Trailers: Όταν η Beyoncé διάβασε Φρόυντ

Όσοι είδατε το trailer του “Suicide Squad”, το οποίο θα κυκλοφορήσει στις αίθουσες μέσα στην επόμενη χρονιά, πιθανώς να εντυπωσιαστήκατε από τη φιγούρα του Jared Leto ως Joker, γεγονός που αποδεικνύει περίτρανα το πόσο αβανταδόρικος ρόλος είναι αυτός του μονίμως χαμογελαστού υπέρ-κακοποιού. Τόσο αβανταδόρικος που με κάνει να πιστεύω ότι ακόμη και κάποιος συντάκτης του CineDogs να τον υποδυθεί, είναι πιθανό να καταλήξει υποψήφιος για Όσκαρ. Άλλοι πάλι ίσως να ξεχωρίσατε στο background τη διασκευή του “I started a joke” των Bee Gees (εγώ πάντως από τους Faith No More το πρωτάκουσα) από την εύθραυστη φωνή της δεσποινίδας Sydney Chase, σε μια εκτέλεση που θυμίζει περισσότερο μελωδία από κάποιο σπασμένο παιδικό μουσικό κουτί.

Αντίστοιχες περιπτώσεις μουσικής επένδυσης συναντήσαμε τόσο στο trailer του πρόσφατου “Mad Max: Fury Road”, με το απόκοσμο remix του “Wild world” του Cat Stevens από τον Junkie XL (ναι, εκείνο τον τύπο που χάρισε στον Elvis το τελευταίο του no.1 με το remix του “A little less conversation”), ο οποίος επιμελήθηκε του μετριότατου soundtrack της ταινίας, όσο και στην περίπτωση του trailer του “Fifty shades of grey”, για τις ανάγκες του οποίου η Beyoncé ηχογράφησε μια downtempo εκδοχή του δικού της “Crazy in Love”.

Φαίνεται λοιπόν ότι βρισκόμαστε μπροστά από κάποιο μοτίβο που χρησιμοποιείται για να προσδοθεί επιπλέον δραματικότητα στα trailers. Η συνταγή είναι ξεκάθαρη. Παίρνουμε ένα γνωστό ποπ κομμάτι και το ‘ξεκουρδίζουμε’, μέχρι να γίνει από τσιχλόφουσκα χαλίκι στο στόμα μας, και το βάζουμε να παίζει πάνω από τα μισόλογα των ταραγμένων μας πρωταγωνιστών στα trailers. Αυτό που επιστρατεύουν τα τμήματα marketing για την προώθηση των ταινιών προέρχεται από την φαρέτρα της ψυχανάλυσης και πρόκειται για αυτό που ο Φρόυντ μελέτησε ως “uncanny” (“unheimlich”, στο πρωτότυπο γερμανικό) ή «ανοίκειο», όπως συνηθίζεται να αποδίδεται στα ελληνικά.

Η αλήθεια είναι ότι η λέξη που χρησιμοποιείται ίσως και να μην είναι η πιο πετυχημένη, κυρίως γιατί δεν εννοείται ως αντίθετο του «οικείου». Το «ανοίκειο» δεν είναι κάτι νέο ή ξένο, αλλά ταυτόχρονα μας είναι κάτι το βαθιά άγνωστο, είναι μια μορφή του τρομακτικού, η οποία ανάγεται σε κάτι παλαιόθεν γνωστό και οικείο, το οποίο για κάποιο λόγο απωθήθηκε ή ξεπεράστηκε. Στην περίπτωση μας, το κομμάτι, με την αναγνώριση της μελωδίας, μας ταξιδεύει σε κάποια οικεία και γλυκιά ανάμνηση ακριβώς για να διαπιστώσουμε ότι δεν πρόκειται για το ίδιο και να επιστρέψει για να προκαλέσει ανησυχία και άγχος. Eνα είδωλο δηλαδή, μεταμορφωμένο στο τρομακτικό του αντίθετό. Το διαφορετικό θα αποτελεί πάντα ένα από τους μεγαλύτερους φόβους του ανθρώπου, πολύ περισσότερο όταν ξεφυτρώνει σε μέρη που θεωρούμε de facto γνώριμα.

Sigmund_Freud_LIFE

Το «ανοίκειο» ως έννοια είναι πολυσήμαντη και δεν είναι η πρώτη φορά που το συναντάμε στον κινηματογράφο, καθώς έχει απασχολήσει πολλούς μεγάλους σκηνοθέτες όπως ο Χίτσκοκ, ο Ταρκόφσκι ή ο Γούντι Άλεν, στο πρόσφατο “Magic in the moonlight”. O Φρόυντ βέβαια δεν παρέλειψε να κάνει το διαχωρισμό μεταξύ του ανοίκειου στην τέχνη και στην εμπειρία της ζωής. Στην περίπτωση της τέχνης, αφήνει να εννοηθεί ότι το αίσθημα του «ανοίκειου» πρέπει να επιδιώκεται. Για να είναι επιτυχές όμως, θα πρέπει να τοποθετεί τον θεατή σε μία διαμάχη με τη λογική του και όχι να χρησιμοποιείται σε ιστορίες με φανταστικούς ήρωες και φανταστικά alpha males, όπου υπάρχει εξαρχής η συνθήκη του παραμυθιού και άρα ο θεατής είναι έτοιμος να ‘νομιμοποιήσει’ οτιδήποτε το παράταιρο, πόσο μάλλον μια πειραγμένη εκτέλεση ενός γνωστού κομματιού.




Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Back to Top ↑