Festivals It

23 Σεπτεμβρίου 2017 |

0

It

Σκηνοθεσία: Άντι Μουσιέτι

Με τους: Μπιλ Σκάρσγκαρντ, Τζέηντεν Λίμπερερ, Φιν Γούλφχαρντ, Σοφία Λίλις κ.α.

Διάρκεια: 135’

Έτος Παραγωγής: 2017

 

«Υπάρχουν δύο μέρη που μπορείς να είσαι σ’ αυτόν τον κόσμο : εδώ έξω, με μας ή εκεί μέσα, μ’ αυτά. Αν δειλιάσεις να πατήσεις τη σκανδάλη, κάποιος άλλος θα κάνει την επιλογή για σένα! Και δεν θα το καταλάβεις. Μέχρι να αισθανθείς αυτό το μπουλόνι ανάμεσα στα μάτια σου…»

«Την έχασα, Μπίλυ. Επέπλεε μακριά. Όμως, αν έρθεις μαζί μου… θα επιπλέουμε κι εμείς»!

Ξεκινάμε από τα βασικά. Ο Μπιλ Σκάρσγκαρντ (γιός του Στέλαν Σκάρσγκαρντ) δεν είναι Τιμ Κάρυ (και τη σκιά που ρίχνει ο τελευταίος πάνω στο δημιούργημα του αμερικανού μάστορα του φανταστικού τρόμου, δεν την διαθέτει). Εμείς το ξέρουμε, ο ίδιος το ξέρει, το ξέρει κι ο σκηνοθέτης του «It». Για τους φαν της μίνι τηλεοπτικής σειράς του ’90 – διασκευή στην ομώνυμη, επική νουβέλα τρόμου του Στήβεν Κίνγκ – αυτό είναι και το δυσκολότερο που θα πρέπει να αποδεχτούν στην καινούργια βερσιόν του Άντι Μουσιέτι (γνωστού απ’ το παλαιότερο «Mama» με Τζέσικα Τσαστέιν).

Ο Σκάρσγκαρντ είναι baby-face, γεγονός που ενισχύει απίστευτα ο καμβάς του άπαιχτου μακιγιάζ του Pennywise – του Χορευτή Κλόουν (και δαιμονικής φιγούρας που αλλάζει μορφές και σχήματα). Τα γεμάτα μάγουλά του δένουν ταιριασμένα με το ανοιχτό, μεγάλο μέτωπο του τελευταίου. Κι η φωνή του γίνεται πιότερο απειλητική, παρά υπόγεια κι ανατριχιαστικά «γελοία», όπως του Κάρυ. Εν τούτοις, Τιμ Κάρυ δεν είναι (τι να κάνουμε τώρα). Ανασκουμπώνεσαι και μαζεύεσαι, ωστόσο, στη γωνιά σου όταν ο μικρός Τζόρτζι Ντένμπορο τον συναντά για πρώτη φορά σ’ ένα άνοιγμα υπονόμου, στη διάρκεια μιας καταιγίδας. Μέχρι το τέλος της εναρκτήριας σεκάνς (που είναι και η καλύτερη του φιλμ), όπου ο Pennywise κάνει την επίθεσή του στον δύστυχο Τζόρτζι, γνωρίζεις ήδη πως δεν βρίσκεσαι πλέον στο τηλεοπτικό σύμπαν των ‘90s, αλλά σε ένα πολύ πιο βίαιο και σκληρό, και στις απαρχές μιας τεταμένης, βασανιστικής και ανελέητης μάχης ανάμεσα στο Καλό και το Κακό. Στο τέλος, ενδεχομένως αρκετοί (κυρίως παλαιότεροι) θα νοσταλγήσουν τον «γραφικό», υπαινικτικό Κάρυ. Όμως ο Pennywise του Σκάρσγκαρντ είναι ένα εντελώς νέο κινηματογραφικό δημιούργημα, πολύ μακριά απ’ την (σχεδόν προ 30ετίας) soft, αποστειρωμένη τηλεοπτική εκδοχή του.

