Reviews Sideways

25 Φεβρουαρίου 2020 |

0

Sideways

Σκηνοθεσία: Αλεξάντερ Πέιν

Παίζουν: Πολ Τζιαμάτι, Τόμας Χέιντεν Τσερτς, Βιρτζίνα Μάντσεν, Σάντα Ο

Διάρκεια: 126’

Ελληνικός τίτλος: «Πλαγίως»

Έτος παραγωγής: 2004

Το ανέκδοτο βιβλίο που έχει γράψει ο ήρωάς μας φέρει τον ενδεικτικό, αυτοσαρκαστικό και πέρα για πέρα από τη ζωή (του) βγαλμένο τίτλο The Day After Yesterday. Πολύ λογική επιλογή, καθότι έτσι ακριβώς μοιάζει το σήμερα για έναν άνθρωπο σαν τον Μάιλς Ρέιμοντ. Μια άχρονη στιγμή, στην οποία η μίζερη ύπαρξή του τράκαρε μετά από ένα χτες που δεν θέλει να θυμάται. Το ξεκίνημα της ημέρας για τον Μάιλς τοποθετείται συνήθως σε εκείνη την απροσανατόλιστη και μπουρδουκλωμένη ώρα: το απόγευμα που μοιάζει με πρωί, ίδιον κάθε σεσημασμένα μεθυσμένης ψυχής.

Ο Μάιλς ζει σε ένα πλέγμα αυτολύπησης, γκρίνιας που είναι έτοιμη να κορώσει ανά πάσα στιγμή και να μετατραπεί σε καυγά, και συνεχούς άρνησης της πραγματικότητας. Το εδώ και τώρα τον προσπερνούν καθημερινά, διότι κατοικεί στο παρελθόν που του φέρθηκε σκάρτα (όπως διαλαλεί), στο παράπονο, στο μεταίχμιο ενός αφόρητου (για τον ίδιο και τους γύρω του) κυνισμού και μιας κρυφής παιδιάστικης ονειροπόλησης. Ο Μάιλς πιστεύει τόσο έντονα ότι τα πράγματα όφειλαν να είναι καλύτερα που σχεδόν νιώθει πως αν μεμψιμοιρήσει αρκετά, μπορεί και να αλλάξουν ως δια μαγείας.

Α, και μία ακόμη λεπτομέρεια, καθόλου ασήμαντη. Ο Μάιλς, παρότι πίνει σαν να είχε τέσσερα στόματα, αρνείται να αντιμετωπίσει τον εαυτό του ως βαρύ πότη: στο δικό του τεφτέρι, είναι ένας γευσιγνώστης, ένας μύστης της τέχνης του κρασιού, ένας οινόφιλος που είναι σε θέση να ξεχωρίσει λεπτομέρειες και πινελιές απρόσιτες για τον ουρανίσκο ενός άξεστου.

Πράγματι, ακόμη και σε κατάσταση προχωρημένης μέθης, ο Μάιλς μπορεί να ξεχωρίσει το Μερλό που σιχαίνεται από το Πινό που λατρεύει παθολογικά. Αυτό, φυσικά, δεν αναιρεί ότι μπορεί να κατεβάσει στην καθισιά του μια νταμιτζάνα κρασί. Σε αντίθεση, βέβαια, με τα όσα επιτάσσουν τα πασίγνωστα ρητά, ο οίνος ούτε του ευφραίνει την καρδιά ούτε του αποκαλύπτει κάποια βαθύτερη αλήθεια.

Ο Πολ Τζιαμάτι ενσαρκώνει με κάθε του ξέπνοη ανάσα, με κάθε βερμπαλιστικό ξέσπασμα και κοφτό βλέμμα, την ατελείωτη ζοχάδα ενός ανθρώπου που ξοδεύεται και ξοδεύει τη ζωή του μισώντας ή τέλος πάντων οικτίροντας τον εαυτό του. Ο Μάιλς του Τζιαμάτι είναι ένας sore loser που καταλήγει αξιολάτρευτος χωρίς να συντρέχει κανένας από τους συνήθεις λόγους γοητείας. Δεν είναι σκοτεινός, δεν είναι αντιήρωας, δεν είναι στωικός, δεν δίνει κάποιο μάταιο αγώνα, δεν είναι φορέας κάποιας ξεροκέφαλης προσωπικής ηθικής.

Απλούστατα, ο Μάιλς χαρίζει λίγο από το αποκαμωμένο του είναι σε όλους μας. Απενοχοποιεί τη μικρότητα που καμιά φορά (ή και αρκετά συχνά) μας κατακλύζει, δίνει συγχωροχάρτι για την ατολμία μας να κοιτάξουμε μπροστά, για την αδυναμία μας να γραπώσουμε τον χρόνο και να μην τον αφήνουμε να κυλά ασκόπως, αναλωνόμενοι σε επαναλαμβανόμενες ασημαντότητες.

