Shame

Σκηνοθεσία: Στιβ Μακ Κουίν

Παίζουν: Μάικλ Φασμπέντερ, Κάρεϊ Μάλιγκαν

Διάρκεια: 99’

Ας ξεκινήσουμε λίγο αντίστροφα αυτή τη φορά, φτάνοντας από το επιμέρους στο γενικό. Προτού πούμε οτιδήποτε άλλο, ας σταθούμε σε δύο στιγμιότυπα της ταινίας, που λειτουργούν ως μικροί κινηματογραφικοί οργασμοί. Αρχικά, στη σκηνή του ραντεβού στο εστιατόριο. Απολαύστε το πώς αλληλεπιδρά η καθωσπρέπει φορτική περιποίηση του σερβιτόρου με την αμηχανία και το άγχος του ήρωα (που νιώθει για πρώτη φορά κάτι βαθύτερο για τον άνθρωπο απέναντί του και προσπαθεί ασυναίσθητα να σκοτώσει αυτό το συναίσθημα), προοικονομώντας την επερχόμενη αποτυχία, την αδυναμία λύτρωσης και την απουσία προοπτικής.

Για το δεύτερο ενσταντανέ, ας ανατρέξουμε στον Γκοντάρ, οποίος είχε αποφανθεί (με το γνωστό ύφος του παντογνώστη, αλλά αυτό είναι μια άλλη ιστορία) πως το τράβελινγκ είναι ζήτημα ηθικής στάσης. Ανεξάρτητα από το αν είχε δίκιο ο Ζαν-Λυκ, στην εκπληκτική σκηνή του Shame (2011), με το μοναχικό τρέξιμο του Μάικλ Φασμπέντερ, το τράβελινγκ σίγουρα λειτουργεί ως εργαλείο ψυχαναλυτικής ανατομίας. Αυτό το αγχωμένο βραδινό τζόγκινγκ, στην καρδιά μιας αφιλόξενης πόλης, μας λέει τα πάντα, χωρίς να ψελλίσει ούτε μια κουβέντα: για την υπόκωφη οργή, την ένταση που δεν λέει να καταλαγιάσει, την αυτολύπηση που μακιγιάρεται ως ψεύτικη αυταρέσκεια.

Ο τίτλος, μονολεκτικός και περιεκτικός, αποτυπώνει την κινητήριο δύναμη: ο κεντρικός ήρωας κατακλύζεται από Ντροπή για αυτό που είναι, αλλά κυρίως για αυτό που δεν είναι, για αυτό που δεν νιώθει, για αυτό που δεν προσπαθεί να γίνει. Μία ντροπή διαφορετική από τις άλλες, που πασχίζει να βρει το γιατρικό εκεί ακριβώς όπου θα περίμενε κανείς να συναντά την κορύφωσή της. Το σεξ, σε όλες τις πιθανές και απίθανες μορφές του, μεταμορφώνεται σε ανεπαρκές υποκατάστατο του εσωτερικού πόνου, σαν ένα πρόχειρο μπάλωμα του κενού, το μόνο που έχει μείνει ως διαθέσιμη επιλογή. Σε μία ταινία ξεκάθαρα “ανδρική”, αλλά σε κανένα σημείο φαλλοκρατική, το βλέμμα της κάμερας κοντοστέκεται στην ένδειξη Men στις ανδρικές τουαλέτες.

Τι ζητάει ο σύγχρονος πολιτισμός  από το αρσενικό; Πότε και πώς επιτελεί τον ρόλο του;  Η φαντασίωση του επιβήτορα και ο μύθος του (μεταφορικού και κυριολεκτικού) πορθητή έχουν πλέον ξεφτίσει και ευελιστεί. Ο ήρωας του Μάικλ Φασμπέντερ, αυτάρεσκος και ανασφαλής, πνιγμένος από το αίσθημα μιας ακαθόριστης ενοχής, περιφέρει την ανεπάρκειά του από κορμί σε κορμί. Σε αντίστροφη αναλογία με το Hunger, το σώμα εξαϋλώνεται και πάλι, αλλά με διαφορετικό τρόπο αυτή τη φορά. Ξοδεύεται μέχρι να μείνει τελείως άδειο και από όπλο που υπηρετεί υψηλά ιδανικά, τώρα μετατρέπεται σε τελευταία γραμμή άμυνας απέναντι σε οποιαδήποτε ευαισθησία.