Και τούτη δω, δεν είναι μια ιστορία που περιστρέφεται αποκλειστικά γύρω του. Αυτό συμβαίνει διότι ο Μουσιέτι αντιλαμβάνεται πως η φιγούρα του Pennywise – σ’ όλη την Λαβκραφτιανή της αλλοκοτιά κι αμφισημία – δεν είναι παρά ένα απλό, εκδηλωτικό σύμπτωμα του Ευρύτερου Κακού που μαστίζει την Μυθολογία του Κινγκ, και που δεν είναι άλλο απ’ το Σκότος που κρύβεται στις ψυχές των πεινασμένων για εξουσία ανθρώπων και οδηγεί τα θεμέλια της κοινωνίας σε διαχρονική Σήψη. Κινούμενο σε δύο χρονολογικούς άξονες με απόσταση 30 χρόνων μεταξύ τους, το «Αυτό» παρακολουθεί την περιπέτεια ενηλικίωσης μιας παρέας περιθωριοποιημένων εφήβων σε μια (φανταστική) μικρή πόλη του Μέην, που έρχονται αντιμέτωποι με τις ποικιλότροπες εκδηλώσεις ενός φαντασιακού τρόμου που περικλείει τις διαφορετικές μορφές με τις οποίες το «Κακό» περιστοιχίζει την τελευταία. Μια πόλη με … απαγόρευση κυκλοφορίας μετά τις επτά το απόγευμα.

Το επαρχιακό Ντέρρυ του ’80, που νομίζει πως ο ιός του AIDS μεταδίδεται από τις χειρολαβές του μετρό και στο οποίο τα κορίτσια χρησιμοποιούν τα ταμπόν Tampax – ξέρεις, εκείνα που ‘χαν σχεδιαστεί για να απορροφούν την ροή των εκκρίσεων κατά την έμμηνο ρύση ή το σπέρμα (χρήση που δεν εφαρμόζεται πλέον, αφού προοδεύσαμε σαν κοινωνία). Εκεί όπου στο «μπαρμίτσβα» (εβραϊκή τελετή περιτομής), υπάρχει πάντα ο φόβος καθώς κόβουν ένα κομμάτι απ’ το πέος σου να μην μείνει… τίποτα, αν δεν είσαι και πολύ προικισμένος! Το Ντέρρυ δεν είναι μια συνηθισμένη πόλη. Κόσμος πεθαίνει ή εξαφανίζεται έξι φορές συχνότερα από τον μέσο όρο. Κι αυτό μόνο σε ότι αφορά τους ενήλικους. Με τα παιδιά γίνεται χειρότερο. Πολύ χειρότερο. Ένα στοιχειωτικό πέπλο που χάνεται σε βάθος δεκαετιών. Μια πόλη που ξεκίνησε ως καταυλισμός-παγίδα για κάστορες κι όσοι υπέγραψαν μέσω καταστατικού την μετατροπή του σε πόλη, εξαφανίστηκαν όλοι δίχως ίχνη μέσα σε έναν χειμώνα. Φήμες για Ινδιάνους και πανούκλα που δεν στοιχειοθετούνται. Σαν να ξύπνησαν όλοι κάποιο πρωί και να εξαφανίστηκαν. Μονάχα μια σειρά ματωμένα ρούχα που οδηγούν στο ίδιο πηγάδι. Υλικό για τα… «Άλυτα Μυστήρια» (τηλεοπτικό σόου της εποχής).

Ένα σύμπαν στο οποίο τα παιδιά βλέπουν πράγματα που δεν μπορούν να δουν οι ενήλικες. Είναι ν’ αναρωτιέσαι εάν η παρθενία (και το πολύ το αυνανιστικό το ντιριντάχτα) σε οδηγεί σε περίεργα και αλλόκοσμα οράματα, όπως – για παράδειγμα – έναν ανατριχιαστικό κλόουν (και κοντά σ’ αυτόν ένα τσούρμο χέρια που προσπαθούν απεγνωσμένα να απεγκλωβιστούν από ένα δωμάτιο που καίγεται, έναν λεπρό, μια γυναίκα με παραμορφωμένο πρόσωπο, τον χαμένο αδερφό σου, ένα μπάνιο πλημμυρισμένο στο αίμα, ένα δωμάτιο γεμάτο με κλόουν για κάποιον που τους φοβάται παθολογικά). Ο θρύλος θέλει «Αυτό» το πλάσμα να εμφανίζεται (να επιστρέφει) κάθε 27 χρόνια, να τρώει ένα τσούρμο παιδάκια (μέχρι να χορτάσει, ίσως) και μετά να πέφτει σε «χειμερία νάρκη»! Αλλά μπορεί να είναι ένα πράγμα και μόνο;

