Reviews Straw Dogs

23 Απριλίου 2018 |

0

Straw Dogs

Σκηνοθεσία: Σαμ Πέκινπα

Παίζουν: Ντάστιν Χόφμαν, Σούζαν Τζορτζ

Διάρκεια: 117′

Έτος παραγωγής: 1971

-I don’t know my way home…

-That’s OK, I don’t either...

Εν αρχή ην ο τίτλος. Κι αν τυχόν διαισθάνεστε μια αναντιστοιχία μεταξύ του πρωτότυπου τίτλου Straw Dogs και της ελληνικής απόδοσης του Αδέσποτα σκυλιά, ορθώς την διαισθάνεστε. Διότι το “Straw Dogs” μεταφράζεται κανονικά ως «Αχυρένια σκυλιά», με τον τίτλο να παραπέμπει στη φιλοσοφία του Κινέζου φιλοσόφου Λάο Τσε, και πιο συγκεκριμένα σε ένα εδάφιο του διάσημου έργου Τάο Τε Τσινγκ, το οποίο θεωρείται ως καταστατική πράξη γέννησης του Ταοϊσμού.

«Ο Ουρανός και η Γη είναι άσπλαχνοι και ανηλεείς, χειρίζονται τα μυριάδες πλάσματα σαν αχυρένια σκυλιά. Ο Σοφός είναι άσπλαχνος και ανηλεής, χειρίζεται τα μυριάδες πλάσματα σαν αχυρένια σκυλιά.» Ο δε όρος «αχυρένια σκυλιά» δεν είναι κάποιος ταοϊστικός νεολογισμός, αλλά μια έννοια που διατρέχει την κινεζική φιλοσοφία ανά τους αιώνες, καθώς σχετίζεται με τα ομοιώματα που χρησιμοποιούνταν σε θρησκευτικού τύπου τελετουργίες, ως συμβολικά θύματα προς εξευμενισμό και εξιλέωση των θεών.

Ουδεμία έκπληξη περί του τίτλου, αν το καλοσκεφτούμε, καθώς ο Σαμ Πέκινπα, ίσως ο μεγαλύτερος outsider και απόκληρος του Χόλιγουντ, δεν υπήρξε ποτέ ιδιαίτερα αισιόδοξος. Ούτε ως προς την τελική έκβαση των πραγμάτων και την πολυπόθητη λύτρωση, ούτε αναφορικά με την ανθρώπινη φύση, την οποία ανέκαθεν θεωρούσε έρμαιο και καρυδότσουφλο δυνάμεων και συνθηκών που την υπερβαίνουν. Κινούμενος στα πρότυπα της αρχαίας ελληνικής τραγωδίας, αποστερώντας όμως τους ήρωές από το αποκούμπι της -έστω μερικής- κάθαρσης, ο Πέκινπα τοποθετεί διαρκώς τους ήρωές του σε ένα κόσμο εχθρικό και ανοίκειο, στον οποίο νιώθουν συνεχώς «ξένοι» και αμυνόμενοι. Ο δε περιβάλλων χώρος δεν είναι ποτέ προστατευτικός, γαλήνιος ή απάνεμος. Αντιθέτως, είναι μονίμως εχθρικός, ένα σταθερό πεδίο σύγκρουσης, όπου οι επιλογές είναι μονάχα δύο: η άνιση μάχης, που καταλήγει σε κάποιου είδους αφανισμό (ενίοτε βιολογικό, ενίοτε εσωτερικό – συμβολικό) ή ο συμβιβασμός. Μαντέψτε, λοιπόν, σε ποιον από τους δύο δρόμους καθοδηγεί ο Πέκινπα τους δύσμοιρους ήρωές του…

Το Straw Dogs αποτελεί μεταφορά του μυθιστορήματος The Siege of the Trencher Farm («Η πολιορκία της φάρμας των Τρέντσερ», ελληνιστί), το οποίο γράφτηκε το 1969, δύο χρόνια νωρίτερα από την ταινία δηλαδή, από τον Σκωτσέζο συγγραφέα Γκόρντον Γουίλιαμς. Ο Πέκινπα αλλάζει ελαφρώς την πλοκή του βιβλίου, με ορισμένες μεταβολές που φαντάζουν δευτερεύουσες να ενδύονται με ισχυρό συμβολικό περιεχόμενο. Ο πρωταγωνιστής (που τον υποδύεται ο Ντάστιν Χόφμαν) δεν ονομάζεται πλέον Τζορτζ, αλλά Ντέιβιντ, ενώ αντί για ακαδημαϊκός της αγγλικής γλώσσας, εργάζεται ως θεωρητικός μαθηματικός.

