Ghost Dog: The Way of the Samurai

Σκηνοθεσία: Τζιμ Τζάρμους

Παίζουν: Φόρεστ Γουίτακερ

Διάρκεια: 110′

«The Way of the Samurai is found in death. Meditation on inevitable death should be performed daily. (…) And every day, without fail, one should consider himself as dead. This is the substance of the Way of the Samurai. »

Ο Ghost Dog είναι ένας μαύρος πληρωμένος δολοφόνος που διάγει το βίο του κατά τις επιταγές του κώδικα των σαμουράι. Παρότι εξωτερικά φαίνεται να εκτελεί θελήματα της Μαφίας, ο Ghost Dog δουλεύει για έναν και μόνο άνθρωπο, τον Λούι, ο οποίος σχετίζεται με τη μαφία. Όταν όμως μια αποστολή του δεν εκπληρώνεται με το συνήθη τρόπο, ο εκτελεστής βρίσκει εαυτόν στην άλλη όψη του νομίσματος, με την οργανωμένη μαφία να τον κυνηγά και να απαιτεί την εξόντωσή του.

Ποτέ δε γίνεται επαρκώς σαφής ο λόγος για τον οποίο ο Ghost Dog βρέθηκε στο στόχαστρο της μαφίας, επειδή ακριβώς αυτό που ενδιαφέρει τον Τζάρμους είναι να καταδείξει το αναλώσιμο της ύπαρξής του · όσο καλά και αν κάνει τη δουλειά του, για τους μαφιόζους είναι ο τελευταίος τροχός της αμάξης. Ο χαρακτήρας τον οποίο ενσαρκώνει με τόση αφοσίωση ο Φόρεστ Γουίτακερ είναι ο ιδανικός άλλος, ο ξένος, ο αλλότριος. Ένας μαύρος που μελετά την ανατολική φιλοσοφία, ένα παράταιρο κύτταρο στον κοινωνικό οργανισμό. Με άλλα λόγια, μια απειλή για την εξαντλητική ομοιογένεια του συνόλου. Και όμως, αυτός ο παράξενος τύπος έχει την ικανότητα να συνάψει φιλική σχέση με όρους ειλικρινούς εμπιστοσύνης μ’ έναν παγωτατζή που μιλά μόνο Γαλλικά, γιατί ενώνονται σε ανώτερο επίπεδο από το γλωσσικό, στο -σχεδόν μεταφυσικά δοσμένο- επίπεδο των ιδεών. Παράλληλα, είναι και αυτός που κεντρίζει την προσοχή ενός μικρού κοριτσιού, της Περλίν, που τον προσεγγίζει σχεδόν αυτόματα στο πάρκο όπου αμφότεροι συχνάζουν.

Σε μία από τις ουκ ολίγες αναφορές του Τζάρμους σε άλλα έργα τέχνης, ο μελετηρότατος Ghost Dog και η Περλίν συζητούν για τον Φρaνκενστάιν, με τις αναλογίες να είναι προφανείς. Για όποιον φοβάται να καταλάβει και να μυηθεί σε μια διαφορετική φιλοσοφία ζωής, ο hitman είναι ένα γιγαντόσωμο τέρας. Λίγο αργότερα λαμβάνει χώρα μια συζήτηση για τις αρκούδες, που αντιμετωπίζονται με παρεμφερή τρόπο. Κατά τον Τζάρμους, ο δυτικός άνθρωπος στο λυκόφως του εικοστού αιώνα εξακολουθεί να αποζητά με μανία αυτό που ανέκαθεν έδειχνε να κυνηγά: τον αφανισμό του διαφορετικού, τη διαμόρφωση ενός αυστηρού μυωπικού κόσμου στον οποίο ο εξοστρακισμός του ξένου αποτελεί ύψιστο σκοπό.