Σταδιακά, το «Αυτό» θα εμφανιστεί σε κάθε έναν από τους χαρακτήρες με διαφορετική μορφή, παίζοντας μαζί τους και στοιχειώνοντάς τους ανελέητα, πριν επανέλθει στην προεπιλεγμένη μορφή του κλόουν Pennywise. Οι ήρωες βλέπουν όλοι κι από κάτι διαφορετικό. Γιατί όταν κάποιος ή κάτι γνωρίζει καλά τι είναι αυτό που σε τρομάζει περισσότερο, αυτό θα σου δείξει. Όλοι φοβόμαστε κι από κάτι. Όλοι έχουμε τους προσωπικούς μας εφιάλτες, τους δαίμονες, τα τραύματα, τα διλήμματα και τις ενοχές μας. Στο δια ταύτα, ότι συμβαίνει συνδέεται με το χθόνιο σύστημα των υπονόμων της πόλης και οδηγεί στο παλιό, μισοκατεστραμμένο και εγκαταλειμμένο σπίτι με το πηγάδι. Το σπίτι με το διαβολικό δέντρο στον κήπο, εκεί όπου κοιμούνται πρεζόνια και άστεγοι. Εκεί όπου κατοικεί… «Αυτό».

Συνασπισμένη, η παρέα των νεαρών ηρώων αποφασίζει να το αντιμετωπίσει. Το δεύτερο μέρος της ιστορίας του βιβλίου εξελίσσεται με τους πρωταγωνιστές ως ενήλικες πλέον, καθώς επιστρέφουν στην πόλη για να αντιταχθούν και πάλι στο Κακό (η συγκεκριμένη βερσιόν παρακολουθεί μονάχα το πρώτο, εφηβικό κομμάτι της ιστορίας, με το σκηνικό να έχει μετατοπιστεί απ’ τη δεκαετία του ’50 στο καλοκαίρι του 1989, και με την προοπτική του αναμενόμενου σίκουελ – καθώς το φινάλε του συγκεκριμένου αναγράφει Chapter One, όπως λέμε …«Συνεχίζεται» – να λαμβάνει χώρα στο σήμερα). Στο κομμάτι των σκηνών τρόμου (αλλά και της προ-οικοδόμησής τους) το φιλμ δεν παίρνει και πολύ στα σοβαρά τον εαυτό του : κι αυτό μόνο σε καλό αποβαίνει (αυτή είναι η δική μου πρόσληψη απ’ το φιλμ). Είναι διασκεδαστικό να παρακολουθείς με καταλαγιασμένη την αίσθηση του στρες.

Θα μου πεις : έχεις την ευκαιρία να οικοδομήσεις ένα γοητευτικό, βραδυφλεγές σύμπαν που θα κλιμακώνει την αγωνία και την ένταση μέσα από έναν υπόγειο, υπαινικτικό τρόμο – καλή ώρα όπως με την «Λάμψη» ή το «Misery» – κι εσύ, αντί αυτού, στηρίζεσαι σε fast track (τον βλέπεις να έρχεται από μίλια μακριά, ακόμα κι αν δεν κυκλοφορεί τριγύρω ο κλόουν), σπλατερίζοντα τρόμο; Μα ναι, διότι δεν είναι αυτό το ζητούμενο εδώ (και δεν θέλει να χάνει χρόνο με αυτό το φιλμ, προτιμώντας να επικεντρωθεί στους πραγματικούς χαρακτήρες). Ζητούμενο είναι η (επι)κυρίαρχη αντίληψη μιας «φιλοσοφικής» αντιμετώπισης του Φόβου ως (εξαιρετικού) εργαλείου αποξένωσης, απειλής και ελέγχου – αυτό ακριβώς που επιτυγχάνει και το «Κακό» (που δεσπόζει στο επίκεντρο της ιστορίας) με την μικρή, κλειστή κοινωνία του Ντέρρυ.

