What's On 1917

10 Ιανουαρίου 2020 |

0

1917

Σκηνοθεσία: Σαμ Μέντες

Παίζουν: Τζορτζ ΜακΚέι, Ντιν Τσαρλς Τσάπμαν, Κόλιν Φερθ, Μαρκ Στρονγκ, Άντριου Σκοτ, Μπένεντικτ Κάμπερμπατς, Ρίτσαρντ Μάντεν

Διάρκεια: 119′

Βόρεια Γαλλία, 6 Απριλίου 1917. Δύο νεαροί Βρετανοί στρατιώτες αναλαμβάνουν να διαμηνύσουν σε ένα τάγμα που ετοιμάζεται για επίθεση τις εντολές του ανώτατου αξιωματικού περί ματαίωσης της επιχείρησης διότι επίκειται ενέδρα των Γερμανών. Για να το κατορθώσουν, πρέπει να διασχίσουν εχθρικές γραμμές. Αν αποτύχουν, χίλιοι εξακόσιοι άνδρες -μεταξύ των οποίων ο αδερφός του ενός- θα οδηγηθούν στη σφαγή.

Ο Σαμ Μέντες ξεκινά από τις αφηγήσεις και τις εμπειρίες του παππού του και καλύπτει ένα εν πολλοίς κινηματογραφικά ανεξερεύνητο -και όχι επαρκώς ιστορικά φωτισμένο- τοπίο, αυτό της αιματοχυσίας του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου. Τοποθετεί τον θεατή σε ένα αποτρόπαιο θέατρο εχθροπραξιών με το οποίο δεν είναι τόσο εξοικειωμένος, σε σύγκριση φερ’ ειπείν με αυτό του επόμενου παγκόσμιου πολέμου που έχει γίνει αντικείμενο -ας επιτραπεί η ακροβασία του όρου- κινηματογραφικής κατάχρησης.

Αυτό, παρότι δε μοιάζει καίριο, είναι αφηγηματικά πολύτιμο, γιατί ο Μεγάλος Πόλεμος ήταν το αποκορύφωμα του παραλόγου (κάθε πόλεμος είναι a priori παράλογος, ο συγκεκριμένος όμως έτι περισσότερο), μία συλλογή ανθρωποθυσιών επί ματαίω, δίχως καν σαφή και αναντίρρητη στην Ιστορία αιτία. Το ειδικό βάρος των αμέτρητων λίτρων αίματος που χύθηκαν ρίχνει το φορτίο στις πλάτες των μελλοθανάτων. Αυτός είναι ο κόσμος του 1917 και αυτό είναι το σκηνικό στο οποίο ο Μέντες εισαγάγει τον θεατή.

Επιλέγοντας την τεχνική του μονοπλάνου, ο Βρετανός δημιουργός τοποθετεί την κάμερα πότε πίσω από τους ήρωες και πότε μπροστά στα πρόσωπά τους. Θέτει έτσι το κοινό σε έναν διττό ρόλο: από τη μία, ο θεατής βρίσκεται συνεχώς στο κατόπι των ηρώων σαν τρίτος στρατιώτης της αποστολής, καθώς αυτοί περιδιαβαίνουν το ρημαγμένο τοπίο, με τον θάνατο να παραμονεύει σε κάθε τους βήμα, κάνοντας αισθητή την παρουσία του με κάθε πιθανό τρόπο: άψυχα σώματα ζώων, καμένες εκτάσεις, ανθρώπινα πτώματα σε προχωρημένη σήψη, μολυβένιος ουρανός που υπόσχεται τη συντέλεια του κόσμου. Από την άλλη, συχνά τίθεται σαν εξωτερικός παρατηρητής της διαδρομής τους, καθώς ο Μέντες φροντίζει να κρατήσει μία αφηγηματική απόσταση από τις εξιστορούμενες περιπέτειες.

Και επειδή η αίσθηση του single shot λειτουργεί στην εντέλεια, κάνοντας το φιλμ μία τέλεια κατασκευή εντός της οποίας ο χρόνος ακροβατεί ανάμεσα στο πραγματικό και το πλασματικό, είναι ατελέσφορη μία συζήτηση περί του αν πρόκειται όντως για ένα μόνο πλάνο ή όχι. Ο Μέντες δεν είναι Ινιαρίτου, δεν εξαπατά με φθηνά τεχνάσματα, βγάζει το μονοπλάνο από τη συνήθη έδρα του (αντί για τον κλειστό χώρο εδώ τοπίο είναι η απεραντοσύνη του πολεμικού πεδίου και κάπως έτσι η εγγενής θεατρικότητα του μονοπλάνου τρέπεται σε «κινηματογραφικότητα») και φιλοτεχνεί μία ψευδαίσθηση η οποία παρουσιάζει μία συμπαγή εξωτερική εικόνα και υποτάσσεται συνειδητά στην αφήγηση.

Αυτό από μόνο του (θα έπρεπε να) είναι αρκετό, αφού ο Βρετανός ορίζει υποδειγματικά τον ρυθμό του έργου τιθασεύοντας τον ναρκισσισμό του (η ταινία σαν ολότητα είναι άρτια, δεν είναι απλώς εντυπωσιακή η σκηνοθετική ακροβασία του Μέντες, ξεχνά κανείς στην πορεία ότι πρόκειται για μονοπλάνο), χωρίζει την ταινία του σε δύο αφηγηματικά μέρη και το κάνει με σαφήνεια ∙ το από πόσες λήψεις αποτελείται το καθένα (θα έπρεπε να) είναι αντικείμενο κάποιου making of ντοκιμαντέρ.

