Series Chernobyl

26 Απριλίου 2020 |

0

Chernobyl

Τα βιώματα που βρίσκουν τη δίοδο και τρυπώνουν στις  παιδικές αναμνήσεις έχουν μια μαγική ιδιότητα: βαλσαμώνουν τον χρόνο. Κατ’ αυτό τον τρόπο, ένα ιστορικό συμβάν που καταγράφηκε στο παιδικό τεφτέρι μπορεί να επιβιώσει στο βαθύ μέλλον σε μια μορφή πρωτόλεια και αμόλυντη από εξωτερικές παρεμβολές. Διότι αυτό που στην πραγματικότητα γαντζώνεται στο μυαλό δεν το ίδιο το γεγονός, το οποίο αναπόφευκτα είναι εκτεθειμένο σε αναθεωρήσεις, διαψεύσεις, επιβεβαιώσεις και επανεκτιμήσεις, αλλά μια αυθόρμητη και αδιαμεσολάβητη εντύπωση.

Στα τέλη της δεκαετίας του ’80, η λέξη «Τσέρνομπιλ» είχε αποκτήσει μια ιδιότητα σχεδόν μεταφυσική στα παιδικά αυτιά του υπογράφοντος. Ήταν μια λέξη συνώνυμη μιας ακαθόριστης απειλής, η οποία θα έκανε την εμφάνισή της με τρόπους που, όλως παραδόξως, δεν φάνταζαν καταστροφικοί: με τον αέρα και τη βροχή, μέσα από το νερό που πίνουμε και το φαγητό που τρώμε.

Το Τσέρνομπιλ, για τα γουρλωμένα μάτια και τα τεντωμένα αυτιά της παιδικής μου ηλικίας, που πάσχιζαν να κατανοήσουν έννοιες δυσνόητες, δεν υπήρξε ποτέ πόλη της πρώην ΕΣΣΔ και νυν Ουκρανίας ή τόπος ενός ολέθριου πυρηνικού ατυχήματος. Το Τσέρνομπιλ ενσάρκωνε το απρόσκλητο κακό, που έρχεται από τόπους μακρινούς και προελαύνει χωρίς αντίπαλο.

Το Chernobyl του HBO, που εκτυλίσσεται σε πέντε επεισόδια, όπου η ψυχολογική ένταση κατανέμεται με διαβήτη και μοιρογνωμόνιο, περισσότερο αποδίδει μια συνθήκη, μια πνευματική κατάσταση και μια περιρρέουσα αίσθηση υπαρξιακής απόγνωσης και απορίας, παρά εξιστορεί κατά γράμμα τα εφιαλτικά γεγονότα που ακολούθησαν το ατύχημα της 26ης Απριλίου 1986.

Και κατορθώνει, μέσα από μια ατμόσφαιρα πηχτή και αδιαπέραστη, όπου κυριαρχεί μια αναπόδραστη θλίψη, να μετατρέψει ένα ιστορικό γεγονός σε άξονα της πιο δυσοίωνης δυστοπίας. Ένα αληθινό ατύχημα και μια υπαρκτή καταστροφή πυροδοτούν όχι ακριβώς την αναπόληση μιας φρίκης, αλλά ένα ανοίκειο αίσθημα απειλής και επαπειλούμενης συμφοράς. Λες και όσα βλέπουμε επί της οθόνης δεν ανατρέχουν σε πραγματικά γεγονότα, αλλά καθρεφτίζουν τους πιο μύχιους και ανομολόγητους φόβους μας.

To Chernobyl χτίζει μια ατμόσφαιρα ρετρό επιστημονικής φαντασίας, φλερτάρει με το κατασκοπικό φιλμ νουάρ, διαθέτει στοιχεία δικαστικού δράματος, ξεδιπλώνει τη δράση του ως αστυνομικό μυστήριο σε συσκευασία ταινίας καταστροφής, αλλά το βασικό του ατού έγκειται στη θαυμαστή του εγκράτεια.

Διότι αρνείται να υποκύψει, παρά σε ελάχιστες στιγμές, σε αχρείαστες υπερβολές, επεξηγήσεις και φλυαρίες, μένοντας μακριά από πατενταρισμένα ευχολόγια. Επιπλέον, διαχωρίζει τη θέση του τόσο από την αρκετά συχνή τηλεοπτική γυαλάδα όσο και από τους ρυθμούς που επιβάλλει το binge watching, που τείνει πλέον να υποκαταστήσει (υπόκωφος στεναγμός, σε αυτό το σημείο) τη μυσταγωγία της κινηματογραφικής θέασης.

O σεναριογράφος Craig Mazin και ο σκηνοθέτης Johan Renck δεν καταφεύγουν στον καταιγισμό πληροφοριών ή στον υπέρμετρο βομβαρδισμό με βιβλικές εικόνες φρίκης, προτιμώντας να αφήσουν τα ηνία στη σιωπή του τρόμου, στην αμφιβολία απέναντι στα αδιανόητο που μοιάζει με αιωνιότητα, στις μικρές και αθέατες στιγμές παράπλευρης τραγωδίας, στην τραγική άγνοια που εγκυμονεί θάνατο και βαρβαρότητα.

Προσέξτε, παραδείγματος χάριν, πώς στα δύο πρώτα επεισόδια ο ανατιναγμένος αντιδραστήρας λειτουργεί σαν τέρας με βούληση και ορμή, που βρυχάται σε απόσταση αναπνοής χωρίς ποτέ να γίνεται απευθείας και άμεσα ορατό.