Το πρώτο μέρος του φιλμ μας συστήνει (ουσιωδώς) τους χαρακτήρες και «χτίζει» γύρω απ’ αυτούς : με επικεφαλής τον Μπιλ Ντένμπορο (Τζέηντεν Λίμπερερ) – που αδυνατεί να ξεπεράσει την απώλεια του αγαπημένου αδερφού του, Τζόρτζι, αλλά και το αίσθημα ενοχής γι’ αυτήν – δημιουργείται ο στενός πυρήνας των Club Losers (της παρέας των… «Χαμένων» : το αφιερωμένο Loser που μετατρέπεται σε αυτογραφημένο Lover («Loser Lover / Αποτυχημένος Εραστής») πάνω σε έναν γύψο, είναι όλα τα λεφτά). Καθένας τους έχει κι από ένα ιδιαίτερο γνώρισμα, που τον ξεχωρίζει/απομονώνει στην μικρή, λευκή, ρατσιστική κοινωνία του Ντέρρυ : Ο Μπιλ τραυλίζει, ο Μπεν είναι χοντρούλης και «βυζάκιας», ο Σταν εβραίος, ο Έντι υποχόνδριος, ο Μάικ (σε ένα ρόλο που λειτουργεί ως φόρος τιμής στο αριστουργηματικό «Killer of Sheep» του Τσαρλς Μπάρνετ) αφροαμερικάνος και απέχων απ’ το σχολείο. Και η Μπέβερλι, ω! η Μπέβερλι (Σοφία Λίλις), το μοναδικό κορίτσι της παρέας (που μετατρέπεται σε αγοροκόριτσο), στα πρόθυρα «ενηλικίωσης» (σήμα κατατεθέν πολλών θηλυκών χαρακτήρων στις ταινίες τρόμου) και με έναν πατέρα (έρμαιο της οιδιπόδειας διαστροφής του) που ανησυχεί μήπως η κορούλα του κάνει… «γυναικεία» πράγματα με το τσούρμο των αγοριών που συναναστρέφεται.

Ο Ρίτσι (που τον υποδύεται ο πιο αναγνωρίσιμος απ’ όλους και πρωταγωνιστής του – εμπνευσμένου απ’ τις ιστορίες του Κινγκ – τηλεοπτικού «Stranger Things», Φιν Γούλφχαρντ) δεν έχει κάποιο (εμφανές) «κουσούρι», πλην μιας (αδυσώπητα) κυνικής λογοδιάρροιας, που προσφέρει και τις περισσότερες στιγμές κωμικής ανακούφισης στο φιλμ. Οι προσωπικοί τους φόβοι είναι ίσως πιο τρομακτικοί απ’ όσο ο ίδιος ο Pennywise. Ο Μπιλ στοιχειώνεται απ’ την απουσία του εξαφανισμένου αδερφού του (καμιά φορά, όταν έχεις βιώσει την οδύνη του να επιστρέφεις διαρκώς στο περιβάλλον που κάποτε μοιραζόσουν με αγαπημένα πρόσωπα κι ανάμεσα σε οικεία πράγματα που τόσο ζωντανά στα θυμίζουν, το να μπεις σε ένα στοιχειωμένο μέρος είναι σα να μπαίνεις στο σπίτι σου). Ο Έντι «ακολουθείται» από έναν λεπρό, το σώμα του οποίου εκσφενδονίζεται και αποσυντίθεται. Η Μπέβερλι τρέμει τον βίαιο πατέρα της, που την συνθλίβει και γαντζώνεται επάνω της (όλοι τους, μηδενός εξαιρουμένου, δέχονται και το απροκάλυπτο bullying απ’ τον «χρυσαυγίτη» του χωριού και την παρέα του). Τελικά, η (ίδια η) ιδέα – και μόνο – του «Κακού» είναι αυτή που το κάνει τόσο τρομακτικό.

