Κάννες 2017: το AIDS στη Γαλλία, μία σατανική μητέρα από το Μεξικό και οι Ρομά της Καλαβρίας!

O Robin Campillo είναι περισσότερο γνωστός ως σεναριογράφος παρά ως σκηνοθέτης. Έχει γράψει σενάρια κυρίως για ταινίες του Laurent Cantet όπως τα Ελεύθερος ωραρίου και Ανάμεσα στους τοίχους αλλά και το L’ atelier, που θα δούμε φέτος στο φεστιβάλ στο τμήμα «Ένα κάποιο βλέμμα». Η πρώτη ταινία που σκηνοθέτησε ήταν το Les revenants (2004), το οποίο ο ίδιος μετέτρεψε σε τηλεοπτική σειρά, το υπέροχο και ιδιαίτερα στυλίστικο Αυτοί που επιστρέφουν, με ένα μουσικό θέμα από τους Mogwai εντελώς ανατριχιαστικό. Πέρασαν εννιά ολόκληρα χρόνια για να γυρίσει τη δεύτερη ταινία του, το Eastern Boys (2013). Και φέτος, με την τρίτη του ταινία, συμμετέχει για πρώτη φορά στην καριέρα του στο διαγωνιστικό τμήμα του φεστιβάλ των Καννών. Τίτλος της ταινίας: 120 battements par minute (BPM).

Αρχές δεκαετίας του ’90. Το Aids (ή Sida, όπως το ονομάζουν οι γαλλόφωνοι) είναι μια επιδημία που λαμβάνει διαστάσεις μάστιγας, οδηγώντας στο θάνατο χιλιάδες ομοφυλόφιλους, αλλά και ετεροφυλόφιλους, τοξικομανείς, φυλακισμένους, ιερόδουλες, ομάδες υψηλού κινδύνου, καθώς πρόκειται για ασθένεια κατά βάση σεξουαλικώς μεταδιδόμενη. Στη Γαλλία, το ποσοστό των θανάτων είναι ιδιαζόντως υψηλό και η gay κοινότητα κατηγορεί ευθέως την κυβέρνηση του προέδρου Μιτεράν ότι αδιαφορεί και δεν κάνει όλα όσα πρέπει να κάνει. Σε αυτούς τους ταραγμένους καιρούς, εμφανίζεται η οργάνωση ακτιβιστών Act Up. Δυναμικά, διεκδικούν το αυτονόητο. Να επισπευσθούν οι διαδικασίες, να δοθούν χρήματα και τα φαρμακευτικά εργαστήρια να μην κωλυσιεργούν. Οι δράσεις τους είναι και πολλές, δυναμικές και πρωτότυπες. Μέσα στο πλαίσιο αυτό, ένας έρωτας αναπτύσσεται ανάμεσα στον Σον και τον Νατάν.

 «In France, a skinny man died of a big disease with a little name»… Τα έλεγε ο συχωρεμένος ο Prince από τα 1987 στο Sign o’ the times, ίσως ένα από τα καλύτερα τραγούδια όλων των εποχών. Μεγάλη μάστιγα το Aids, κάποια εποχή ήταν ο φόβος και ο τρόμος για τους πάντες. Υπήρχε άγνοια, υπήρχε προκατάληψη, υπήρχαν μέχρι και απόψεις ότι η συγκεκριμένη αρρώστια ήταν ένα είδος θεϊκής τιμωρίας για την ακόλαστη ζωή που ζούσαν οι ομοφυλόφιλοι. Κάθε νόμισμα, όμως, έχει δύο όψεις.

Εξαιτίας της αρρώστιας κινητοποιήθηκαν οι ομοφυλόφιλοι, διεκδίκησαν τα δικαιώματά τους, έβγαλαν τον εαυτό τους από το περιθώριο όπου τους είχε βάλει η κοινωνία και δήλωσαν δυναμικά «παρών». Η ταινία αποτελεί τη δραματοποιημένη εκδοχή των κινήσεων της Act Up του Παρισιού. Εδώ προβάλλονται όλες οι ενέργειες της οργάνωσης που προκάλεσαν πάταγο, ιδίως εκείνη στην οποία ο Σηκουάνας βάφτηκε κόκκινος από τους ακτιβιστές. Μια εικόνα που είναι η πιο εντυπωσιακή της ταινίας, σου καρφώνεται στο μυαλό και ως σύμβολο λειτουργεί εκατοντάδες φορές καλύτερα από απεργίες και κινητοποιήσεις στο δρόμο.

