The Royal Tenenbaums


Σκηνοθεσία: Γουές Άντερσον

Παίζουν: Τζιν Χάκμαν, Λουκ Γουίλσον, Γκουίνεθ Πάλτροου, Μπεν Στίλερ, Αντζέλικα Χιούστον, Όουεν Γουίλσον, Μπιλ Μάρεϊ, Ντάνι Γκλόβερ

Διάρκεια: 103′

Το οικογενειακό αρχοντικό των Τένενμπαουμ, σε μια Νέα Υόρκη τοποθετημένη σε μια άχρονη και περιρρέουσα νοσταλγία (η σκηνογραφία, τα κουστούμια και η μουσική παραπέμπουν κυρίως σε early 70s) είναι όσο πελώριο χρειάζεται ώστε να φιλοξενήσει μια κοινότητα από μοναξιές. Έχει αρκετά δωμάτια για να βρίσκονται οι πάντες μαζεμένοι, αλλά ποτέ μαζί. Ο καθένας έχει τον απαραίτητο χώρο για να θρέψει τα παράπονα και την πίκρα του, για να οχυρωθεί με κυνισμό και απογοήτευση απέναντι στα όσα νιώθει πως του χρωστά η ζωή.

Στην κεφαλή της οικογένειας, ο πατριάρχης Royal Tenenbaum (Τζιν Χάκμαν), ένας pater familias που πάλεψε με συνέπεια σε όλη του τη ζωή για να απαγκιστρωθεί από το βαρίδι, την ευθύνη και το άγχος των οικογενειακών δεσμών, καταλήγοντας να ζει αυτοεξόριστος σε δωμάτιο ξενοδοχείου για είκοσι δύο ολόκληρα χρόνια. Ωστόσο, και παρότι στο πέρας του χρόνου υπήρξε κάθε άλλο παρά αγαπητός, η δεσποτική του παρουσία, και η ακόμη πιο εξουσιαστική του απουσία, έχουν ορίσει και διαμορφώσει όλα τα μέλη της οικογένειας: στο κάτω κάτω της γραφής, αποκαλούνται The Royal Tenenbaums για κάποιο λόγο.

Τα τρία παιδιά, δύο γιοι και μια υιοθετημένη κόρη, ζουν σε καθεστώς πλήρους απόσπασης από την πραγματικότητα, σε ένα κουκούλι απομόνωσης και ανακυκλούμενης θλίψης. Πέρα από την εκκωφαντική απουσία τρυφερότητας από την παιδική τους ηλικία, αυτό που στοιχειώνει πάνω απ’ όλα την ενήλικη ζωή τους είναι η αίσθηση ματαίωσης μετά από μια λαμπρή αρχή. Παιδιά-θαύματα, με περγαμηνές και επιτυχίες στα μικράτα τους, βασανίζονται από το ίδιο διαχρονικό ερώτημα που τσακίζει αμέτρητους ανθρώπους: πώς είναι δυνατόν η παιδική αριστεία και η υπόσχεση για ακαθόριστα μεγαλεία να μετατράπηκε σε μια αφόρητη ενήλικη μετριότητα;

Ως γνωστόν, καμία από τις ενδεχόμενες απαντήσεις δεν προσφέρει επαρκή ανακούφιση. Μπορείς να ρίξεις ολοκληρωτικά το ανάθεμα σε αυτούς σε ανέθρεψαν και στα βιώματά σου, χάνοντας δια παντός το προνόμιο της ευθύνης και της αυτενέργειας. Μπορείς να ρίξεις ολοκληρωτικά το φταίξιμο σε σένα τον ίδιο, εξασφαλίζοντας ένα αιώνιο αυτομαστίγωμα. Μπορείς, από την άλλη, να αποδεχτείς το προφανές και αυταπόδεικτο: η ζωή δεν χρωστά τίποτα και σε κανέναν και θα είναι γεμάτη ανεξόφλητα γραμμάτια και απραγματοποίητες υποσχέσεις μέχρι το τέλος της διαδρομής.

Κάποια στιγμή, λοιπόν, η mater familias (Αντζέλικα Χιούστον) αποφασίζει ότι έχει έρθει η ώρα να ξαναπαντρευτεί με τον -εδώ και χρόνια- λογιστή της (Ντάνι Γκλόβερ), με τον οποίο αποφάσισαν πως είναι ερωτευμένοι ολίγον τι ουρανοκατέβατα. Η αναγγελία του γάμου θα φέρει τον Royal και πάλι στο προσκήνιο, καθώς θα αναζητήσει μια στερνή ευκαιρία να ξανακερδίσει τη γυναίκα του, αλλά -κυρίως- να συμφιλιωθεί με τα παιδιά του και να γνωρίσει τα εγγόνια του.

Ο Γουές Άντερσον, σπεσιαλίστας από τα γεννοφάσκια της καριέρας του στην απόδοση κινηματογραφικών τιμών, κλείνει σε αυτό το σημείο το μάτι με νόημα στο θρυλικό The Magnificent Ambersons (1942) του Όρσον Γουέλς και κεντάει μια saga λύτρωσης, συγχώρεσης και άφεσης αμαρτιών, γεμάτη παστελ αποχρώσεις, σοκαριστική συμμετρία και απροσμέτρητη μελαγχολία. 