Ο Ghost Dog όμως διάγει το μοναχικό βίο του Σαμουράι. Είναι αφοσιωμένος στον Λούι, πιστός υπηρέτης ενός ανθρώπου που κάποτε του έσωσε τη ζωή και τώρα, παρότι δεν κατανοεί την υφή της σχέσης τους, απολαμβάνει τους καρπούς των υπηρεσιών του. Μπορεί να απεμπλακεί από τη μαφία, αλλά θα πρέπει να σκοτώσει τον Λούι και αυτό έρχεται σε αντίθεση με τον ηθικό του κόσμο. Με μία ανάγνωση σύμφωνη με τα διδάγματα του Ντόκινς, το γονίδιο του Ghost Dog είναι προορισμένο να εξαφανιστεί, γιατί δε βάζει πάνω από όλα τον εαυτό του, αλλά το αφεντικό του. Για αυτόν δεν υπήρξε ποτέ δίλημμα, ο δρόμος προς το θάνατο έχει ήδη χαραχτεί από την πρώτη του ανάσα. Η αφοσίωση του στον ενάρετο κατά τη φιλοσοφία των σαμουράι βίο προσδιορίζει την ίδια του την ταυτότητα, επομένως, αν αποκλίνει από αυτήν, ακόμα και μπροστά στο αιώνιo σκοτάδι της ανυπαρξίας, θα έχει βιώσει κάτι πολύ πιο οδυνηρό από τον ίδιο το θάνατο.

«It is said that what is called the Spirit of an Age is something to which one cannot return. That this spirit gradually dissipates is due to the world’s coming to an end. In the same way, a single year does not have just spring or summer. A single day, too, is the same. For this reason, although one would like to change today’s world back to the spirit of one hundred years or more ago, it cannot be done. Thus it is important to make the best out of every generation»

Ένας ολόκληρος πανάρχαιος ηθικός κόσμος, με τις δικές του μεθόδους ερμηνείας και τον δικό του χάρτη, είναι έτοιμος να αφήσει τη θέση του στον επόμενο. Δεν πρόκειται να πιαστεί από κλωστές και να υποστεί τις αναγκαίες αλλαγές για να επιβιώσει. Προτιμά την εξαφάνιση από τον συμβιβασμό της ατίμωσης. Είναι ένα είδος προς εξαφάνιση που έχει αγκαλιάσει το αναπότρεπτο τέλος του, δεν εκβιάζει τη διατήρησή του. Εμπιστεύεται τις δυνάμεις του και τη θέση του στον κόσμο των ιδεών, είναι ανυποχώρητος, ολότελα μη προσαρμοστικός και δεν αποζητά καν διαδόχους. Μπορεί όμως να έρθουν αυτοί σε αυτόν, ξεστρατίζοντας από άλλα κυρίαρχα ηθικά ρεύματα, όπως ακριβώς η Περλίν προσέγγισε τον Ghost Dog. Ο ηθικός αυτός κόσμος διατηρείται στη ζωή μόνο εφόσον εξυπηρετεί κάποιον σκοπό και όσο θα υπάρχουν Περλίν που θα γοητεύονται από αυτόν και θα αναγνωρίζουν το μεγαλείο στα γραπτά του, θα είναι εδώ.

Μία από τις φράσεις που εκφωνεί ο ολιγόλογος Ghost Dog, παρμένη όπως όλες από το Χαγκακούρε του Γιαμαμότο Τσουνετόμο, είναι η εξής: «Matters of great concern should be treated lightly.» Master Ittei commented, «Matters of small concern should be treated seriously.» Θαρρεί κανείς πως τούτο το ρητό από ένα γιαπωνέζικο ανάγνωσμα του δεκάτου ογδόου αιώνα, συνοψίζει όλη τη φιλμογραφία του Τζάρμους!  Ο Αμερικανός δημιουργός έβρισκε ανέκαθεν τον τρόπο να αποβάλει τη σοβαροφάνεια και να ορίζει μια απίθανη, αυθαίρετη και υπερβατική συνισταμένη στυλ και ουσίας. Έτσι και στην προκείμενη ταινία στοχάζεται πάνω στη διαδοχή ηθικών αντιλήψεων με τον πιο άνετο τρόπο, καθώς η μουσική του RZA και το ονειρώδες μοντάζ υπαγορεύουν τη φόρμα της ταινίας, η οποία μοιάζει με παραίσθηση απαράμιλλου ύφους, σαν ένα φιλοσοφικά cool μανιφέστο.