Προσέξτε, επίσης, πόσο εύγλωττα και ολοκληρωτικά αναδύεται μια αίσθηση βασανιστικής απελπισίας στα βλέμματα, στις σιωπές και στα ανείπωτα: α) στη σταδιακή υποψία τρόμου των πυροσβεστών ότι κάτι ακατανόητα θανατερό πλανιέται στον αέρα, β) στην ανατριχιαστική αποδοχή του μοιραίου από τους εργαζόμενους στον αντιδραστήρα, γ) στην αμήχανη αφέλεια των κατοίκων που αγναντεύουν το γοητευτικό θέαμα του ουρανού που τυλίγεται στις φλόγες, πιστεύοντας -σε μια αποθέωση της πένθιμης ειρωνείας- πως βρίσκονται σε δέουσα απόσταση ασφαλείας, δ) στη σπαρακτική εμβόλιμη ιστορία των στρατιωτών που εκτελούν τα μολυσμένα κατοικίδια, όπου αποτυπώνεται με θαυμαστή λιτότητα η παράνοια μιας γενικευμένης τραγωδίας, ε) στη βουβή δύναμη των σεκάνς της εκκένωσης, θαρρείς και η ζωή έχει πλέον σταλεί σε αιφνίδια εξορία.

Το Chernobyl, φυσικά, χρωστά μεγάλο ποσοστό της γοητείας του στο ότι συλλαμβάνει τον υποδόριο παλμό της εποχής, με τρόπο που υπερβαίνει τη διακοσμητική βιτρίνα μιας καρτποσταλικής ανασύστασης. Χωρίς περιττές φανφάρες, βυθιζόμαστε στα πνιγηρά γραφειοκρατικά άδυτα μιας υπερδύναμης που ψυχορραγεί ακατάσχετα και αρνείται να αποδεχτεί πως μόλις έχει δεχτεί τη χαριστική βολή.

Σε αυτό το ψυχροπολεμικό σύμπαν απόλυτου παραλογισμού, οι εντυπώσεις είναι σημαντικότερες από οποιαδήποτε πραγματική απειλή. Κι η αλήθεια -ορφανή, μόνη και ξεχασμένη- ξάφνου μοιάζει πέρα για πέρα α-νόητη, με την ετυμολογική έννοια του όρου. Διότι το μόνο στρεβλό και νοσηρό νόημα που μπορεί να υπάρξει συμπυκνώνεται στην πάση θυσία διατήρηση μιας ψευδούς υπόνοιας ισχύος, μεγαλείου και ασφάλειας.

Το Chernobyl, αγγίζοντας τις πιο βαθιές χορδές ενός κόσμου όπου κυριαρχούν ο εκφοβισμός, οι σκοτεινοί υπαινιγμοί και μια αφανέρωτη παράνοια, απεικονίζει τους βασικούς ενόχους μιας αδιανόητης τραγωδίας να προσπαθούν να πείσουν ακόμη την ύστατη στιγμή τους εαυτούς τους ότι το άσπρο μπορεί κάλλιστα να γίνει μαύρο. Διότι σε αυτό το σύμπαν προδιαγεγραμμένου σκοπού, για οποιαδήποτε απόκλιση υπάρχουν δύο μόνο λύσεις: η αυτόματη αναίρεση ή η παραδειγματική τιμωρία.

Επενδύοντας μαεστρικά σε αυτό το υπόστρωμα μόνιμης ομίχλης, το Chernobyl έχει πλέον τη δυνατότητα να στήσει τον δεύτερο πυλώνα του: τη μεγαλειώδη έννοια και φύση της θυσίας. Της θυσίας καθημερινών και απλών ανθρώπων και όχι καθ’ έξη και κατ΄ επάγγελμα ηρώων, που ξεπερνούν τα κάθε είδους όρια, απ’ όπου κι αν επιβάλλονται. Της θυσίας που, σε αντίθεση με τις συνηθισμένες βαρύγδουπες απεικονίσεις, αποφασίζεται κατά κανόνα αυτοστιγμεί, σιωπηλά, χωρίς προειδοποίηση και προλόγους, και δίχως δίχτυ ασφαλείας.

Φυσικά, βασικά άξονες της πλοκής είναι οι εξαιρετικά δομημένοι, σύνθετοι και πέρα για πέρα χειροπιαστοί βασικοί χαρακτήρες, οι υπέροχοι οι Τζάρεντ Χάρις και Στέλαν Σκάρσγκαρντ,  που αλληλοσυμπληρώνονται μέσα από τις αντιθέσεις τους και ισορροπούν ανάμεσα στην ακεραιότητα του καθήκοντος και στην ενοχή, ανάμεσα στον δισταγμό και τη γενναιότητα. Αντιθέτως, ο χαρακτήρας της Έμιλι Γουότσον είναι μάλλον άχαρος και σχεδόν ενοχλητικά μονοκόμματος, γεγονός μάλλον αναμενόμενο καθότι είναι και ο μόνος που αποτελεί προϊόν επινόησης.

Σε μια ανύποπτη στιγμή, στο δεύτερο επεισόδιο, στην καταθλιπτική μπάρα ενός ξενοδοχείου που μοιάζει να φιλοξενεί φαντάσματα, όλα όσα πρέπει να γνωρίζουμε έχουν ήδη ειπωθεί. Με ελάχιστα λόγια και τα πλέον στοιχειώδη βλέμματα. Την πρώτη στιγμή που ο Δρ. Βαλερί Λεγκάσοφ θα υποκύψει στα ψέματα του καθησυχασμού, από ουρανοκατέβατος φιλοξενούμενος σε μια τραγωδία, γίνεται πλέον αναπόσπαστο κομμάτι της…




Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Back to Top ↑