Reviews Lars and the Real Girl

14 Νοεμβρίου 2018 |

0

Lars and the Real Girl

Σκηνοθεσία: Κρεγκ Γκιλέσπι

Παίζουν: Ράιαν Γκόσλινγκ, Έμιλι Μόρτιμερ, Πατρίσια Κλάρκσον 

Διάρκεια: 106′

Πολλές φορές, η μοναξιά είναι τόσο σαρωτική, που η απουσία οφείλει να μετατραπεί πάση θυσία σε παρουσία. Ακόμη κι αν αυτή η παρουσία δεν έχει σάρκα κι οστά. Το φαινόμενο αυτό δεν είναι σπάνιο, ίσα ίσα είναι αρκετά σύνηθες, όσο κι αν ακούγεται εξωφρενικό. Αμέτρητα παιδιά έχουν πλάσει φίλους που υπάρχουν μόνο στη φαντασία τους, οι οποίοι όμως είναι πέρα για πέρα υπαρκτοί.

Αμέτρητοι χαροκαμένοι άνθρωποι, σε στιγμές αδυναμίας και οδύνης, πιστεύουν πως αντικρίζουν και συνομιλούν με αυτούς που έχουν χάσει δια παντός, ξορκίζοντας φευγαλέα το φάντασμα της απώλειας. Αμέτρητες φορές, κι εμείς οι «φυσιολογικοί» και έχοντες σώας τας φρένας, έχουμε εισέλθει, έστω και ασυναίσθητα, έστω και για λίγα κλάσματα του δευτερολέπτου, σε ένα κόσμο – αποκύημα των ονείρων, των παθών, των φόβων και επιθυμιών μας.

Όλα τα παραπάνω είναι σε θέση να συμβούν διότι η φαντασία έχει πάντα τον τρόπο να επιβάλλει τη θέλησή της στη λογική. Να την καλουπώνει, χωρίς να έχει την ανάγκη να την εξοστρακίσει ολοκληρωτικά προκείμενου να επιβιώσει. Η φαντασία αποδεικνύεται πολύ συχνά ισχυρότερη από τον μεγάλο της αντίπαλο ακριβώς επειδή είναι πιο ολιγαρκής. Δεν έχει ανάγκη από όλο τον διαθέσιμο χώρο. Μπορεί να στριμωχτεί σε μια γωνία, να εμφανίζεται μονάχα όταν δεν είναι κανείς άλλος παρών. Έχει την ικανότητα να ζει και να αναπνέει στα μουλωχτά, στα μικρά εκείνα διαλείμματα στα οποία ο κέρβερος της λογικής έχει πέσει για ύπνο.

Ο Λαρς Λίντστρομ είναι μοναχικός, αλλά όχι loner. Δεν έχει τίποτα το γοητευτικό η απομόνωσή του, ούτε υποκρύπτει κάποια βαυκαλίζουσα μισανθρωπία. Λαχταρά να επικοινωνήσει με τους ανθρώπους, να απλώσει χείρα φιλίας και αγάπης, απλώς δεν ξέρει τον τρόπο. Η απτική επαφή, όπως ομολογεί κάποια στιγμή και ο ίδιος, είναι ζεματιστή κι αφόρητη, σαν έγκαυμα στο δέρμα. Ο Λαρς είναι λειτουργικός στα στοιχειώδη της επιβίωσης, αλλά αδυνατεί να κάνει το βήμα παραπάνω για να φτάσει στο επίπεδο της ζωής. Είναι ικανός να εργάζεται, να πηγαίνει στην εκκλησία, να χαιρετά ανθρώπους, να φροντίζει τον εαυτό του, αλλά μόλις νυχτώσει, η μόνη επιλογή του είναι η απόσυρση στα ενδότερα.

Κι όταν, εν τέλει, μια ωραία βραδιά παρουσιάσει στον αδερφό του και την κουνιάδα του μια ουρανοκατέβατη προσκεκλημένη, που δεν είναι τίποτα παραπάνω από μια πλαστική κούκλα του σεξ, δεν είναι διόλου τυχαίο πως επιλέγει να της δώσει το όνομα Bianca. Διότι πρόκειται για μια φιγούρα άσπιλη, χωρίς παρελθόν, σαν μια λυτρωτική λευκή σελίδα. Μια σανίδα σωτηρίας σε ένα κόσμο όχι ακριβώς κατάμαυρο αλλά αιωνίως γκρίζο. Επί της ουσίας, μια κραυγή βοήθειας, ένα πρώτο θαρραλέο βήμα για να βγει από αυτό το άπατο λαγούμι στο οποίο έχει κρυφτεί.