Το πρώτο είναι το «σπιλμπεργκικό»: ένα ακαταμάχητο war movie με σχηματικούς χαρακτήρες, αποτελούμενο από ρεαλιστικές σκηνές πολεμικής ανθολογίας, ερμηνευμένο με επάρκεια, χρονισμένο με αφάνταστη ακρίβεια σαν καλοκουρδισμένο ρολόι. Είναι δε γεμάτο από λεπτομέρειες, δείγματα ενός συγκλονιστικού σχεδιασμού παραγωγής από τον Ντένις Γκάσνερ που είχε τα πάντα τοποθετημένα στη σωστή θέση (στο μονοπλάνο αυτό είναι προδήλως ουσιωδέστερο από ο, τι σε μία ταινία που μοντάρεται). Δίχως ποτέ να καθίσταται φορτικό, το «1917» διαθέτει στο πρώτο μέρος του set pieces που δουλεύουν στην εντέλεια, ακολουθώντας μία αγωνιώδη και υποβλητική αφηγηματική γραμμή.

Όλα αυτά όμως θα ήταν μία επίδειξη ψυχρής αρτιότητας εάν δεν ακολουθούσε το «μαλικικό» δεύτερο μέρος του φιλμ, στο οποίο τα δημιουργικά σκήπτρα παραδίδονται στον θαυματοποιό διευθυντή φωτογραφίας Ρότζερ Ντίκινς. Χάρη στην απαράμιλλη χρήση του φωτός εκ μέρους Ντίκινς, ο Μέντες αποκτά τη δυνατότητα, αφού έχει εγκαθιδρύσει στο πρώτο μέρος το ρεαλιστικό σκηνικό του φιλμ, να αποδράσει από το ίδιο του το κατασκεύασμα. Οι στρατιώτες δεν είναι πια απλώς ξεναγοί του θεατή στο θέατρο της φρικωδίας, αλλά άνθρωποι εγκλωβισμένοι ανάμεσα στον κόσμο των ζωντανών και των νεκρών, όπως υπενθυμίζουν τα πτώματα με τα οποία έρχονται συνεχώς σε τριβή.

Σαν όμηροι ενός αόρατου ψυχοπομπού, αιωνίως διστακτικοί πριν παραδώσουν τη νιότη τους στις πύλες του Άδη, αναζητούν τον θεϊκό παράδεισο (η ήρεμη φύση με τα πράσινα χρώματά της) που ρήμαξε το ανθρώπινο χέρι (ο ασταμάτητος πόλεμος, συνυφασμένος με την ανθρωπότητα από τα γεννοφάσκια της). Και όσο η επίγεια κόλαση φουντώνει, όλο και πιο έκδηλη καθίσταται η αδυναμία της να κυριεύσει: σε μία στιγμή, μετά από ένα μανιώδες ανθρωποκυνηγητό, ο ήρωας επιπλέει σε ένα ποτάμι και γύρω πέφτουν απαλά τα λευκά άνθη από τις κερασιές, ο εφιάλτης του πολέμου δίνει τη θέση του στην αιώνια δύναμη της φύσης να φέρνει πίσω την ισορροπία της, με τα ανθρώπινα δημιουργήματα συντετριμμένα (η διαλυμένη πόλη στην οποία περιπλανιέται ο στρατιώτης) και το μέλλον να είναι το μόνο που έχει σημασία (το παιδί που συναντά και ανασταίνει ολόκληρη την ανθρωπιά του).

Με τις υπερρεαλιστικές εικόνες να κυριαρχούν στο δεύτερο μέρος, το «1917» τρέπεται από πολεμική ταινία σε εσχατολογική ματιά, από ρεαλιστική απεικόνιση της απανθρωπιάς σε post apocalyptic ιστορία περί της δραματικής ικανότητας του ανθρώπου να εξαφανίζει τον ίδιο του τον εαυτό από τη γη. Η ισορροπία που παραμένει αδιατάρακτη καθ’ όλη  τη διάρκεια και παρά την υφολογική μετατόπιση είναι η μεγαλύτερη αρετή του και είναι έργο του Μέντες ∙ γι’ αυτό ακριβώς και δε μπορεί να είναι μία ταινία φωτογραφίας, αλλά σκηνοθεσίας, όσο και αν η δουλειά του Ντίκινς είναι ακαταμάχητη.

Στα χέρια ενός μεγάλου δημιουργού, λοιπόν, μία απλοϊκή ιστορία μπορεί να γίνει σινεμά μεγάλου κάδρου, μία αφήγηση με καλούς Άγγλους και κακούς Γερμανούς (όψιμος πατριώτης προέκυψε ο Σαμ Μέντες ήδη από το «Skyfall») γίνεται κάτι παραπάνω από πολεμική περιπέτεια, ένα εικοσιτετράωρο περιδιάβασης στο θέατρο ενός πολέμου γίνεται παιχνίδισμα αιωνιότητας. Και το κατόρθωμα του Βρετανού είναι στην πραγματικότητα ότι χρησιμοποιεί το μονοπλάνο σαν καμβά και δεν το χρήζει αυτοσκοπό του έργου, φιλοτεχνώντας με υπομονή ένα κινηματογραφικό δοκίμιο οριακής ανθρώπινης επιβίωσης.




Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Back to Top ↑
  • CineDogs TV

  • Φίλιππος Χατζίκος

  • CineDogs Supporters

  • Cinedogs Opinions

    Ποια είναι η αγαπημένη σας (παραδοσιακή) χριστουγεννιάτικη ταινία όλων των εποχών;
  • FB Cinedogs

  • Latest