Foxcatcher

 Σκηνοθεσία: Μπένετ Μίλερ

Παίζουν: Στιβ Κάρελ, Τσάνινγκ Τέιτουμ, Μαρκ Ραφάλο

Διάρκεια: 134′

Η περσόνα του Τζον Ντυ Πον, διακεκριμένου ορνιθολόγου, επαγγελματία φιλάνθρωπου, κληρονόμου της αμύθητης περιουσίας που είχε χτίσει η οικογενειακή δυναστεία των Ντυ Πον ήδη από τα μέσα του 19ου αιώνα, καθώς και λάτρη του ερασιτεχνικού αθλητισμού, μοιάζει βγαλμένη από τις σελίδες κάποιου εγχειριδίου ψυχοπαθολογίας. Η δε τραγική τροπή που έλαβε το εγχείρημα της στέγασης της εθνικής ομάδας ελευθέρας πάλης των ΗΠΑ στην έπαυλή του (από τα τέλη της δεκαετίας του ’80 ώς τα μέσα της δεκαετίας του ’90) μάλλον θα φάνταζε μάλλον over the top στις σελίδες ενός μυθιστορήματος ή ενός (πρωτότυπου) κινηματογραφικού σεναρίου. Η ζωή, όμως, όπως υποστήριζε και ο Λουίτζι Πιραντέλο, παραείναι αληθινή και δεν σκοτίζεται ποτέ για το αν (και πώς) θα δείξει αληθοφανής.

Το Foxcatcher (που πήρε το όνομά του από την έπαυλη του Ντυ Πον) σε βυθίζει ευθύς εξαρχής σε ένα κλίμα πυκνής και αδιαπέραστης ομίχλης, σε ένα σκηνικό ασφυκτικό, χαμηλότονο, υπαινικτικό. Τις αρχικές γκραβούρες που παρελαύνουν στην οθόνη (που απεικονίζουν αριστοκράτες να επιδίδονται σε κυνήγι αλεπούς και να ποζάρουν πλάι σε κανόνια, άρματα και άλογα) διαδέχεται ένα σκηνικό ξέπνοο, άψυχο, καταθλιπτικό.

Ένας Χρυσός Ολυμπιονίκης της ελευθέρας πάλης περιφέρεται σαν εκπαιδευμένος παπαγάλος σε σχολεία της ξεχασμένης αμερικάνικης ενδοχώρας. Στέκεται ενώπιον ενός αποχαυνωμένου παιδικού ακροατηρίου σαν τηλεγραφόξυλο και απαγγέλλει το βαρετό του ποίημα έναντι ευτελούς αντίτιμου. Ο Μαρκ Σουλτς, σε αντίθεση με τον μεγαλύτερο αδερφό του, και επίσης Χρυσό Ολυμπιονίκη, Ντέιβ Σουλτς, είναι παντελώς άγνωστος και σχεδόν αόρατος. Δεν είναι εύγλωττος, δεν είναι χαρισματικός, δίνει συνεχώς την εικόνα του παρείσακτου, σε κάθε είδους κοινωνική περίσταση.

Ο Μπένετ Μίλερ, τρία χρόνια μετά το εξαιρετικό Moneyball (2011), χρησιμοποιεί ξανά ως εφαλτήριο τον αθλητισμό, έχοντας και πάλι ως προορισμό τα βάθη της αμερικάνικης ψυχής. Αυτή τη φορά, κινείται σε παράδρομους και τονισμούς σκοτεινότερους και πολύ πιο νοσηρούς, χωρίς να έχει στη φωτεινή βιτρίνα το μπέιζμπολ, ένα άθλημα που ξεπερνά τα όρια της απλής δημοφιλίας, καθώς αποτελεί αναπόσπαστο και διαχρονικό κομμάτι της αμερικάνικης ψυχολογικής ραχοκοκαλιάς. Βρισκόμαστε στα άδυτα μιας πνιγηρής και διαβρωτικής εποχής, στα χασομέρια του Ρηγκανισμού που άφησε ως παρακαταθήκη τη νεκρανάσταση ενός σκοροφαγωμένου συντηρητισμού.

