουρασμένος, μωρέ, να δω κάτι να χαλαρώσω, δεν είμαι για πολλή σκέψη τώρα» και άλλα τέτοια μικροαστικά βολεψίματα. Όχι άλλη ποπ και εμπορική αισθητική στον έρωτα, όχι άλλη θεοποίηση στις ανθρώπινες σχέσεις, ας τελειώνουμε με τους μύθους των θεμελιωδών λίθων της κοινωνίας εδώ και τώρα. Ας ρίξουμε ένα βλέμμα στην πραγματικότητα μέσα από τον κινηματογραφικό φακό, ας πονέσουμε, ας κλάψουμε, ας σκεφτούμε. Δεν χρειάζεται να αυτομαστιγωθούμε. Αυτό είναι περιττό. Μπορούμε, όμως, να αντιληφθούμε. Να ξανα-αντιληφθούμε. Να αφουγκραστούμε. Να χαθούμε.

Οι Ράιαν Γκόσλινγκ και Μισέλ Γουίλιαμς (υποψήφια για το Όσκαρ Α’ Γυναικείου Ρόλου) βγάζουν φωτιές, μας παίρνουν από το χέρι και μας ξεναγούν με τη βοήθεια της υποβλητικής ατμόσφαιρας, και της αισθητικής παρακμής και συναισθηματικού τέλματος, στο χρονικό μιας σχέσης αδιεξόδου. Ενός αδιεξόδου που βιώνουμε και βλέπουμε καθημερινά. Πόσα ζευγάρια θα μπορούσαν να μην ήταν ποτέ μαζί, πόσα ζευγάρια θα έπρεπε να είχαν χωρίσει εδώ και λεπτά, ώρες, μήνες, χρόνια, ίσως και δεκαετίες, πόσοι άνθρωποι βάφτισαν και βαφτίζουν το συμβιβασμό και τη διάψευση «αγάπη», πόσοι άνθρωποι αποφεύγουν την ευθύνη μιας απόφασης… Αναστεναγμός. Μελαγχολία. Δεύτερος βαθύτερος αναστεναγμός. Εξαιρετική ταινία, όπως σας είπα. Δεν μασάει τίποτα. Δεν λυπάται κανέναν. Ακριβώς όπως οφείλει.




Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Back to Top ↑