Βλέπουμε και τις συνεδριάσεις των μελών της οργάνωσης, τα επιχειρήματα και τα αντεπιχειρήματα για το πώς πρέπει να δράσουν, αν είναι απαραίτητη η βία ή όχι, αν θέλουν να εκδικηθούν, αν μπορούν να περάσουν σωστά το μήνυμά τους. Για να μην είναι μια ταινία συνεχούς λόγου και διαλόγου, ο σκηνοθέτης παίρνει δύο από τους πρωταγωνιστές του και επικεντρώνεται στην ερωτική τους ιστορία. Διαφορετικά, θα μπορούσε απλώς να γυρίσει ένα ντοκιμαντέρ για την Act Up.

Η ερωτική ιστορία του παθιασμένου και επαναστάτη Σον με τον δυναμικό και τυχερό Νατάν λειτουργεί ως το συναισθηματικό επίκεντρο του φιλμ, για να κρατήσει το ενδιαφέρον των θεατών, gay και straight. Έχει τις στιγμές της αυτή η ιστορία και συγκινεί ακριβώς επειδή δεν έχει καλό τέλος. Επειδή η αρρώστια δεν κάνει διακρίσεις. Στάχτη νεκρού σε κοσμικό γεύμα μπουρζουάδων! Βρε τους μπαγάσες, έκαναν καλή δουλειά… Ενδιαφέρουσα ταινία, ακούγεται και μια παραλλαγή του ύμνου των Bronski Beat Smalltown Boy, μια ταινία που θα συγκινήσει πιθανώς περισσότερο το gay κοινό, καθώς δεν έχει το wide appeal που είχε φερ’ ειπείν το Moonlight.

Ο Μεξικάνος Michel Franco είναι μια ιδιαίτερη περίπτωση σκηνοθέτη. Στα 38 του χρόνια έχει προκαλέσει πολλές συζητήσεις γύρω από το όνομά του –κι όχι αδίκως. Συζητήσεις που άλλοτε είναι για καλό, όπως πχ για την περίπτωση της ταινίας Μετά τη Λουτσία, η οποία το 2012 του χάρισε το βραβείο καλύτερης ταινίας στο τμήμα «Ένα κάποιο βλέμμα» εδώ στις Κάννες, κι άλλοτε για κακό, όπως πχ για την περίπτωση της ταινίας Chronic, με την οποία συμμετείχε για πρώτη φορά στο διαγωνιστικό τμήμα του φεστιβάλ των Καννών, αλλά παρά το γεγονός ότι τιμήθηκε με το βραβείο σεναρίου (!!!) μάλλον είναι μια ταινία που και ο ίδιος θέλει να ξεχάσει! Φέτος έρχεται για τρίτη φορά στις Κάννες με την πέμπτη μεγάλου μήκους ταινία του – και το αποτέλεσμα είναι αρκούντως ενδιαφέρον. Τίτλος της ταινίας: Las hijas de Abril (April’s Daughter) και επιστροφή στο (τυχερό;) «Ένα κάποιο βλέμμα». .

Η Βαλέρια είναι μια 17χρονη, όμορφη κοπέλα. Ζει στο Πουέρτο Βαγιάρτα με την ασχημούλα ετεροθαλή αδελφή της, την Κλάρα, στο εξοχικό σπίτι της ευκατάστατης μητέρας τους, της Ισπανίδας Αβρίλ. Η (ζωντοχήρα) μαμά είναι απούσα εδώ και καιρό και η Βαλέρια θέλει να συνεχίσει αυτή η κατάσταση ως έχει. Δεν θέλει με τίποτε να μπλέξει στα πόδια τους η ταραχοποιός μητέρα τους, ιδίως από τη στιγμή που η μικρή είναι έγκυος: περιμένει τον καρπό του έρωτά της από τη σχέση της με τον συνομήλικό της Ματέο.

