To Kill a Mockingbird

Σκηνοθεσία: Ρόμπερτ Μάλιγκαν

Παίζουν: Γκρέγκορι Πεκ, Μέρι Μπάνταμ, Φίλιπ Άλφορντ

Διάρκεια: 129′

To 1960, η Αμερικανίδα λογοτέχνης Χάρπερ Λι εκδίδει το παρθενικό της βιβλίο, με τίτλο To Kill a Mockingbird, το οποίο κέρδισε το βραβείο Πούλιτζερ της επόμενης χρονιάς και γράφτηκε σε χρόνο μηδέν στα χρυσά κατάστιχα της αμερικάνικης λογοτεχνίας. Το μυθιστόρημα της Λι αντλεί χαλαρή έμπνευση από το σύνολο των παιδικών της αναμνήσεων, καθώς και από ένα συγκεκριμένο περιστατικό ρατσιστικής βίας και προκατάληψης, που συνέβη το 1936, στη γενέτειρά της, τη Μόνροβιλ της Αλαμπάμα.

Η περίοπτη θέση που καταλαμβάνει το εν λόγω μυθιστόρημα στον συλλογικό ψυχισμό του φιλελεύθερου κομματιού της αμερικάνικης κοινωνίας αποτελεί γεγονός αρκετά εύκολα ερμηνεύσιμο. Το αντιρατσιστικό του μήνυμα είναι καθάριο και γάργαρο, σαν το παιδικό βλέμμα της αφηγήτριάς του. Παράλληλα, είναι λιτό, στιβαρό και σαφές σαν τον κεντρικό του πρωταγωνιστή, τον ιδεαλιστή και μάχιμο δικηγόρο ονόματι Atticus Finch. Το To Kill a Mockingbird καθρεφτίζει τις μύχιες, ανομολόγητες και ολίγον αφελείς ελπίδες μίας κοινωνίας ότι θα μπορέσει να ξεφορτωθεί όλους τους σκελετούς που κρύβει στην ντουλάπα, αρκεί να βρεθεί ένα ρωμαλέο ζευγάρι χέρια που θα ανοίξει επιτέλους τη σφραγισμένη πόρτα.

Ο Atticus Finch είναι η απόλυτη ενσάρκωση ενός τυπικά αμερικάνικου μοντέλου ήρωα, θετικής αύρας και φωτεινού προσήμου, όχι βέβαια με την παραδοσιακή έννοια του γεννημένου νικητή, αλλά με την ηθική υπεροχή του γενναία αγωνιζόμενου για ένα δίκαιο σκοπό. Ο Atticus είναι ο άκαμπτος και ατσαλάκωτος καουμπόι, που κουβαλά χαρτοφύλακα αντί για εξάσφαιρο, που θα βαδίσει ενάντια στις νόρμες και στα στερεότυπα, οδηγούμενος από την ταπεινότητα της προάσπισης της αλήθειας. Ο Atticus είναι η προσωποποίηση όλων των υψηλών ιδανικών που πρέπει και θα καταφέρουν να επιβιώσουν, ακόμη κι όταν τσαλαπατούνται προσωρινά, χάρη σε μία αθέατη (και δυστυχώς πολλές φορές απούσα) ηθική κατηγορική προσταγή.

Δεν πρέπει να λησμονούμε ότι οι αρχές της δεκαετίας του ’60 αποτέλεσαν μία μεταβατική περίοδο για την Αμερική, όσον αφορά το καυτό θέμα των ατομικών δικαιωμάτων και των φυλετικών διακρίσεων. Το φάντασμα του Μακαρθισμού έχει πλέον ατονήσει, ο παραλυτικός φόβος του πυρηνικού ολέθρου επιφέρει μία εσωτερική συσπείρωση που κουκουλώνει διάφορα εξαμβλώματα, μία ηλιαχτίδα αισιοδοξίας δείχνει να ανατέλλει δειλά και φοβισμένα.

