American Beauty

 Σκηνοθεσία: Σαμ Μέντες

Παίζουν: Κέβιν Σπέισι, Ανέτ Μπένινγκ, Κρις Κούπερ, Πίτερ Γκάλαχερ

Διάρκεια: 122′

O σεναριογράφος Άλαν Μπολ είχε ξεκινήσει να απεργάζεται τη συγγραφή ενός σεναρίου που αντλούσε έμπνευση από την αληθινή ιστορία της Έιμι Φίσερ, ήδη από το 1992. Η Έμι Φίσερ έμεινε γνωστή με το προσωνύμιο “Long Island Lolita” και μονοπώλησε το ενδιαφέρον των αμερικάνικων tabloids στις αρχές των 90s, όταν πυροβόλησε και τραυμάτισε σοβαρά τη Μέρι Τζο Μπαταφουόκο, τη σύζυγο του παράνομου εραστή της Τζόι Μπαταφουόκο. Η ανήλικη Φίσερ εξέτισε ποινή λίγων ετών, και μόλις βγήκε από τη φυλακή, έγραψε, όπως αναμένετο, τα απομνημονεύματά της και ακολούθησε λαμπρή καριέρα πορνοστάρ (αυτό δεν ήταν και τόσο αναμενόμενο). Ο Μπολ, ο οποίος είχε ήδη στο ενεργητικό του μία αξιομνημόνευτη sitcom θητεία, δοκίμασε μία σεναριακή προσέγγιση πλαγίως σαρκαστική και ασυναίσθητα υπονομευτική.

Το σενάριο του Μπολ, λοιπόν, έβαλε στο στόχαστρο όχι ακριβώς το φωτοστέφανο του Αμερικάνικου Ονείρου και τις σκοτεινές του πλευρές, αλλά την πλανεμένη -στα όρια της βλακείας- υπονόμευση της έννοιας της ευτυχίας από την μεσοαστική καλοβολεμένη Αμερική. Η κρίση της μέσης ηλικίας κυριαρχεί μεν σε ολόκληρη τη ραχοκοκαλιά της πλοκής, αλλά σε κανένα σημείο δεν εξυμνείται ή καθαγιάζεται. Στο σενάριο του Μπολ, ακόμη και η επαναστατική κατάλυση της καταπίεσης δεν είναι παρά μία φαρσοκωμωδία που πλανιέται στον αέρα αφήνοντας μία αύρα μάταιης ψευδαίσθησης.

Η DreamWorks, που εξασφάλισε τα δικαιώματα του σεναρίου, πέρα από τον Μπολ, έδωσε ψήφο εμπιστοσύνης σε έναν ακόμη rookie του κινηματογράφου. Ο Σαμ Μέντες διέθετε τα θεατρικά γαλόνια επιτυχημένων παραστάσεων στο Broadway και βρέθηκε να ντεμπουτάρει στο σινεμά, μόνο και μόνο επειδή δεκάδες φτασμένα ονόματα του χώρου απέρριψαν την ιδέα να σκηνοθετήσουν το American Beauty. Κακό του κεφαλιού τους, όπως αποδείχτηκε.

To American Beauty, όσο και να περιτριγυρίζεται από ενδιαφέροντα ηλεκτρόνια, δεν θα μπορούσε ποτέ να ορθώσει ανάστημα χωρίς τον στιβαρό του κεντρικό πυρήνα. Ο Lester του Κέβιν Σπέισι είναι η απόλυτη ενσάρκωση της οικειοθελούς συντριβής, της μετατροπής της μιζέριας σε υψηλή τέχνη της καθημερινότητας. Ο Σπέισι, με την ειρωνεία που θαρρείς και πετιέται από τα μάτια, το σαρδόνιο μειδίαμα που κρέμεται από τα χείλη και με ένα στήσιμο που φωνάζει εγκλωβισμένη εξυπνάδα από χιλιόμετρα, μετατρέπεται σε μία απόλυτα θελκτική, καίτοι βαριά ηττοπαθή, φιγούρα.

Μία ανεμική καρικατούρα ανδρός, οικογενειάρχη, επαγγελματία, εραστή, που διαθέτει όμως τα στέρεα θεμέλια μίας ιδιότυπης αυτογνωσίας. Μίας αυτογνωσίας που δεν δρα ως εφαλτήριο βελτίωσης, αλλά ως παρηγορητική νάρκωση που εξοβελίζει την αλλαγή πιο πέρα κι από τη Δευτέρα Παρουσία. Ο Lester είναι μία μαριονέτα μόνιμης αποτυχίας, στην οποία όμως (χάρη στον αδιανόητο οίστρο του Σπέισι) επιθυμείς ασυναίσθητα να μοιάσεις, ακόμη και στις πιο χαμηλές και ευτελείς της στιγμές (που είναι μάλλον μπόλικες, αν αναλογιστούμε ποιο είναι το peak of his day).

Το American Beauty δεν ξεσκεπάζει κάποια αθέατη δυστυχία, ούτε προσπαθεί να ξύσει την επιφάνεια μιας καλογυαλισμένης και απατηλής ευτυχίας. Δεν φέρνει στο φως μια βαθιά ριζωμένη υποκρισία, δεν μηρυκάζει κάποιο ευχολόγιο αλλαγής. Αντιθέτως, μοστράρει την αμέτρητη λύπη του φόρα παρτίδα, χωρίς όμως να τσιροκοπά για να τραβήξει την προσοχή. Γελά στοργικά με τους ήρωές του, χωρίς να τους κοροϊδεύει.

Και το πετυχαίνει γελώντας βροντερά, αλλά όχι χυδαία, μπροστά στα μούτρα τους, και όχι πίσω από αυτά. Διότι δεν τους απεικονίζει καν να έχουν χτίσει μία γυάλινη κι εύθραυστη φενάκη. Έχουν απλώς οικοδομήσει, με ακρίβεια μοιρογνωμονίου, μία πολύ οικεία και μέτρια, από κάθε άποψη και κλίμακα, δυστυχία. Η Χάνα Άρεντ μιλούσε κι έγραφε για την κοινοτοπία του Κακού, και o Σαμ Μέντες ανέβαλε να εικονογραφήσει την αδιανόητη κοινοτοπία της παραίτησης.

Ο Κέβιν Σπέισι συμπυκνώνει σε μορφασμούς και ανεπαίσθητες κινήσεις και αδιόρατες στάσεις του σώματος τόσο τον απόλυτο αυτό-οικτιρμό όσο και τη στιγμή δέους ενός ανθρώπου που αντίκρισε το θαύμα και το όραμα που είχε ανάγκη, προκειμένου να πιστέψει στα αυτονόητα. Ο Lester δεν είναι χυδαίος ούτε εκμεταλλευτής. Δεν είναι καν λάγνος ή αισθηματίας. Έχει απλώς ανάγκη από ένα όνειρο σε γειτονική απόσταση για να πάψει η ζωή του να μοιάζει με γεροντική ονείρωξη λύπησης.

Σε μία νύχτα όπου τα πάντα ξεχαρβαλώνονται σαν σκρούμπολ κωμωδία που παίρνει τον χρόνο να αφουγκραστεί το αστείο μέσα στο κάθε τι τραγικό και το αντίστροφο, αυτά που θα κερδηθούν είναι πιο πολύτιμα και από την ίδια τη ζωή. Που χωρίς αυτά καταλήγει ένας οιονεί επαναλαμβανόμενος θάνατος.




Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Back to Top ↑