Reviews The Bridge on the River Kwai

6 Αυγούστου 2020 |

0

The Bridge on the River Kwai

Σκηνοθεσία: Ντέιβιντ Λιν

Παίζουν: Άλεκ Γκίνες, Γουίλιαμ Χόλντεν, Σέσουε Χαγιακάουα, Τζακ Χόκινς

Διάρκεια: 161’

«Τρέλατρέλατρέλα…», οι τρεις στερνές και ξέπνοες λέξεις που ακούγονται από χείλη απορημένα και έκπληκτα. Αμέσως μετά, η κάμερα θα αποτραβηχτεί βιαστικά και θα δραπετεύσει στον ουρανό, αποκαλύπτοντας ένα σκηνικό θανάτου και ρημαδιού. Τρεις επαναλήψεις της ίδιας λέξης, σαν ένα σφυρί που καρφώνει μια αποκαρδιωτική παραίτηση, οι οποίες συνοψίζουν με τον πιο απλό και εμφατικό τρόπο την ψυχή της ταινίας. Διότι Η Γέφυρα του Ποταμού Κβάι (1957), πέρα από ένα μικρό θαύμα τονικότητας, κατασκευής, ερμηνειών και τέμπο, πέρα από μια λεπτολογική σπουδή στη μεταφυσική σημασία της (κινηματογραφικής και όχι μόνο) λεπτομέρειας, είναι υπεράνω όλων μια ταινία για την ατόφια παράνοια του πολέμου.

Η παράνοια αυτή είναι (φυσικά) τόσο οφθαλμοφανής και αυταπόδεικτη όταν στέκεται κανείς πάνω από τις στάχτες και τα αποκαΐδια του πολέμου, μετρώντας τον ηρωισμό με ταφόπλακες, που σχεδόν καταλήγει να τη σκαπουλάρει: παραχωρεί τη θέση της σε ευχολόγια ειρήνης και λογικής και αποσύρεται στις σκιές γνωρίζοντας ότι πολύ σύντομα θα την αποζητήσει ξανά η ανθρώπινη μωρία.

Σε αντίθεση με τις περισσότερες (αντι)πολεμικές ταινίες, η Γέφυρα κοντοστέκεται και εμβαθύνει στους χαρακτήρες της σε σημείο που ανά στιγμές ξεχνά κανείς το περιρρέον πλαίσιο αναφοράς. Μετά από κάποιο σημείο, είναι σχεδόν δυσδιάκριτο το ποιοι είναι εχθροί, σε ποιον πόλεμο έχουν βρεθεί αντιμέτωποι και ποιο μπορεί να είναι το διακύβευμα της νίκης ή της ήττας. Μετά από λίγο, καθώς το κουβάρι της τρέλας ξετυλίγεται, το μικρόβιο της εμμονής σιγοτρώει και διαβρώνει το ανθρώπινο μυαλό.

Το The Bridge on the River Kwai αντλεί έμπνευση από αληθινά ιστορικά γεγονότα, καθώς είναι βασισμένο στο (σχεδόν) ομότιτλο και κατά κύριο λόγο αυτοβιογραφικό βιβλίο (1952) του Γάλλου συγγραφέα Πιερ Μπουλ (ο λογοτεχνικός τίτλος, σε αρμονία με τον πρωτότυπο γαλλικό, είναι The Bridge over the River Kwai). Ο Μπουλ είχε βιώσει δύο φρικιαστικά χρόνια ως αιχμάλωτος πολέμου του ιαπωνικού στρατού, καθώς συμμετείχε στα καταναγκαστικά έργα κατασκευής της σιδηροδρομικής γραμμής της Μπούρμα, γνωστής με το εύγλωττο προσωνύμιο “Death Railway”.

Μάλιστα, η ταινία βρέθηκε κι η ίδια αντιμέτωπη με μια άλλη μορφή παράκρουσης, αυτή της λογοκρισίας, καθώς οι δύο σεναριογράφοι της, Καρλ Φόρμαν και Μάικλ Γουίλσον (δεν εργάστηκαν συνδυαστικά πάντως, ο δεύτερος έκανε μερεμέτια στον σκελετό του πρώτου) ήταν καταχωρημένοι στη διαβόητη «Μαύρη Λίστα» του Μακαρθισμού.