Τα χειρότερα έπονται και καγχάζουν σιωπηλά στο πίσω φόντο. Η δολοφονία του Κένεντι. Οι κοινωνικές συγκρούσεις και ταραχές. Η εμπλοκή στο Βιετνάμ. Η δολοφονία του Μάρτιν Λούθερ Κινγκ. Η ριζοσπαστικοποίηση και η επαναστατική άχλη, που θα λειτουργήσει ως μήτρα απογοητεύσεων και τσακισμένων προσδοκιών, στρώνοντας τον δρόμο για τη βία και την απομυθοποίηση των 70s. Όλα τα παραπάνω δεν έχουν ακόμη συμβεί. Βρισκόμαστε ακόμη στην εποχή των άδολων μαχητών της δικαιοσύνης. Βρισκόμαστε ακόμη στην εποχή του Atticus Finch.

H κινηματογραφική μεταφορά του βιβλίου της Λι δεν ξεστρατίζει ιδιαίτερα από το ύφος και την πλοκή του μυθιστορήματος (αποσπώντας, μάλιστα, τα πολύ έντονα εγκώμια της ίδιας της συγγραφέα), αποδίδοντας αυτή την ιδιόρρυθμη χροιά και τον ονειρώδη τόνο της ενήλικης παιδικότητας, που συναντούμε και στο μεγάλο αριστούργημα του κλασικού αμερικάνικου σινεμά Η νύχτα του κυνηγού. Το To Kill a Mockingbird αφηγείται ούτως ή άλλως μία ιστορία ενηλικίωσης και απώλειας της αθωότητας, με το αληθινά ενδιαφέρον στοιχείο να έγκειται στο ότι την αφηγείται σαν να έχει ήδη χαθεί εκ των προτέρων, περίπου σαν την a priori κριθείσα δικαστική μάχη στην οποία ρίχνεται ολόψυχα ο Atticus Finch.

Χωρίς να ειπώνεται ποτέ τίποτα ξεκάθαρα, υπάρχουν φανεροί υπανιγμοί ότι η χαμένη αθωότητα είναι περισσότερο ένα δικό μας κατασκεύασμα, για να καλλωπίσουμε μία προπατορική γύμνια, η οποία δεν λέει να φύγει ποτέ, όσο κι αν παλέψουμε να την καμουφλάρουμε. Προσέξτε τη σκηνή στην οποία η κόρη του Atticus ονόματι Scout, που είναι στην ουσία και η αφηγήτρια της ιστορίας μας, σώζει αφενός τον πατέρα της από ξυλοδαρμό και αφετέρου τον Αφροαμερικάνο κρατούμενο από λιντσάρισμα. Μία προσεκτική ματιά στο παιδικό βλέμμα αρκεί για να τρυπώσει μέσα μας η υποψία: αυτή η μελιστάλαχτη έκρηξη απορημένης ευαισθησίας είναι προϊόν αυθορμητισμού ή επιτυχούς και πανέξυπνου σχεδίου;

Το To Kill a Mockingbird κινείται σε τονισμούς και αποχρώσεις παραμυθιού και όπως κάθε αυθεντικό παραμύθι, διακλαδίζεται σε πολύ σκοτεινότερες -και συνάμα ολίγον αθέατες- διαδρομές, θίγοντας μία ατζέντα από απαγορευμένα θέματα. Το αληθινό έγκλημα που φέρνει έναν έγχρωμο εργάτη ενώπιον της θανατικής ποινής δεν είναι άλλο από τη σεξουαλική επιθυμία που γέννησε σε μία λευκή κοπέλα. Το αρχέγονο σεξουαλικό ένστικτο, λοιπόν, η παντελώς αυθόρμητη και ανεξέλεγκτη επιθυμία, η οποία δεν μπορεί να υποταχθεί, σε πρώτο χρόνο και επίπεδο, σε ιδεολογίες διαχωρισμού και φυλετικής ανωτερότητας. Παράλληλα με την κεντρική ιστορία του κατά φαντασίαν βιασμού, παρατηρούμε ότι η Scout αναγκάζεται, τρόπον τινά, να φερθεί για πρώτη φορά ως κορίτσι και να ξεφύγει από τη θαλπωρή του άφυλου αγοροκόριτσου.  Πολιτικά δικαιώματα, φυλετικές διακρίσεις, ζητήματα κοινωνικού φύλου και φεμινισμός, σε μία και μόνο συσκευασία, η οποία διαθέτει μάλιστα και το περιτύλιγμα του παιδικού point of view.