Η πιο πρακτική Κλάρα, όμως, καταλαβαίνει πως θα χρειαστούν βοήθεια, ιδίως από τη στιγμή που τα οικονομικά τους είναι στενόχωρα. Έτσι, τηλεφωνεί στη μητέρα τους, χωρίς να ενημερώσει την Βαλέρια. Και η Αβρίλ καταφθάνει με ολοφάνερη διάθεση να βοηθήσει, χωρίς να κρίνει (έτσι φαίνεται τουλάχιστον) την επιλογή της κόρης της. Σύντομα, το παιδί της Βαλέρια και του Ματέο έρχεται στον κόσμο. Και η Αβρίλ δείχνει το πραγματικό της πρόσωπο, εκείνο που έκανε τις δύο κόρες της να είναι δισταχτικές στο να την καλέσουν…

Δεν είναι μικρό επίτευγμα για έναν σκηνοθέτη να δημιουργήσει έναν ρόλο που να προκαλεί βαθύ και αγνό μίσος από μέρους των θεατών! Βοηθούν, βέβαια, το σενάριο και ο ηθοποιός που ερμηνεύει το ρόλο. Εδώ, μιλάμε για την Emma Suárez, την ηθοποιό που υποδύεται την Αβρίλ, την ηθοποιό που γνωρίσαμε καλύτερα, πάλι σε ρόλο μητέρας στην πρόσφατη Julieta του Αλμοδόβαρ. Κρατιέμαι πάρα πολύ για να μην σας απαριθμήσω τις χυδαιότητες στις οποίες υποβάλλει τις δύο κόρες της και ιδίως τη Βαλέρια. Βλέπετε, με κατηγορούν για σποϊλερά και μάλλον έχουν δίκιο. Απλά να σας πω πως έχω να μισήσω έτσι χαρακτήρα από την νοσοκόμα Ράτσετ της Louise Fletcher από τη Φωλιά του κούκου! Τόσο πολύ.

Η Αβρίλ είναι επηρμένη, εγωίστρια, φαντασμένη, ανόητη, εκμεταλλεύτρια, επιφανειακή, μανιπουλίτρια (ήμαρτον) με καθόλου μητρικό ένστικτο (!) και λίμπιντο ακμαιότατη και on fire. Το τελευταίο βεβαίως δεν είναι κακό, γίνεται κακό όμως από ηθικής απόψεως όταν χρησιμοποιεί άνδρες που δεν γίνεται, δεν επιτρέπεται να τους έχει! Ο Franco σκηνοθετεί με το γνωστό, αποστασιοποιημένο του ύφος, με μεσαία πλάνα και δείχνει πόσο σκληρός μπορεί να γίνει ένας άνθρωπος απέναντι στον συνάνθρωπό του, πόσο μάλλον απέναντι στο ίδιο του το αίμα! Πιάνεται η ψυχή σου σε κάποιες σκηνές πραγματικά. Αυτό που διαφοροποιείται σε σχέση με τις προηγούμενες ταινίες του που έχουμε δει είναι πως η ιστορία δεν έχει κοινωνικό σχολιασμό (πρέπει να το τραβήξεις το όλον από τα μαλλιά για να υποστηρίξεις κάτι τέτοιο) και πως, παραδόξως, κλείνει με ένα ανοιχτό μεν, χάπι, δε έντινγκ. Η πιο μικρή σε ηλικία γυναίκα είναι η πιο ώριμη από όλους τους χαρακτήρες και θα επιλέξει απλά μια ελεύθερη ζωή, διεκδικώντας αυτό που της ανήκει. Και φεμινιστικό μήνυμα. Μια χαρά!

Ο Jonas Carpignano είναι ένας σχετικά νεαρός Ιταλοαμερικάνος σκηνοθέτης. Η πρώτη του ταινία, το Mediterranea, προβλήθηκε στο φεστιβάλ των Καννών το 2015 στην «Εβδομάδα της Κριτικής». Η δεύτερή του ταινία μεγάλου μήκους ονομάζεται A Ciambra και προβάλλεται εδώ στο «Δεκαπενθήμερο των Σκηνοθετών». Και πάλι παίρνει αφορμή και έμπνευση από πραγματικούς ανθρώπους. Τον πιτσιρικά πρωταγωνιστή του τον γνώρισε όταν δούλευε για μια άλλη ταινία, και του ζήτησε τσιγάρο στο δρόμο!