Ως εκ τούτου, όταν η ταινία βραβεύτηκε με το Όσκαρ Διασκευασμένου Σεναρίου, το βραβείο παρέλαβε ο Πιερ Μπουλ, παρά την πιπεράτη λεπτομέρεια ότι δεν γνώριζε γρι αγγλικά (εντούτοις, θεωρήθηκε ολότελα φυσιολογικό να γράψει ένα ολόκληρο σενάριο στην αγγλική). Το 1984, έξι χρόνια μετά τον θάνατο του Γουίλσον και λίγους μήνες αφότου είχε αποβιώσει και ο Φόρμαν, το αγαλματίδιο απονεμήθηκε στους δύο δικαιωματικούς κατόχους του, οι οποίοι όμως δεν βρίσκονταν εν ζωή για να το χαρούν. Ο κλαυσίγελως που μπορεί να προκαλέσει η λοβοτομημένη διαδικασία της λογοκρισίας πράγματι διαθέτει ορισμένες εκλεκτικές συγγένειες με τον ακραίο παραλογισμό που κυριαρχεί και στην ίδια την ταινία.

Το κινητήριο καύσιμο για την bigger life ιλαροτραγωδία στην ταινία του σπουδαίου Ντέιβιντ Λιν είναι μια ανελέητη μετωπική σύγκρουση ανάμεσα σε δύο ορκισμένους εχθρούς, οι οποίοι κατά βάση υπερασπίζονται τις ίδιες ακριβώς αξίες και μοιράζονται κοινές ιδεοληψίες. Τη θρησκευτική προσήλωση σε ένα τελετουργικό κώδικα, την πάση θυσία τέλεση του καθήκοντος τους έχει ανατεθεί, τη μέχρις εσχάτων προάσπιση του γοήτρου. Πολύ σύντομα, όμως, αρχίζει να διαφαίνεται πως τα σύμβολα μοιάζουν με άπλυτα που έχουν κουβαριαστεί σε στοίβες. Ο κώδικας αξιών μετατρέπεται σε αδειανό κέλυφος από φαντασιόπληκτες αερολογίες, η έννοια του καθήκοντος έχει απογυμνωθεί από κάθε ιδεώδες, η αναμέτρηση με έπαθλο το πρεστίζ δίνεται σε ένα αξιοθρήνητο τερέν με ξεψυχισμένους θεατές.

Ο Συνταγματάρχης Νίκολσον (Άλεκ Γκίνες) και ο Συνταγματάρχης Σάιτο (Σέσουε Χαγιακάουα) είναι οι δύο όψεις του ίδιου δύσκαμπτου νομίσματος. Ο πρώτος έχει υποτάξει κάθε άλλη πτυχή της ύπαρξής του στην ευλαβική δέσμευση απέναντι στον στρατό (ακροβατώντας ανάμεσα στην περηφάνια και στην πίκρα αναφέρει ότι οι μέρες του στον στρατό υπερβαίνουν τον χρόνο που έχει περάσει με την οικογένειά του), ενώ ο δεύτερος μοιάζει εγκλωβισμένος σε παραδόσεις αρχέγονες και καταπιεστικές, οι οποίες στραγγαλίζουν τα προσωπικά του βιώματα και ένστικτα (είναι σπουδαγμένος στην Αγγλία και μάλλον εμποτισμένος με δυτικότροπα γούστα).

Η γέφυρα, λοιπόν, που πρέπει να κατασκευαστεί από τους Βρετανούς αιχμαλώτους για να διευκολύνει τις γραμμές ανεφοδιασμού του ιαπωνικού στρατού, μετατρέπεται σταδιακά από καταναγκαστικό έργο σε σύμβολο μιας κατά φαντασίαν αίγλης, επιμονής και υπεροχής. Ο αιχμάλωτος συνταγματάρχης καταλήγει να διορθώνει τα αρχικά σχέδια κατασκευής και να προσφέρει κάθε ικμάδα της τεχνογνωσίας του για ένα έργο που θα βοηθήσει έμπρακτα τον εχθρό, ξεθεώνοντας τους άνδρες του τόσο σωματικά όσο και ψυχικά στον βωμό μιας πλανεμένης περηφάνιας.

Την ίδια στιγμή, ο Ιάπωνας συνταγματάρχης συντρίβεται υπό το βάρος μιας αντιφατικής παράκρουσης: ενώ πρέπει πάση θυσία να ολοκληρώσει το έργο εγκαίρως, αδυνατεί να αποδεχτεί πως ο αντίπαλός του είναι πιο καταρτισμένος και αποτελεσματικός από τον ίδιο. Η δαμόκλειος λεπίδα του χαρακίρι καραδοκεί, σε ένα προσωπικό ταξίδι μάταιης και άσκοπης συντριβής.

