Locke

Σκηνοθεσία: Στίβεν Νάιτ

Παίζουν: Τομ Χάρντι

Διάρκεια: 85’

Ένας και μόνο άντρας. Μόνος του από την αρχή ως το τέλος. Ένας αγώνας για την επιβίωση, σωματική, ίσως και ψυχική ή μάλλον και τα δύο μαζί. Ένας χώρος που περιορίζει και προσδιορίζει τόσο τον άνθρωπο όσο και τη μάχη που αυτός δίνει με πείσμα. Είναι κάπως υπερβολικό να ισχυριστεί κανείς πως έχει γίνει της μόδας, αλλά σίγουρα το παραπάνω μοτίβο τείνει να εμφανίζεται τα τελευταία χρόνια στη σκοτεινή αίθουσα. Το Buried (2010) του Ροντρίγκο Κορτές εκτυλίσσεται εξ ολοκλήρου μέσα σε ένα ξύλινο φέρετρο, από το οποίο ο Ράιαν Ρέινολντς προσπαθεί απεγνωσμένα να διαφύγει, έχοντας στη διάθεσή του μονάχα ένα κινητό τηλέφωνο με περιορισμένη μπαταρία. Στο All Is Lost (2013) του Τζέι Σι Τσάντορ, ο υπέροχος Ρόμπερτ Ρέντφορντ δίνει ένα απελπισμένο μοναχικό αγώνα απέναντι στον ωκεανό, την πείνα και τη δίψα, αρχικά στο ιστιοφόρο του και έπειτα, σε μια σωσίβια λέμβο.

Στο Locke του Στίβεν Νάιτ, ο ζωτικός χώρος δεν είναι τόσο ασφυκτικός όσο τα έγκατα της γης που σφιχταγκαλιάζουν ένα φέρετρο. Αντιστοίχως, ούτε τόσο απέραντος όσο ο ωκεανός που περιβάλλει από παντού ένα πλεούμενο. Ο Τομ Χάρντι μπαίνει στο αμάξι του και ξεκινά να οδηγεί, επί της ουσίας σε μία διαδρομή χωρίς επιστροφή. Διότι μετά το πέρας αυτής, τίποτα δεν θα είναι ίδιο στη ζωή του, σε κανένα σημαντικό τομέα. Το αυτοκίνητο δεν είναι πλέον η δίοδος προς την ελευθερία και την αποδέσμευση. Το αυτοκίνητο είναι η προέκταση του κόσμου του κεντρικού ήρωα και μάλιστα, στην πιο πιεστική του μορφή. Κουβαλά όλα του τα άγχη, όλες τις εκκρεμότητες. Όλα τα προβλήματα που γεννά η αναπάντεχη τροπή των πραγμάτων. Το αυτοκίνητο και ο οδηγός του έχουν ένα συνεχή ανοιχτό δίαυλο επικοινωνίας με τον έξω κόσμο. Δεν προσπαθούν να του ξεφύγουν, αντιθέτως βυθίζονται μέσα του. Σε καμία των περιπτώσεων, δεν έχουμε να κάνουμε με κάποιον ξέγνοιαστο καβαλάρη, το κάθε άλλο μάλιστα. Ο Άιβαν Λοκ έχει αποφασίσει να διορθώσει τα πράγματα. Με ψυχραιμία και αποφασιστικότητα και βάσει σχεδίου. Κι εμείς γινόμαστε κοινωνοί του σχεδίου αυτού σε real time.

Αν περιμένετε κάποια κλειστοφοβική ατμόσφαιρα και μία αυστηρά περιοριστική δομή, θα ξαφνιαστείτε. Παρόλο που ποτέ δεν θα ξεμυτίσουμε από το αμάξι, δεν θα νιώσουμε ποτέ ως απρόσιτο φρούριο. Πέρα από την προφανή παρεμβολή των συνεχόμενων «εξωτερικών» τηλεφωνικών συνομιλιών, υπάρχουν κι άλλα στοιχεία που συντελούν σε αυτή την αίσθηση. Οι πάμπολλες γωνίες λήψης από τις οποίες παρατηρούμε τον οδηγό. Οι συνεχείς παραμορφώσεις της εικόνας από τα φώτα των αμαξιών, των πινακίδων και των φαναριών. Η οθόνη με τα καταχωρημένα ονόματα και ο ήχος των κλήσεων. Οι ζεστές χρωματικές και φωτιστικές αντιθέσεις.  Μία κατάσταση ολίγον υπνωτική, στην ανοιχτωσιά των βρετανικών αυτοκινητόδρομων. Ο Στίβεν Νάιτ (σεναριογράφος του Dirty Pretty Things του Στίβεν Φρίαρς και του Eastern Promises του Ντέιβιντ Κρόνενμπεργκ) δεν έχει, λοιπόν, κατά νου κάτι ταινία ασφυκτικού χώρου ή ένα θεατρογενές road movie. Και δυστυχώς, πατάει σε συμβολισμούς πολύ περισσότερο προφανείς απ’ όσο θα θέλαμε, σε μία πορεία καταβύθισης που δεν μας παρασέρνει στον βυθό.

Βασικό όπλο στα χέρια του Νάιτ, ο Τομ Χάρντι, ο οποίος ερμηνεύει από τη μέση και πάνω, χωρίς καλά καλά να κινείται. Ερμηνεύει με το σήκωμα των μανικιών, με το φύσημα της μύτης, με τους αναστεναγμούς του. Με τα προσεγμένα ξεσπάσματά του, στα οποία δεν κάνει κατάχρηση. Με το βλέμμα πληγωμένου θεριού, αποφασισμένου να τραβήξει το πράγμα ως τα άκρα. Πάνω απ’ όλα, με την μπάσα και βαθιά φωνή του που μοιάζει να κρατά αυτή το τιμόνι. Ο Τομ Χάρντι προσπαθεί τα μάλα να προστατεύσει την ταινία και την προφυλάξει από το να δείχνει ένα εξυπνακίστικο κινηματογραφικό τερτίπι. Δεν αρκεί, όμως, για να βγάλει το Locke από τα αδιέξοδα στα οποία εκγλωβίζεται. Διότι αφενός το υπόβαθρο του βασικού χαρακτήρα είναι μάλλον υπερβολικά clean cut, αφετέρου το αρχικό σεναριακό εύρημα φαντάζει κάποιες στιγμές πάρα πολύ χλιαρό. Συν τοις άλλοις, ο υπαρξιακός πόνος του Άιβαν Λοκ, ενώ διατείνεται πως είναι υπερβατικός, δεν διαθέτει την απαραίτητη λυρικότητα στην ταυτότητά του. Όπως και να έχει όμως, είναι πάρα πολύ δύσκολο να πεις όχι σε αυτή τη μακρά βόλτα με τον Τομ Χάρντι, τον οποίο θα άκουγα άνετα για 85 λεπτά να μιλάει για το οτιδήποτε, ακόμη και για το τι έχει να αγοράσει από το σούπερ μάρκετ. Αν και το μεγαλύτερο ενδιαφέρον μάλλον κρύβεται στην ολότελα αβέβαιη επιστροφή που δεν θα δούμε ποτέ…




Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Back to Top ↑