Reviews Raging Bull

17 Αυγούστου 2017 |

0

Raging Bull

Σκηνοθεσία: Μάρτιν Σκορσέζε

Παίζουν: Ρόμπερτ Ντε Νίρο, Τζο Πέσι, Κάθι Μοριάρτι

Διάρκεια: 129′

Μεταφρασμένος τίτλος: «Οργισμένο είδωλο»

To Οργισμένο είδωλο, εκ πρώτης όψεως και ανάγνωσης, συγκαταλέγεται στο κινηματογραφικό υπό-είδος των boxing movies και έχει στο επίκεντρό τον ταραχώδη βίο του θρυλικού πυγμάχου Τζέικ Λα Μότα. Όλα τα παραπάνω αφορούν τις παραπλανητικές επικεφαλίδες. Το Οργισμένο είδωλο, στην πραγματικότητα, είναι μία ανηλεής και άγρια κατηφόρα στο λαγούμι της σαρκοβόρου ζήλιας, της ανδρικής ανασφάλειας κι ανεπάρκειας, της λυσσασμένης αναζήτησης του πόνου ως μόνης διεξόδου από ένα ατελείωτο εσωτερικό μαρτύριο.

Το Οργισμένο είδωλο δεν αρκείται στο να αναπλάσει την ιστορία ενός αυτοκαταστροφικού ταλέντου, που δεν μπορούσε να τιθασεύσει τα ξεσπάσματά του. Το ρινγκ για τον πρωταγωνιστή του δεν είναι ένας τόπος δόξας και συντριβής, ούτε καν ένα πεδίο μάχης, από το οποίο πασχίζει να βγει τροπαιούχος. Είναι μία αρένα συνεχούς εξομολόγησης, κατάλυσης των παθών και άφεσης των αμαρτιών. Οι γροθιές που αφήνει να κατακλύσουν το πρόσωπο και το κορμί του είναι ένα οικειοθελές αυτό-μαστίγωμα. Είναι ο μόνος τρόπος να αντέξει, όχι ακριβώς τη ζωή του, αλλά τον ίδιο του τον εαυτό, τον οποίο μισεί και σιχαίνεται ώς τα κατάβαθα της ψυχής του.

Στα τέλη της δεκαετίας του ‘70, o Μάρτιν Σκορσέζε βρίσκεται στριμωγμένος στα σκοινιά από την καλπάζουσα εξάρτησή του από την κοκαΐνη, καθώς και από μία επιθετική κατάθλιψη, που τον έχουν μετατρέψει σε μόνιμο θαμώνα κλινικών και νοσοκομείων. Η τεράστια επιτυχία του Ταξιτζή (1976) είχε αφήσει τον Σκορσέζε άδειο και αποκαμωμένο, έχοντας παράλληλα γεννήσει μέσα του την ανάγκη για ένα διάλειμμα από το είδος των ταινιών που γύριζε μέχρι εκείνη τη στιγμή. Το μιούζικαλ New York, New York (1977), καρπός αυτής της επιθυμίας του Σκορσέζε να αποστασιοποιηθεί από το δικό του σινεμά, απέτυχε παταγωδώς στο αμερικάνικο box office, κατακρεουργήθηκε από τους κριτικούς της εποχής και οδήγησε σε αλλεπάλληλες καταρρεύσεις τον -εύθραυστο εκείνη την εποχή- Μάρτι.

A friend in need is a friend indeed, όμως, και ο Ρόμπερτ Ντε Νίρο έριξε στο τραπέζι την ιδέα που έμελλε να αποτελέσει εφαλτήριο σωματικής, ψυχικής και καλλιτεχνικής ανάνηψης για τον Σκορσέζε. (Παρεμπιπτόντως, ο Ντε Νίρο προπονήθηκε για μήνες με τον ίδιο τον Λα Μότα για τον ενσαρκώσει στις ημέρες δόξας του, ενώ αμέσως μετά έζησε 3 μήνες ως κοιλιόδουλος στο Παρίσι, για να τον αναπαραστήσει σε μεγάλη ηλικία, με πολλά παραπανίσια κιλά). Η αυτοβιογραφία του Τζέικ  Λα Μότα ταίριαζε γάντι στο σκορσεζικό σύμπαν των ψυχολογικά ακρωτηριασμένων ηρώων που αναμετρούνται με την ιδεοληπτική προσήλωση στην έννοια της αμαρτίας και παραδίδονται στη σκοτεινή ηδονή της μόνιμης τιμωρίας.