Η Bianca δεν έχει τίποτα το αποθαρρυντικό ώστε να μην κερδίσει μια θέση στην καρδιά του Λαρς. Μαζί της δεν αισθάνεται ντροπή κι αμηχανία, στο πλάι της δεν χρειάζεται να δικαιολογηθεί για τη διαφορετικότητα και την αδυναμία του. Όσο κι αν ακούγεται ειρωνικό, αυτό το παιχνίδι φτηνής ηδονής έχει ως κυριότερο ατού ότι δεν πρόκειται ποτέ να πάρει κάποια πρωτοβουλία αγγίγματος. Και πολύ σύντομα, μετατρέπεται όχι μόνο στην επίσημη αγαπημένη του Λαρς, αλλά σε ολοζώντανο μέλος της κοινότητας, στη μικρή πόλη όπου αυτός κατοικεί.

Το Lars and the Real Girl του Κρεγκ Γκιλέσπι θα μπορούσε να εκτροχιαστεί και να καταρρεύσει σαν χάρτινος πύργος σε αμέτρητα σημεία της τρυφερής του διαδρομής. Να εκτραπεί προς το φαιδρό, να πασχίσει υπέρμετρα να συγκινήσει, να μην δείξει το απαιτούμενο σθένος ώστε να εμπιστευτεί μέχρι τέλους το εύρημά του, να σκοτεινιάσει απότομα, τεχνητά και εκβιαστικά το ύφος του. Κατά τρόπο, όμως, σχεδόν εντυπωσιακό, δεν συμβαίνει τίποτα από τα παραπάνω. Διότι είναι ανεπιτήδευτα ειλικρινές και σου ζητά να περπατήσεις χεράκι χεράκι μαζί του με μια αφοπλιστική απλότητα, χωρίς κανένα άγχος ή πρεμούρα προκειμένου να σε πείσει για τις αγνές του προθέσεις.

Τίποτα, φυσικά, δεν θα ήταν εφικτό χωρίς την ερμηνεία του –τότε ακόμη περιπετειώδους στις επιλογές του- Ράιαν Γκόσλινγκ. Που δίνει συνεχώς την εντύπωση ενός ανθρώπου που έμαθε να μπουσουλά σε λεπτό πάγο, ενός ανθρώπου που κατοικεί σε γαλήνιο κόσμο σκοταδιών. Με σφιγμένα και τσιτωμένα χαμόγελα, με ένα βουβό πένθος που κουβαλά μέσα του μια κρυφή ελπίδα, με σιωπές γεμάτες θόρυβο. Χωρίς να εκτρέπεται προς το υπέρμετρα σκυθρωπό, κρατώντας μια θαυμαστή ισορροπία που τον απομακρύνει από τη μανιερίστικη καρικατούρα.

Λίγο πριν το φινάλε, όταν o Λαρς είναι έτοιμος να αποχωριστεί τη Bianca γιατί ο πραγματικός κόσμος του φαίνεται πλέον λιγότερο τρομακτικός και πελώριος, ένας από τους δευτερεύοντες χαρακτήρες της ταινίας μονολογεί, απορημένος με τα όσα ξεστομίζει, πως είχε καταλήξει να αγαπά την Bianca, παρόλο που ήξερε πως δεν υπήρχε. Κι είχε απόλυτο δίκιο. Διότι δεν υπάρχει τίποτα πιο αξιαγάπητο από μια φοβισμένη ψυχή που ρίχνεται με πάθος σε μια ανηφόρα.




Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Back to Top ↑
  • CineDogs TV

  • Γιώργος Παπαδημητρίου

  • CineDogs Supporters

  • Cinedogs Opinions

    Τα "Παράσιτα" του Μπονγκ Τζουν-χο βγαίνουν στις αίθουσες και εμείς θέλουμε να μάθουμε. Ποιος είναι ο αγαπημένος σας Χρυσός Φοίνικας την τελευταίας 5ετίας;
  • FB Cinedogs

  • Latest