Από τη μια, λοιπόν, το όνομα Ντέιβιντ παραπέμπει εμφατικά στη βιβλική μάχη του Δαβίδ εναντίον του Γολιάθ, ενώ το επάγγελμα του μαθηματικού λειτουργεί ως άτυπος προπομπός του μεγαλύτερου όπλου που διαθέτει αυτός ο Δαβίδ απέναντι στον Γολιάθ και την αγέλη του (οι οποίοι εν τέλει είναι και τα «αχυρένια σκυλιά» του τίτλου): την επιστράτευση της λογικής την ώρα της κρίσης, την υπεροχή του μυαλού έναντι του σώματος, τη στιγμή της τελικής μονομαχίας. Αυτός ακριβώς ο θρίαμβος του ορθολογισμού ενός αστού διανοούμενου, που αποκρυσταλλώνεται μέσα από ένα κρεσέντο «έξυπνης» βίας, απέναντι στην ωμή και ακατέργαστη επιθετικότητα των άξεστων χωρικών, είναι ένα από τα σημεία που ξεσήκωσαν τεράστια πολεμική εναντίον της ταινίας, με τον Πέκινπα να κατηγορείται (βλακωδέστατα, αλλά θα επανέλθουμε σε αυτό λίγο αργότερα) ως ελιτιστής και προβοκάτορας.

Πιάνοντας το νήμα από την αρχή, η δράση της ταινίας τοποθετείται σε ένα χωριό της Κορνουάλης, στην Αγγλία, όπου ο μικροκαμωμένος διοπτροφόρος διανοούμενος Ντέιβιντ Σάμνερ και η σύζυγός του Έιμι (Σούζαν Τζορτζ) έχουν εγκατασταθεί προσωρινά, μετακομίζοντας από τις ΗΠΑ. Ο Ντέιβιντ εκφράζει συνεχώς την απόλυτη ανάγκη του για ηρεμία, προκειμένου να συγκεντρωθεί στην εργασία του, μια ηρεμία την οποία αδυνατεί να βρει στην ταραχώδη πατρίδα του, όπου κυριαρχούν οι εντάσεις, οι διαδηλώσεις και οι απεργίες. Γι’ αυτό τον λόγο (ίσως και όχι μόνο για αυτόν, καθώς υπονοείται ευθύς εξαρχής μια υποδόρια ένταση στη σχέση του ανδρόγυνου), το ζεύγος αποφασίζει να μείνει για ένα χρόνο στον τόπο καταγωγής της Έιμι.

Η γαλήνη, όμως, φαντάζει από την πρώτη κιόλας στιγμή πέρα για πέρα ανέφικτη, καθώς κυοφορείται σχεδόν αυτόματα ένα κλίμα υπόκωφης και συγκεκαλυμμένης βίας. Η επικοινωνία ανάμεσα σε δύο κόσμους ολότελα διαφορετικούς είναι αδύνατη, μπλοκαρισμένη και χαμένη μέσα στην πηχτή πάχνη που καλύπτει την ομιχλώδη Κορνουάλη. Ο Ντέιβιντ, αντίθετα με τα όσα υποστηρίζουν οι βιαστικοί πολέμιοι του Πέκινπα, δεν σκιαγραφείται με διόλου κολακευτικά χρώματα σε αντιδιαστολή με τους ντόπιους νταήδες.

Εγκλωβισμένος σε μια βαθιά ευνουχιστική συνθήκη, αδιανόητα εκνευρισμένος από το γεγονός ότι δεν βρίσκει τρόπο να διοχετεύσει την ανωτερότητα την οποία νιώθει απέναντι στους επαρχιώτες – αντιπάλους, με την ταυτότητα και τον ανδρισμό του να πλήττονται σε καθημερινή βάση, ξεσπά στη σύζυγό του, την οποία φροντίζει να υποτιμά διαρκώς. Ο Ντέιβιντ είναι ένας από τους δύο φορείς μιας σύγκρουσης, την οποία ο φύσει και θέσει πεσιμιστής Πέκινπα θεωρεί προδιαγεγραμμένη, περίπου σαν αυτό-εκπληρούμενη προφητεία.