Το σύνολο σχεδόν των ηθοποιών στην ταινία είναι ερασιτέχνες, κάτι που συνέβαινε και με την πρώτη ταινία του σκηνοθέτη. Σύμφωνα με τον ίδιο, ο Martin Scorsese ζήτησε να βοηθήσει στην προώθηση της ταινίας βάζοντας το όνομά του ανάμεσα σε εκείνα των executive producers. Τελικά, βοήθησε με μερικές συμβουλές, ιδίως σε ότι αφορά το μοντάζ της ταινίας. Δεν το λες και μικρό πράγμα αυτό, έτσι;

Η Ciambra είναι μια μικρή κοινότητα μη νομάδων Ρομά στην περιοχή Gioia Tauro στην Καλαβρία. Ο πιτσιρίκος Πίο Αμάτο βιάζεται να μεγαλώσει, να γίνει ενήλικας. Στα 14 του χρόνια πίνει αλκοόλ, καπνίζει, και είναι από τους λίγους που μπορούν να «ξεγλιστρήσουν» τόσο εύκολα ανάμεσα στις «φυλές» που ζουν στην περιοχή του. Τα πάει καλά τόσο με τους ντόπιους Ιταλούς όσο και με τους μπόλικους Αφρικανούς μετανάστες της περιοχής, εννοείται και με τους Ρομά.

Ο Πίο έχει πολλά αδέλφια, εκείνος που θαυμάζει περισσότερο, όμως, είναι ο Κόσιμο, τον οποίο και ακολουθεί παντού! Έτσι, αποκτά τις απαραίτητες εμπειρίες και μαθαίνει τα κόλπα για να μπορέσει να επιβιώσει στους δρόμους της ιδιαίτερης πατρίδας του. Όταν ο Κόσιμο εξαφανίζεται και τα πράγματα αρχίζουν να στραβώνουν, ο Πίο αποφασίζει να δείξει σε όλους πως είναι έτοιμος να πάρει τη θέση του αδελφού του. Σύντομα, όμως, θα κληθεί να αντιμετωπίσει μια πολύ δύσκολη κατάσταση και να πάρει μια απόφαση που θα αποτελέσει τη γέφυρά του στο να γίνει πραγματικός άνδρας, χάνοντας για πάντα την αθωότητά του…

Είναι ενδιαφέρον αυτό που κάνει ο Carpignano. Πλάθει ιστορίες τις οποίες ακούει από αυθεντικούς τυπάρες, τους οποίους βάζει τελικά να πρωταγωνιστήσουν κιόλας στις ταινίες του! Όχι ακριβώς δραματοποιημένο ντοκιμαντέρ αλλά με μια αυθεντικότητα όπως μόνο ένα ντοκιμαντέρ μπορεί να εξασφαλίσει. Ο σκηνοθέτης μας μπάζει σε έναν συγκεκριμένο μικρόκοσμο, με τους δικούς του κανόνες, τους δικούς του κώδικες τιμής, την δική του ιεραρχία.

Ο Πίο είναι τσακαλάκι. Είναι ερωτευμένος. Ό,τι χρήματα βγάζει από μικροκλοπές τα παραδίδει σαν καλός γιος στη μητέρα του, την αρχηγό των πάντων. Καταλαβαίνει τον ρατσισμό που βιώνει η φυλή του, τον βλέπει καθημερινά μπροστά του: από την αστυνομία, από φασίστες, από κωλόπαιδα. Καίνε και ρημάζουν γιατί οι Ρομά είναι αποβράσματα. Λες και η κοινωνία έχει φροντίσει να τους δώσει κάποια δυνατότητα για κάτι παραπάνω, για να ξεφύγουν από τον φαύλο κύκλο. Μπα.

Ο Πίο θαυμάζει τον αδελφό του, ο κολλητός του φίλος όμως είναι ένας Αφρικανός μετανάστης. Και δεν καταλαβαίνει πως μπορούν άνθρωποι της φυλής του, που βιώνουν τον ρατσισμό, να δείχνουν ρατσισμό απέναντι στους Αφρικάνους. Το φινάλε της προδοσίας είναι πραγματικά συγκλονιστικό. Όπως κι όλες οι σκηνές με τον παππού του και το άλογο. Το σύμβολο της ελευθερίας. Ο παππούς, νέος. Ο παππούς, γέρος. Ο παππούς, νεκρός.

Και ο Πίο να μεγαλώνει. Να γίνεται άνδρας. Με τον πιο σκληρό τρόπο που θα μπορούσε να του συμβεί. Με ένα στίγμα που σίγουρα θα τον σημαδεύει για μια ολόκληρη ζωή. Το ωραίο είναι πως ο σκηνοθέτης χρησιμοποιεί συχνά πυκνά μέσα στην ταινία σύγχρονα ποπ τραγούδια, όπως συμβαίνει και με το τραγούδι στο φινάλε. Μια ωραία ταινία, με έναν νεαρό πρωταγωνιστή, που εύκολα θα μπορούσε από μικροαπατεώνας να γίνει σταρ του σινεμά!




Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Back to Top ↑