Ο Μάιλς διαθέτει και έναν κολλητό φίλο από τα κολεγιακά χρόνια, τον Τζακ, έναν ξοφλημένο ηθοποιό που βρίσκεται στην κατηφόρα της καριέρας του χωρίς να έχει βρεθεί ποτέ σε κάποια κορυφή. Ο Τζακ πρόκειται να παντρευτεί την επόμενη βδομάδα, όχι ακριβώς παρά τη θέλησή του, αλλά ολίγον τι ερήμην του, γεγονός όχι ασυνήθιστο ούτε ακριβώς σοκαριστικό: αν το καλοσκεφτούμε, είναι μάλλον αμέτρητες οι στιγμές όπου καταλήγουμε φιλοξενούμενοι στην ίδια μας τη ζωή. Ο Μάιλς και ο Τζακ δεν έχουν φαινομενικά τίποτα κοινό, από οποιαδήποτε άποψη, έχουν όμως εκείνο τον αδιόρατο συνδετικό κρίκο που μόνο η μακρινή φιλία μπορεί να σφυρηλατήσει. Γνωρίζονται τόσο καλά και έχουν αγαπηθεί τόσο πολύ στη διαδρομή αυτής της φιλίας που οι διαφορές χαρακτήρα μοιάζουν πλέον διακοσμητικές.

Ο Μάιλς, σαν κάθε μέθυσος που σέβεται τον εαυτό του, κανονίζει ένα εβδομαδιαίας διάρκειας bachelor, το οποίο περιλαμβάνει αμέτρητες οινοφιλικές στάσεις στους καλιφορνέζικους δρόμους του κρασιού. Ως γνωστόν, οποιοσδήποτε εφήμερος ή μακροπρόθεσμος σχεδιασμός στη ζωή ενός ορκισμένου πότη οφείλει να περιλαμβάνει το ποτό, όλα τα υπόλοιπα είναι αφορμές ή εμπόδια, όπως μας έχει ενημερώσει και ο καθ’ ύλην αρμόδιος Κωστής Παπαγιώργης στο Περί μέθης.

Ο Τζακ, από την άλλη, παλεύοντας να ξορκίσει την «ωριμότητα» που κοντοζυγώνει, αφήνεται ολοκληρωτικά στον «ανώριμο» εθισμό του στο σεξ. Και επί της ουσίας αντιστρέφει τη φορά των πραγμάτων, προσφέροντας εκείνος ένα bachelor στον φίλο του. Μόνο που για τον Μάιλς, ο έρωτας, σαρκικός ή φλερτοειδής, μοιάζει περισσότερο με καταναγκαστικά γυμνάσια παρά με αναψυχή. Το αταίριαστο αλλά εν τέλει τόσο ταιριαστό ντουέτο σχεδόν εξυπακούεται ότι θα γνωρίσει τον έρωτα (ψευδιασθησιακό αλλά και ατόφιο, λίγη σημασία έχει ούτως ή άλλως), και οι δύο φίλοι θα βρουν –αβίαστα και ενστικτωδώς, γουλιά με τη γουλιά- την ωριμότητα, την αυτοκριτική, τη χαρά και την απογοήτευση που αναλογεί στον καθένα τους. Το ταξίδι τους δεν είναι ακριβώς μια διαδρομή αυτογνωσίας, αλλά μια θεραπευτική κούρα-εφόδιο για το υπόλοιπο της ζωής τους.

Το Sideways του Αλεξάντερ Πέιν δεν διαθέτει ούτε μία αχρείαστη υποπλοκή, ούτε έναν διακοσμητικό χαρακτήρα (εξαιρετικοί αμφότεροι οι γυναικείοι ρόλοι, ιδίως της Βιρτζίνια Μάντσεν), ούτε μια περιττή στιγμή έκρηξης, ούτε μια σικέ στιγμή περισυλλογής. Και κατορθώνει να προκαλεί μια γλυκιά σύμπλευση, που εκτείνεται από την αβάσταχτη μελαγχολία έως την ζωογόνο αισιοδοξία: σαν όλα τα όμορφα να είναι πίσω και μπροστά μας την ίδια ακριβώς στιγμή. Μέσα από μουρλές παρεξηγήσεις που φαίνονται ολότελα φυσιολογικές, μέσα από απαραίτητες εξηγήσεις που φαντάζουν (και είναι) αδιανόητα γενναίες. Με γλυκιές ανταμοιβές εκεί που δεν το περιμένεις, που κάνουν την καρδιά σου να αναψοκοκκινίζει σαν πρελούδιο μιας γλυκιάς ζάλης.




Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Back to Top ↑