Το μουσικό υπόβαθρο της ταινίας, διακριτικό αλλά διαπεραστικό, σαν βόμβος που κουδουνίζει στο κεφάλι μας, σιγοντάρει τη σύγχυση, επιτείνοντας την αίσθηση ότι έχουμε εισέλθει σε μια αμήχανη εποχή που έχει αγκαλιάσει το κενό, που έχει αποχαρακτηρίσει μέχρι και την αποξένωση. Τίποτα το σπαρακτικό δεν εντοπίζεται πλέον στην ανθρώπινη μοναξιά, η οποία λειτουργεί περισσότερο ως ασφαλές καταφύγιο απέναντι στη ζωή, παρά ως ανομολόγητος φόβος. Σε αυτή τη συνθήκη χυδαίας ιδιώτευσης, μια απρογραμμάτιστη εισβολή ζεστασιάς και ενδιαφέροντος όχι μόνο δεν είναι καλοδεχούμενη, αλλά γίνεται αντιληπτή ως απειλή. Η αδερφή του ήρωα ξυπνά μέσα του την απόλυτη συνειδητοποίηση της ξοδεμένης του ζωής.

Η διαδοχή των κοντινών πλάνων όταν η Κάρεϊ Μάλιγκαν τραγουδά την καταπληκτική διασκευή του New York, New York μάς βοηθά να αντιληφθούμε τα πάντα, δίχως να έχουμε ανάγκη από την παραμικρή εξήγηση. Ο θριαμβευτικός τόνος του τραγουδιού, με την κλασική (ψευδ)αίσθηση νίκης που γνωρίζαμε, πάει περίπατο, καθώς μετατρέπεται σε μια χαμηλόφωνη παραδοχής ήττας και αποτυχίας. If I can make it there, I can make it anywhere. Όχι πια, τα όνειρα θρυμματίστηκαν, I can make it nowhere θα ήταν ο σωστός στίχος. Το παρελθόν είναι εμφανώς σκοτεινό και επώδυνο, γεμάτο ανοιχτές πληγές που δεν θα κλείσουν ποτέ, ευτυχώς όμως δεν θα φορτωθούμε με αχρείαστες πληροφορίες και περιττές επεξηγήσεις. Ό,τι καταλάβαμε, καταλάβαμε και το κοντέρ μηδενίζει.

Shame 2

Η μητρόπόλη είναι φυσικά συμμέτοχη στο δράμα, ως ένας τόπος μαζικής συνάθροισης, αλλά μηδενικής επαφής. Ο τόπος γίνειται ο χάρτης του κενού και οι γυάλινες επιφάνειες αφήνουν κάθε είδους γύμνια να ξεχυθεί. Σε ένα ατελείωτο απόκοσμο σούρουπο, λες και ο ήλιος είναι πλέον φτιαγμένος από γραφίτη, ο ΜακΚουίν δεν επιτρέπει ούτε ένα πλάνο με καθησυχαστικό φως ζεστασιάς. Η θέα είναι πάντα εντυπωσιακή, αλλά ποτέ δεν ηρεμεί το μάτι, διότι δεν προσφέρει το παραμικρό σημείο αναφοράς ή ολοκλήρωσης. Ο τόπος είναι ξένος προς τους ανθρώπους, ένα αναγκαίο ντεκόρ που δεν γίνεται ποτέ οικείο. Η εργασία του ήρωα είναι επίσης ακαθόριστη και θολή, σίγουρα προσοδοφόρα, αλλά πέρα για πέρα απρόσωπη, μια μηχανιστική επανάληψη που δεν μπορεί να προσφέρει ούτε ένα αποκούμπι πάθους ή συναισθηματικής εμπλοκής.

Το Shame δεν είναι σε καμία περίπτωση απρόσβλητο από ψεγάδια και ενστάσεις. Μια κάποια ηθικολογία τρυπώνει από την πίσω πόρτα, σε πολλές στιγμές το στιλπνό ύφος του ΜακΚουίν αγγίζει τα όρια της σκόπιμης επιτήδευσης, ενώ το –εύλογα και εύστοχα αιωρούμενο στην αβεβαιότητα– φινάλε μοιάζει να στριμώχνει κάπως βεβιασμένα τα νοήματα που έχουν προηγηθεί, δίνοντας έναν αχρείαστα διλημματικό τόνο. Και πάλι, όμως, όταν έχουν προηγηθεί τόσες στρώσεις γοητείας, μπορείς να κάνεις τα στραβά μάτια στις φάλτσες πινελιές.




Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Back to Top ↑