Ίσως επειδή ο κλόουν του Κάρυ υπήρξε τόσο χαρακτηριστικός, αυτός του Σκάρσγκαρντ πλαισιώνεται κι απ’ άλλες μορφές (τουλάχιστον στο πρώτο μισό του φιλμ) : ως ανατριχιαστική, αλλοιωμένη φιγούρα ενός πίνακα ζωγραφικής, ως παραμορφωμένος βετεράνος του εμφυλίου που τριγυρίζει σε ένα εγκαταλειμμένο σπίτι, ως αιματοβαμμένη έκρηξη που πλημμυρίζει το μπάνιο μέσα απ’ την βάση ενός νιπτήρα (γνήσια επίκληση στη «Λάμψη»). Τα παράξενα τελετουργικά και οι μυθολογικές προεκτάσεις και αναφορές του βιβλίου έχουν κοπεί τελείως από το φιλμ (προφανώς, στη λογική του ότι θα αποσπούσαν την προσοχή του θεατή από τους χαρακτήρες ή επειδή – απλούστατα – δεν ενδιέφεραν τον σκηνοθέτη). Το εγχείρημα δύσκολο για έναν (πραγματικό) λογοτεχνικό «καρυοθραύστη». Για ένα μαμούθ μυθιστόρημα (αν και συρρικνωμένο σε μερικές αποσπασματικές μα και ανεξίτηλες εικόνες – σύμβολα στο διάβα του : έναν θανατηφόρο κλόουν, ένα μπαλόνι, μια ατάκα – «you’ll float too…») που στέκει ως παλίμψηστο μιας εντυπωσιακής απόπειρας να αποσταχθούν δεκαετίες ολόκληρες αλληγορικού τρόμου (έτσι όπως περιμένει κανείς στο αποστακτήριο του Τζακ Ντάνιελς – παίζοντας με τις τάπες – να ωριμάσει το μπέρμπον στα βαρέλια) στο χαοτικό, ονειρικά πυρετώδες σύμπαν μιας νουβέλας. Και για το πορτραίτο μιας φανταστικής πόλης, τόσο εμφατικά χαρτογραφημένης όσο το Δουβλίνο του Τζέιμς Τζόυς. Το «Αυτό» αποτελεί έναν (ενήλικο) διαλογισμό πάνω στην παιδικότητα, το τραύμα και την λήθη. Έτσι, σαν να βλέπεις το «Αναζητώντας τον Χαμένο Χρόνο» να αιμορραγεί στα σκαλοπάτια του grindhouse.

Η σκηνοθετική προσέγγιση του Μουσιέτι στο horror κομμάτι είναι αυτή μιας συλλεκτικής «πινακοθήκης» από εναλλασσόμενους, παραισθησιογόνους (και ενίοτε κωμικά – στα όρια του γελοίου – εικονογραφημένους) εφιάλτες, που επιχειρούν να συμβαδίσουν με την ψυχολογική κατάσταση των ηρώων, καλοφτιαγμένους μεν, φθίνοντες ωστόσο σε αποτελεσματικότητα. Οι σκηνές που απηχούν την διαδικασία ενηλικίωσης των πρωταγωνιστών – στα πρότυπα ενός «Stand By Me» – είναι πιο ουσιαστικές και καλοδουλεμένες, χωρίς κι αυτές να «ωριμάζουν» πλήρως ή να φτάνουν πάντα στο απόγειό τους. Η αίσθησή μου είναι πως υπάρχει μια (θεμελιώδης) προσεγγιστική λιτότητα – δεν θέλω να την ονοματίσω επιφανειακή – που κατακλύζει το φιλμ έτσι όπως η παρουσία του Κλόουν στοιχειώνει την μικρή πόλη. Ίσως κάτι τέτοιο να είναι αναπόφευκτο, εξαιτίας του ελλειπτικού σχεδιασμού του έργου που μοιράζει το υλικό της νουβέλας (αφήνοντας το υπόλοιπο για μια συνέχεια που – λίγο πολύ – μοιάζει με ένα ασφαλές στοίχημα, όπως το δεύτερο μέρος του «Kill Bill» παρείχε όλο το νοηματικό πλαίσιο και το υπόβαθρο για να κατανοήσει κανείς την ηθικά αμφίσημη απαρχή της ιστορίας του).