Η αγέλη των «αχυρένιων σκυλιών» θα οσμιστεί την αίσθηση αδυναμίας και τον φόβο του Ντέιβιντ και, λειτουργώντας αγελαία και σαρκοβόρα, θα αρχίσει να σφίγγει τον κλοιό γύρω του, μέσα από προειδοποιητικές πράξεις βίας που θα οδηγήσουν σε μια ραγδαία κλιμάκωση. Αποκορύφωμα της ασκούμενης βίας, αλλά και της αίσθησης αφόρητης αμηχανίας στην οποία μας υποβάλλει η ταινία, είναι η διάσημη σκηνή βιασμού της Έιμι, η οποία είχε ξεσηκώσει θύελλα αντιδράσεων την εποχή που προβλήθηκε η ταινία στις αίθουσες.

Ο Πέκινπα, ενώ μας προετοιμάζει για μια αναμφισβήτητη επιβολή σωματικής εξουσίας, με σαφή όρια μεταξύ θύτη και θύματος (άρα και με σαφή αντανάκλαση ηθικού και συναισθηματικού φορτίου στα μάτια μας), μεταπηδά αιφνιδίως σε μια αίσθηση βασανιστικού διφορούμενου. Διότι είναι σχεδόν αδύνατον να αποφανθεί κανείς με βεβαιότητα περί του κατά πόσο η Έιμι συναινεί σιωπηλά ή απολαμβάνει ένοχα την επίθεση που δέχεται.

Ο Πέκινπα, έχοντας φροντίσει να παρασύρει τόσο εμάς όσο και όλους τους χαρακτήρες του, σε βαλτώδη και βαθιά νερά, καθιστά ξεκάθαρο ότι δεν υπάρχει σημείο επιστροφής, αφήνοντας μια διαπεραστική κραυγή απαισιοδοξίας για τον ίδιο τον ανθρώπινο πολιτισμό. Η άγρια αυτή κατηφόρα θα κορυφωθεί σε ένα ντελιριακό ξεκαθάρισμα λογαριασμών, σε ένα ντεμαράζ μαχών μιας πολιορκίας, χορογραφημένης σε ρυθμική και τονική εντέλεια. Ο Ντέιβιντ αποκτά βιβλική και επική υπόσταση, κινούμενος μεταξύ του Δαβίδ και του Οδυσσέα που ξεπαστρεύει έναν προς έναν τους μνηστήρες που επιβουλεύονται την ιδιοκτησία και τη σύζυγό του.

Ενεργοποιώντας κάθε ικμάδα του μυαλού του, μετατρέπει τον χώρο και τα αντικείμενα σε θανάσιμα όπλα και ξεσπά με λύσσα και μανία στους εχθρούς του, βρίσκοντας επιτέλους τον τρόπο να διατρανώσει την υπεροχή του. Γίνεται, επιτέλους, ο «Σοφός» του Λάο Τσε που φέρεται στα «μυριάδες πλάσματα» σαν «αχυρένια σκυλιά». Όπως δηλώσαμε, όμως, ευθύς εξαρχής, οι πεκινπαϊκές τραγωδίες είναι ημιτελείς, ακρωτηριασμένες και λειψές. Διότι τους λείπει η κάθαρση. Τέσσερα μόλις χρόνια μετά τον Πρωτάρη, ο Χόφμαν φιγουράρει σε ένα ακόμη τελικό πλάνο αβάσταχτης αβεβαιότητας και δυσοίωνου μέλλοντος. Το μόνο που έχει απομείνει είναι η ομίχλη και το σκοτάδι και ο δρόμος για το σπίτι είναι πλέον όχι απλώς μακρινός, αλλά πέρα για πέρα άγνωστος…




Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Back to Top ↑
  • Γιώργος Παπαδημητρίου

  • Cinedogs Supporters

  • Cinedogs Opinions

    Η κορυφαία ερμηνευτική στιγμή του αγαπημένου Χοακίν Φίνιξ μέχρι σήμερα;
  • FB Cinedogs

  • Latest Posts