Ο Ντέιβιντ Λιν, λίγο προτού χωρέσει ωκεανούς ολόκληρους σε μπουκάλια (οι δύο επόμενες ταινίες του, στα 60s, δεν είναι άλλες από το Lawrence of Arabia και το Doctor Zhivago) συνδυάζει τον επικό τόνο με μία πιο διεισδυτική ανθρωποκεντρική προσέγγιση. Και κατορθώνει να απελευθερώσει έναν πολύ υπόκωφο σπαραγμό, εμπλουτισμένο με την κατάλληλη δοσολογία φαιδρότητας, η οποία ταιριάζει γάντι στην απονενοημένη συνθήκη του πολέμου. Ενώ λοιπόν οι άνθρωποι εύλογα αγκιστρώνονται με λύσσα στην πειθαρχία, και στο καθήκον, ώστε να αντέξουν (και πιθανώς να νοηματοδοτήσουν) τη φρίκη και την παραφροσύνη, ακόμη και αυτό το νοητικό καταφύγιο είναι έτοιμο να τους προδώσει.

Η Γέφυρα του Ποταμού Κβάι, όπως οφείλει και υπόσχεται από την πρώτη στιγμή, είναι διάσπαρτη από στιγμές ανθολογίας που μοιράζουν αφειδώς δέος και χτίζουν τον μύθο της. Αρχικά, η εναρκτήρια σκηνή της Colonel Bogey March, πέρα από το σχεδόν ενστικτώδες δέος που προκαλεί το αξέχαστο ρυθμικό σφύριγμα, μάς συστήνει λεπτομερώς, με σχεδόν μηδενικά λόγια, όχι μόνο τους κεντρικούς χαρακτήρες, αλλά και το γενικότερο πλαίσιο αναφοράς (αθέατη λεπτομέρεια ο ιθαγενής που είναι επιφορτισμένος με τον ιστό της γιαπωνέζικης σημαίας, βυθισμένος στη στωικότητα ενός θύματος που υπομένει έναν πόλεμο που δεν τον αφορά καθόλου).

Έπειτα, η καταπληκτική σεκάνς με την έξοδο του Συνταγματάρχη Νίκολσον από το βασανιστήριο του «φούρνου», η οποία σηματοδοτεί τη σταδιακή καταβύθιση στον απόλυτο παραλογισμό. Ο Γκίνες (αντλώντας έμπνευση από τον μικρό γιο του που είχε λίγο καιρό πριν αναρρώσει από πολυομελίτιδα) τρεκλίζει σαν μαριονέτα, έτοιμος να αποσυναρμολογηθεί ανά πάσα στιγμή, θυμίζοντας έντονα Σαρλό (τι άλλο, αν όχι μια ακόμη γελοιοποίηση του πολέμου), προκαλώντας κύματα ενθουσιασμού και απελπισίας. Την ίδια στιγμή που οι συμπατριώτες του Νίκολσον τον αποθεώνουν με ζητωκραυγές, ο Ιάπωνας ομόλογός του βιώνει την προσωπική του ήττα στο πεδίο της στρατιωτικής τιμής.

Σε γενικότερες γραμμές, η Γέφυρα χρωστά τα μάλα στον σπουδαίο Άλεκ Γκίνες όχι γενικά και αόριστα, αλλά συγκεκριμένα επειδή αψήφισε τις οδηγίες του Ντέιβιντ Λιν (με τον οποίο μόνο που δεν πιάστηκαν στα χέρια στη διάρκεια των γυρισμάτων), ο οποίος οραματιζόταν μια πιο αρτηριοσκληρωτική και νερόβραστη εκδοχή του Νίκολσον. Ο Γκίνες, αξιοποιώντας αυτό το μεταιχμιακό μειδίαμα κάπου ανάμεσα στη διαύγεια και στη σχιζοφρένεια, έπλασε έναν ήρωα βγαλμένο από την καρδιά μιας σαιξπηρικής τραγωδίας. “What have I done… What have I done”, θα αναφωνήσει στο φινάλε, και ξαφνικά ο Άμλετ ή ο Βασιλιάς Ληρ φορά στολή συνταγματάρχη και ξεψυχά στη ζούγκλα της Βιρμανίας.




Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Back to Top ↑