Όλες οι πυγμαχικές αναμετρήσεις του κεντρικού ήρωα, τις οποίες παρακολουθούμε από -σχεδόν κατά κυριολεξία- απόσταση αναπνοής, δεν είναι παρά ημιτελή υποκατάστατα της αληθινής μάχης στην οποία υποβάλλει ακούραστα τον εαυτό του, κι από την οποία βγαίνει κατά συρροή ηττημένος. Από την πρώτη κιόλας στιγμή που ο Τζέικ συνάντησε τη Βίκι, ο χρόνος διεστάλη (ο Σκορσέζε φρόντισε να αποτυπωθεί το πατατράκ του πρωταγωνιστή στα δικά μας μάτια, μέσα από slow motion πλάνα) και μία αίσθηση υποτέλειας παγιώθηκε (και πάλι ο Σκορσέζε μας μεταφέρει στην οπτική γωνία του Τζέικ, η οποία γιγαντώνει το αντικείμενο του πόθου, σμικρύνοντας τον ίδιο).

Ο Τζέικ βυθίζεται στην παράνοια, κι εμείς θα ζήσουμε στο πλάι του, ή μάλλον ως συγκάτοικοι στο θολωμένο του μυαλό, όλη τη φρενήρη διέγερση που προκαλεί κάθε έκρηξη ζήλιας. Η υποψία αντικαθιστά την απόδειξη, η παραζάλη της υπόνοιας μεθά τον Τζέικ, κι εμείς συμπάσχουμε συνένοχα μαζί του. Μολονότι δεν έχουμε γίνει μάρτυρες καμίας εικόνας απιστίας, και μόνο το γεγονός δεχόμαστε να αφήσουμε έστω και μία τοσηδά χαραμάδα αμφιβολίας, είναι πέρα για πέρα αρκετό.

Ο Τζέικ υποφέρει αλύπητα, διότι νιώθει, με τρόπο παράδοξο και εξωφρενικό, αισθάνεται υπαίτιος του δικού του Γολγοθά. Μολύνοντας με το δικό του άγγιγμα τη Βίκι, την έχει μετατρέψει από καθαγιασμένο πρότυπο σε δυνάμει μοιχαλίδα και εταίρα. Το μέχρι πρότινος άφταστο και άφθαρτο αντικείμενο του πόθου έχει μετατραπεί σε χρησιμοποιημένο και διαθέσιμο σκεύος μαζικής ηδονής και ατομικής υστερίας. Οι γροθιές, οι αγώνες, οι νίκες και οι ήττες, η πρόκληση και η λήψη σωματικού πόνου, δεν επιτείνουν το δράμα, απλώς το ανακουφίζουν πρόσκαιρα και αναποτελεσματικά.

Το ρινγκ είναι η Νέμεσις που αναζητά ο Τζέικ και ο Σκορσέζε την αναπαριστά με μία μυθολογική – βιβλική μεγαλοπρέπεια. Η κάμερα μένει εμφατικά αγκυροβολημένη στο ρινγκ, το οποίο άλλοτε μοιάζει βασανιστικά μικροσκοπικό κι άλλοτε εφιαλτικά απέραντο. Ο ιδρώτας και το αίμα ρέουν ευλαβικά, τα σώματα στροβιλίζονται σαν χορικό τελετουργικό σε αρχαία τραγωδία. Δεν είναι η εξιστόρηση μίας μάχης, αλλά ενός πανάρχαιου τελετουργικού, ενός αρχετυπικού μύθου.

Ο Τζέικ, όπως κάθε μοιραίος ήρωας, αυταπατάται σε πολλαπλά επίπεδα. Στο πρωτογενές, όταν ξεσπά βίαια προς πάσα κατεύθυνση, ως δείγμα και απόδειξη, όχι φυσικά πυγμής, αλλά βαθιάς αδυναμίας. Στο δευτερογενές, όταν μάταια πιστεύει πως η (αυτό)τιμωρία του θα επιφέρει αυτοδίκαια και αυτόματα την κάθαρση. Εν τέλει, αυτή δεν θα επέλθει ούτε με την αλαζονική εξύψωση ούτε με την ελεύθερη πτώση στο κενό χωρίς κανένα αλεξίπτωτο, αλλά με τη γενναία αυτογνωσία, με το ξερίζωμα τόσο της μετάνοιας όσο και του ηθικού χρέους που την επιβάλλει. Ο «σκορσεζικότερος» όλων των ηρώων του Μάρτι ρίχνει μπουνιές και χορεύει βαλς με όλους τους δαίμονές του, την ίδια ακριβώς στιγμή.




Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Back to Top ↑