Ο Μίλερ τρυπώνει στα ενδότερα της Παλαιάς Αμερικής, ενός μαυσωλείου γεμάτου προτομές, τρόπαια, ταριχευμένες νίκες, θανατερά παιχνίδια, σύμβολα αλλοτινού μεγαλείου και μια αθεράπευτη αίσθηση κενού. Μια υπερδύναμη σε αναζήτηση νέων ηρώων, όχι επειδή οι παλαιότεροι ξεπεράστηκαν ως σύμβολα, αλλά απλούστατα επειδή έχουν επικρατήσει και στερούνται πλέον σκοπού. Η παρτίδα του Ψυχρού Πολέμου έχει επί της ουσίας κριθεί και ο άκρατος πατριωτισμός προκύπτει είτε ως έλλειμμα αυτοσεβασμού μιας χαμένης ψυχής (Μαρκ Σουλτς) είτε ως διακοσμητικό στόλισμα σε κάποιο τζάκι ευπατρίδων (Τζον Ντυ Πον).

Ο Στιβ Κάρελ ενσαρκώνει υποδειγματικά ένα γερασμένο αγόρι που δεν υπήρξε ποτέ ούτε παιδί ούτε ενήλικας, ένα κινούμενο χτικιό, ένα ανθρώπινο παράπονο που δεν μπορεί καν να εκφράσει την έκρηξη, την οργή και τη μοναξιά του. Η σκοτεινιά που αποπνέει είναι προϋπάρχουσα, μόνιμη, ακαθόριστη, χωρίς αρχή και τέλος. Ευνουχισμένος από τη μητρική εξουσία, στερημένος από πατρική και φιλική αγάπη, δέσμιος της καταγωγής του, προσπαθεί να εξαγοράσει όλα του τα ελλείμματα.

Και βρίσκει στο πρόσωπο του Μαρκ (Τσάνινγκ Τέιτουμ) ένα πειθήνιο κουτάβι έτοιμο να τον δεχτεί ως λυτρωτή και σωτήρα. Ένα δίποδο κατοικίδιο που αναπληρώνει για όλη τη χαμένη επαφή (μεταφορική και κυριολεκτική). Δύο τρεμάμενα σημεία, όμως, δεν μπορούν ποτέ να σχηματίσουν ένα δίπολο και στην εξίσωση παρεμβαίνει σχεδόν ως φυσική απόρροια της ανισορροπίας ο Ντέιβ (Μαρκ Ραφάλο). Ένα ασφυκτικό πρότυπο, ένα μόνιμο αποκούμπι, μια πηγή ασφάλειας και φθόνου την ίδια ακριβώς στιγμή.

To Foxcatcher ωρύεται κάθε στιγμή που σιωπά, φανερώνει τους απώτερους σκοπούς του μέσα από αυτά που κουκουλώνει επιμελώς και φροντισμένα. O Μίλερ φτιάχνει μια ατμόσφαιρα μόνιμης απειλής και απροσδιόριστης ανησυχίας, στήνει ένα πεδίο μάχης βλεμμάτων και ψιθύρων, βάζει σιγαστήρα ακριβώς τη στιγμή που κυοφορούνται οι ισχυρότερες εκρήξεις: σχεδόν σαν να στριμώχνει κραυγές και δάκρυα σε αεροστεγείς σακούλες.

Πάνω απ’ όλα όμως, φροντίζει μεγαλοφυώς να μοντάρει την ταινία του σε απόλυτη αρμονία με το άθλημα που δεσπόζει στην πλοκή της. Ένα ντόμινο από λαβές, γραπώματα, αναποδογυρίσματα, μανιασμένες επαφές. Με χαρακτήρες σε άμυνα και επίθεση την ίδια στιγμή, σε μόνιμη συνθήκη προπόνησης και αγώνα, προβάροντας τεχνικές και συστήματα, χωρίς ποτέ να δέχονται ή να επιφέρουν κάποιο ευθύ χτύπημα, αλλά πάντα έτοιμοι να κυλιστούν στο ταρτάν.

Καθοδόν προς ένα φινάλε που δεν προσφέρει την παραμικρή ανακούφιση, την οποιαδήποτε υπόνοια λύτρωσης, επεξήγησης, καθησυχασμού και ανάλυσης. Με τις ιαχές της τελικής σκηνής να επικυρώνουν περισσότερο από οτιδήποτε μια πλάνη και μια πληγή που όχι απλώς δεν θα βρουν γιατρειά, αλλά ούτε καν διάγνωση.




Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Back to Top ↑
  • CineDogs TV

  • Γιώργος Παπαδημητρίου

  • CineDogs Supporters

  • Cinedogs Opinions

    Βγήκαν, λοιπόν, στις αίθουσες, οι «Νεκροί» του Τζιμ Τζάρμους. Ευκαιρία να μάθουμε την άποψή σας! Ποια είναι η αγαπημένη σας ταινία μυθοπλασίας του πρίγκιπα του coolness;
  • FB Cinedogs

  • Latest