Από εκεί και έπειτα, όσον αφορά τον πιο ορατό και απτό σκελετό της ταινίας, το To Kill a Mockingbird εστιάζει όλη του την ορμή σαν κατευθυνόμενο βέλος, έχοντας δύο ξεκάθαρους στόχους. Την κορύφωσης της άδικης ήττας και το νικηφόρο επιμύθιο των όσων αυτή διδάσκει. Η σκηνή της τελικής αγόρευσης του αρχοντικού και λακωνικά μεγαλοπρεπούς Γκρέγκορι Πεκ είναι φτιαγμένη από τα υλικά που εξασφαλίζουν θέση σε ανθολόγια και τροπαιοθήκες.

Χωρίς στόμφο, χωρίς μεγαλοστομίες, με πειθαρχημένη οργή και παθιασμένη λογική, ο άτεγκτος συνήγορος θα γίνει ο ένθερμος εκφραστής ενός good old American ηρωισμού. Αυτού που δεν είναι κατασκευασμένος από γενναίους ήρωες που θα υπερβούν τα δεδομένα, αλλά από γενναίες συμπεριφορές απλών ανθρώπων που θα έχουν ένα και μόνο δεδομένο κατά νου: την ορθή εκτέλεση του επαγγελματικού και δεοντολογικού καθήκοντος. Σε μία αλληλουχία πλάνων σπάνια τόσο για ταινίες αντιρατσιστικού περιεχομένου όσο και για δικαστικά δράματα, παρατηρούμε μία απρόσμενη, αλλά εν τέλει εξηγήσιμη, παραδοξότητα.

Η άδικη καταδίκη δεν αποτελεί το σημείο απελευθέρωσης όλη της ενέργειας, αυτή θεωρούταν μάλλον δεδομένη. Οι λευκοί φαύλοι νικητές απομακρύνονται δίχως θριαμβολογίες, οι μαύροι αδικημένοι σιωπούν με τη στωικότητα των μόνιμων αμνών. Όλοι και όλα δίνουν χώρο για μία χαμηλόφωνα μεγαλειώδη σκηνή κιμπάρικης αποχώρησης. “Miss, stand up, your father’s passin’”, θα ψιθυρίσει ο μαύρος πάστορας στα άνω στασίδια του δικαστηρίου στη Scout και θα γίνει ο βοηθός – δάσκαλος στην ενηλικίωσή της. Ο Atticus θα της έχει διδάξει τον αυτοσεβασμό της ακεραιότητας, αλλά ο μαύρος πάστορας θα της διδάξει την υποχρέωση της απόδοσης σεβασμού σε όποιον τον έχει κερδίσει.

Σε αυτό το σημείο, θα πρέπει να υπενθυμίσουμε – διευκρίνισουμε ότι είναι μάλλον υπέρμετρα αυστηρό να κατακρινούμε το To Kill a Mockingbird για την ολίγον προσχηματική και παθητική απεικόνιση των έγχρωμων πρωταγωνιστών του. Δεν πρέπει να λησμονούμε ότι το βιβλίο και η ταινία αποτελούν τέκνα μίας εποχής στην οποία η αμερικάνικη κοινωνία θεωρούσε μία εξωγήινη εισβολή απείρως πιθανότερη από μία στρατευμένη μαύρη αφύπνιση τύπου Black Panthers. Το To Kill a Mockingbird είναι γέννημα – θρέμμα της liberal white America της εποχής, που σέβεται με πάθος το αμερικάνικο Σύνταγμα και τα ιδανικά που αυτό πρεσβεύει και διαθέτει μία τυφλή ελπίδα ενός ομορφότερου μέλλοντος.

Σε αυτό το πνεύμα, το φινάλε της ιστορίας, το οποίο φέρνει στο προσκήνιο το δεύτερο και πιο υπόκωφο subplot, γεφυρώνει τα δύο άκρα, διατυπώνοντας μία ευχή συμφιλίωσης, ανεκτικότητας και δικαιοσύνης. Μαζί με μία υπόνοια ότι όταν η επίσημη Δικαιοσύνη δεν τηρεί την υπόσχεσή της να μένει τυφλή (και άρα ανεπηρέαστη) απέναντι σε όσους και όσα κρίνει, τότε θα πρέπει να το πράξουν οι άνθρωποι στη θέση της, με τον δικό τους τρόπο. Επιλέγοντας να δουν την ομορφιά και όχι την ασχήμια.




Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Back to Top ↑