Σε αυτή την αμερικανική εκδοχή του Le Samurai του Μελβίλ, ο Τζάρμους χρησιμοποιεί δραματουργικά μια σειρά από καλλιτεχνικές αναφορές: Ο Ghost Dog σαν άλλος Μάρλον Μπράντο στο Λιμάνι της Αγωνίας φροντίζει έναν περιστερώνα ο οποίος υφίσταται τον βανδαλισμό της μαφίας. Έχει συναντήσεις που παραπέμπουν στο Do the Right Thing του Σπάικ Λι. Οι βυθισμένοι στο γκροτέσκο μαφιόζοι (πανέξυπνη η χρήση των καρτούν σαν προειδοποίηση για την παρουσία τους στην οθόνη) λαμβάνουν μέρος σε ακραιφνώς ταραντινικούς διαλόγους και ο ένας εξ αυτών λέγεται Σόνι σαν το μεγάλο γιο Κορλεόνε. Το Rashomon ως βιβλίο έχει, επίσης, κεντρικό ρόλο στο φιλμ, καθώς και η κλασική αμερικανική γουέστερν παράδοση. Χωράει μέχρι και μία ξώφαλτση αναφορά στο Star Wars, σ’ ένα φιλμ που συνολικά διαθέτει μια αύρα δεκαετίας 1970 που θυμίζει κάτι από τον Κινέζο μπούκι του Κασσαβέτη, συνδυασμένο με ένα b-movie για τη Γιακούζα, και όλα αυτά ενώ κλείνει το μάτι σ’ ένα άλλο πολύ μεγάλο φιλμ της δεκαετίας του 1990, το Leon του Λικ Μπεσόν.

Όλα αυτά όμως δεν εντάσσονται σε μια προσπάθεια να χωρέσουν φόροι τιμής δεξιά και αριστερά του φιλμ. Αντίθετα, οι πολυποίκιλες αναφορές του Τζάρμους αποτελούν μια πρόταση για τη διαμόρφωση ηθικής μέσα από την ίδια την τέχνη. Διατρέχει τη ραχοκοκαλιά της ποπ κουλτούρας από τον Φρανκενστάιν μέχρι το High Noon και δείχνει σοφά πως ότι χρειάζεται ο άνθρωπος για να διαμορφωθεί σαν ηθική προσωπικότητα, η τέχνη του το προσφέρει απλόχερα. Μάλιστα, δεν ξεχνά να επιστρέψει και στο δικό του έργο, φέρνοντας στην οθόνη εκ νέου τον Nobody από τον Νεκρό και χαρίζοντάς του την υπέροχη φράση «Stupid fuckin’ white man!».

Στη σύγχυση που λογικά θα έρθει στο μυαλό ενός θεατή περί του αν αυτό που παρακολουθεί μπορεί να ενταχθεί σε κάποιο κινηματογραφικό είδος/ρεύμα/στυλ, η καλύτερη απάντηση έχει δοθεί αυθεντικά από τον ίδιο τον πρίγκιπα του κινηματογραφικού coolness: «You know, I’m not analytical about my own stuff; I’m so intuitive that it’s hard for me to say because it has a lot of genres in it. I think of it as a Gangster /Gangsta/ Hip-Hop /Samurai/ Eastern/ Western, you know? ». Όσο παράδοξο και αν ακούγεται, ακόμα πιο απίθανο είναι να το βλέπει κανείς να λειτουργεί στην εντέλεια. Πρόκειται για ένα γνήσιο τέκνο του χαώδους μα ποτέ βυθισμένου στο χάος νου του Τζιμ Τζάρμους και συνάμα για μια από τις ομορφότερες ταινίες της δεκαετίας της.




Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Back to Top ↑