Μοιάζει περισσότερο σαν να πρόκειται για το φανταχτερό μισό μιας πολύ μεγαλύτερης ιστορίας, επιχειρώντας ωστόσο να παραμείνει κοντά στην (συνολική) ατμόσφαιρα του βιβλίου, καθώς αγωνίζεται να γίνει κάτι περισσότερο από μια σύνθεση όσων το απαρτίζουν και να βρει έναν σωστό ρυθμό. Η μετάβαση απ’ τη μια σκηνή στην άλλη μοιάζει στατική και συνδετικά χαλαρή, χωρίς την αίσθηση μιας συνολικής εμβάθυνσης ή της σταδιακής αποκάλυψης των γραναζιών ενός κεντρικού μυστηρίου. Το σασπένς μοιάζει να αδυνατίζει προϊόντος του χρόνου, καθώς η σκηνοθεσία δεν κατορθώνει να αναδείξει (πλήρως) το Ντέρρυ ως πόλη-χαρακτήρα, καθορισμένη απ’ τα θαμμένα τραύματα και μυστικά της, πόσο μάλλον να ενσταλάξει στον θεατή το πρωτογενές, βαθύ αίσθημα του φόβου που η ίδια αντιπροσωπεύει (και κουβαλά).

Είναι όμως και τρυφερά ευαίσθητο, στις σκηνές της αβάσταχτης αμηχανίας που αναδύεται όταν η εφηβεία πατάει «γκάζι» στην (ήδη λεπτή και εύθραυστη) φιλία μεταξύ ανδρών και γυναικών. Διαθέτει (και αναδεικνύει εμφατικά), ωστόσο, ένα βασικό συστατικό της γραφής του Κινγκ που συχνά απουσιάζει απ’ την κινηματογραφική μεταφορά των έργων του : την αντίληψη πως οι νέοι άνθρωποι είναι αυτοί που κουβαλούν (αποκλειστικά) το βάρος της εξιλέωσης για τις ανισορροπίες, ανισότητες και αδικίες του ενήλικου σύμπαντος. Το μεγαλύτερο μέρος του «Αυτό» λαμβάνει χώρα δίχως την παρουσία γονιών – κι όταν οι τελευταίοι παρεισφρέουν στην αφήγηση θα’ ναι είτε μεθυσμένοι, είτε σκληροί και χειραγωγοί, αδιάφοροι (αν όχι εχθρικοί) απέναντι στους φόβους και τις αγωνίες εκείνων που θα ‘πρεπε να προστατεύουν. Όπως ομολογεί, άλλωστε, κι ο ίδιος ο συγγραφέας μέσα απ’ τις γραμμές των σελίδων του : «οι ενήλικες είναι τα πραγματικά τέρατα αυτού του κόσμου». Η διασκευή του Μουσιέτι τροφοδοτείται λιγότερο απ’ τον τρομακτικό της Κλόουν και περισσότερο απ’ το κοσμικό Κακό που περιστοιχίζει την ίδια μας την ζωή, εκθέτοντας (και εξερευνώντας) την σκοτεινή, σαδιστική όψη της σύγχρονης κοινωνίας.

Κόντρα στην αντίληψη πως το Κακό (εν τέλει) κάποτε «εξαλείφεται» (οριστικά) και πως κάθε γενιά προωθεί την κοινωνία προς τα μπρος, πάνω απ’ τα πτώματα εκείνων που – κάθε φορά – επιχειρούν να την κρατήσουν δέσμια του αναχρονιστικού παρελθόντος και της οπισθοδρόμησης, ο Κινγκ επιστρέφει σ’ αυτό που ανέκαθεν μας δίδασκε η ιστορία : ο χρόνος είναι κύκλος (συχνά δε επίπεδος) και το Κακό διαρκώς επανεμφανίζεται, συχνά μάλιστα καλύτερα αρματωμένο από πριν. Ως θεματοφύλακας μιας (στοιχειωμένης από διόλου ευκαταφρόνητες, φρικαλέες μνήμες) αμερικανικής συλλογικής συνείδησης, ο Κινγκ γνωρίζει καλύτερα απ’ τον καθένα πως το Κακό είναι γενεαλογούμενο – αναπαράγεται και διοχετεύεται απ’ τις ρίζες του ξανά και ξανά. Γνωρίζει, επιπλέον, πως το Κακό δεν αφορά larger-than-life πράξεις και συμπεριφορές, αλλά την (επί της ουσίας) καθημερινή μας ζωή, την κατάχρηση εξουσίας στην οποία επιδιδόμαστε αλλά και την (ανοχή και) αδιαφορία μας απέναντι στην τελευταία που πολλές φορές μας οδηγεί να υποκύπτουμε σ’ αυτήν ως θύματα.