Ένα από τα στοιχεία που χαρίζουν στην Οικογένεια Τένενμπαουμ την πλεονασματική της γοητεία έγκειται στην υπόνοια διφορούμενου που κυριαρχεί αδιάκοπα, σε ολόκληρη την ταινία. Οι ήρωες του Γουές ανέκαθεν ούτως ή άλλως κατοικοεδρεύουν σε ένα σύμπαν φτιαγμένο από deadpan χιούμορ, το οποίο παραμορφώνει τους κανόνες της πραγματικότητας, αλλά στην περίπτωση των Τενενμπάουμ, αυτή η αίσθηση είναι κάπως βαθύτερη, κινούμενη σε ένα πιο αιχμηρό μεταίχμιο αυτό-αναίρεσης. Τα πάντα μπορούν να ειπωθούν μεταξύ σοβαρού και αστείου τείνοντας προς το σοβαρό, τα πάντα θεωρούνται εκ προοιμίου ψέμα, αλλά επιφέρουν αληθινά αποτελέσματα, οι πάντες έχουν μυστικά, τα οποία όμως είτε δεν ενδιαφέρουν κανέναν είτε δεν ήταν ποτέ τους κρυφά.

Προσέξτε για παράδειγμα το επτασφράγιστο μυστικό της Margo (Γκουίνεθ Πάλτροου), η οποία καπνίζει στα μουλωχτά από τα δώδεκά της χρόνια. Επί της ουσίας, δεν υπήρχε ο παραμικρός λόγος να το κρατήσει κρυφό, από τη στιγμή που δεν θα πολυενδιέφερε και κανέναν. Η οικογένειά της, όπως είπαμε, είναι σαν σύμπλεγμα νησιών, όλοι γειτονεύουν αναγκαστικά, αλλά κανείς δεν συνορεύει με κανέναν. Η Μάργκο κρύβει την εξάρτησή της από το κάπνισμα όχι γιατί ντρέπεται ή φοβάται, αλλά για να αποκτήσει ένα διακριτό χαρακτηριστικό, που θα την ξεχωρίζει από τον οικογενειακό συρφετό. Προσέξτε, επίσης, πώς αντιμετωπίζεται το εξόφθαλμο ψέμα του Royal που προσποιείται πως πάσχει από καρκίνο για να τρυπώσει στα ενδότερα της οικογένειας: κανείς δεν τον πιστεύει, όλοι θέλουν να τον ξεσκεπάσουν, αλλά άπαντες κατά (πολύ) βάθος αποδέχονται το τέχνασμά του ως μια αδέξια και άκομψη προσπάθεια επανόρθωσης.

Ολόκληρη η φιλμογραφία του Γουές έχει ως σήμα κατατεθέν μια νοθευμένη αίσθηση αναπόλησης, όπου η αθωότητα του παιδικού βλέμματος μολύνεται ασυναίσθητα με το ενήλικο βλέμμα της νοσταλγίας. Σταδιακά, όμως, και παρότι εκ πρώτης όψεως οι ταινίες του εμφανίζουν μια επαναληψιμότητα, αυτή η sui generis ματιά του εξελίσσεται και αναβαθμίζεται, ιδίως όπως προκύπτει από τις τρεις τελευταίες ταινίες του.

Στο Moonrise Kingdom, επιχειρεί μια γενναία αντιστροφή. Ορμά στο μέλλον, βουτώντας προς τα πίσω και ωριμάζει γινόμενος παιδί, καθότι οι ανήλικοι ήρωές του αποδεικνύονται πολύ πιο ώριμοι και αποφασιστικοί από τους παλιμπαιδίζοντες ενήλικες. Στο πανέμορφο The Grand Budapest Hotel, πηγαίνει ένα βήμα παραπέρα. Ο «ενήλικας», αυτή τη φορά, θα μείνει πιστός και συνεπής στις αρχές του, μέχρι το επώδυνο τέλος, έχοντας ως βαθύ και ανομολόγητο κίνητρο το «παιδί» που τον συντροφεύει. Το ταξίδι πλέον δεν είναι αμιγώς προσωπικό, αλλά είναι ένα ταξίδι κληροδότησης αρετών που χάνονται βαθμιαία σε ένα σκληρό και βίαιο κόσμο. Για να φτάσουμε στο Isle of Dogs, όπου η διάκριση μεταξύ παιδικότητας και ενηλικίωσης έχει σχεδόν εξαϋλωθεί. Πλέον, το ζητούμενο δεν είναι η ανάκτηση μιας χαμένης αθωότητας, αλλά η ανάληψη ευθύνης. Του ενός απέναντι στον άλλο, και των πάντων απέναντι σε ένα κοινό καλό.

Στην Οικογένεια Τένενμπαουμ (2001) από την άλλη, όπως και στο Rushmore (1998) που είχε προηγηθεί (η τρίτη και η δεύτερη ταινία του Γουές, αντίστοιχα), το μυστικό συστατικό έγκειται αλλού: σε μια πιο πρωτόλεια και περιπαικτική ειρωνεία, σε έναν υπόγειο και λίγο πιο σκοτεινό φόρο τιμής στην αθεράπευτη ανάγκη να ξορκίσουμε τη μοναξιά, στην οδυνηρή διαπίστωση ότι είμαστε, πάνω απ’ όλα, τα τραύματά μας.




Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Back to Top ↑