Αυτή είναι η πεμπτουσία του ατμοσφαιρικού πέπλου που σκεπάζει την (φανταστική) πόλη του Ντέρρυ και μετατρέπει την «διάβρωση» και «αποσύνθεσή» της σε μια αλληγορία για τους ζοφερούς, απειλητικούς καιρούς που ζούμε. Κι είναι η απαράμιλλη μαεστρία της πένας του Κίνγκ που μεταφέρει το φάντασμα μιας καθημερινής τρομοκρατίας μέσα απ’ τους συμβολιστικούς, αισθητικούς όρους του υπερφυσικού. Αυτή η σαγήνη ενός (ιδιότυπου) μαγικού ρεαλισμού που υφαίνεται απ’ τον Φόβο, τον ανέμελο κι ανατριχιαστικό ταυτόχρονα (όπως επιτάσσει η ηλικία των μικρών πρωταγωνιστών), είτε πρόκειται για την αναμέτρηση με το «βαμμένο» τέρας του Τρόμου, είτε για τη βουτιά απ’ την κορυφή ενός βράχου σε θολά νερά, είτε για το «θα πεθάνεις, αν προσπαθήσεις» (You Die If You Try) γραμμένο με αίμα σ’ ένα ταβάνι, είτε για το (πλημμυρισμένο κουφάρια που «επιπλέουν») χθόνιο βασίλειο-μαγγανοπήγαδο του Pennywise, είτε (τέλος) για ένα φιλί που σαν πνοή και οξυγόνο εμφυσά Ζωή και ξορκίζει το Κακό!

Το φιλμ επιτυγχάνει μια νοσταλγική ανάπλαση της δεκαετίας του ‘80 (από τα πρώτα βιντεοπαιχνίδια και τις αφίσες ταινιών της εποχής, μέχρι την απαστράπτουσα Trans Am, τους New Kids On The Block και τον «Εφιάλτη στο Δρόμο με τις Λεύκες Νο.5» στη μαρκίζα του τοπικού σινεμά), ενθυλακώνοντας συγχρόνως την ζεστή ματιά και αγάπη για τους αμήχανους και (κοινωνικά) αδέξιους πρωταγωνιστές του (είναι σαν την κινηματογραφική μεταφορά του Κινγκ από τον Σπήλμπεργκ, που όλοι ονειρευτήκαμε και ποθήσαμε αλλά ποτέ δεν γευτήκαμε εκεί πίσω στα ‘80s που μεγαλώναμε παρέα με τους ήρωες των βιβλίων του). Κάτι που το καθιστά ιδανικό έργο για το «τέλος του καλοκαιριού» : κορεσμένο απ’ τις χλωμές αχτίδες ενός φθινοπωριάτικου ήλιου, με την παιδική αθωότητα να παραμερίζει στο κάλεσμα της εφηβείας και τις νεανικές φοβίες να παραχωρούν τη θέση τους στην μάχη ενάντια σε μια αληθινή τρομοκρατία που απειλεί την πραγματική, καθημερινή ζωή.

Για τους «Χαμένους» του Κινγκ το καλοκαίρι έχει – και επισήμως πλέον – παρέλθει, θα είναι όμως εκεί, όλοι μαζί, για να αντιμετωπίσουν τις ζοφερές, δύσκολες μέρες που ανοίγονται εμπρός τους κι αυτό – προς το παρόν – αρκεί! Το ζητούμενο είναι να βρίσκεις προορισμό στη ζωή κι όχι να ξεφεύγεις απ’ ότι φοβάσαι. Ο φόβος είναι καταλυτικός. Το Κακό το πολεμάς ενωμένος, συνασπισμένος, όχι διχασμένος, γιατί βλέπεις τα αποτελέσματα – μπορεί να σου γυρίσει σε… «Αλέξη»! Και κυρίως δεν το πολεμάς παραμένοντας στους «απέξω», κι ας είναι ο φόβος εκείνος που σε ωθεί να συνταχθείς μαζί τους. Για να τραφεί από τη Σάρκα σου, το Κακό θα πρέπει (πρώτα) να εκθρέψει τον Φόβο σου. Κι όταν θα πάψεις πλέον να το φοβάσαι, θα έχει έρθει (επιτέλους) η ώρα για να λιμοκτονήσει!




Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Back to Top ↑