Reviews Angel Heart (1987)

16 Σεπτεμβρίου 2022 |

0

Angel Heart (1987)

Σκηνοθεσία: Άλαν Πάρκερ

Παίζουν: Μίκι Ρουρκ, Ρόμπερτ Ντε Νίρο, Λίζα Μπονέ, Σάρλοτ Ράμπλινγκ

Διάρκεια: 113’

ΗΠΑ, δεκαετία του ’50. Η ευφορία της νίκης στον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο, η οικονομική εκτίναξη, το baby boom, η μπριγιαντίνη, τα τζουκ μποξ και τα χούλα χουπ, το ζαχαρένιο κέφι μιας εποχής που μοιάζει βγαλμένη από διαφημιστικό φυλλάδιο. Κάπου εκεί κοντά, αλλά πολύ μακριά από τη βιτρίνα, βρυχώνται διάφοροι παράλληλοι κόσμοι. Από τη μια, τα τσακισμένα κορμιά και οι σαράβαλες καρδιές του πολέμου, που στοιβάζονται μακριά από το πανηγύρι. Εκείνοι που δεν γύρισαν θριαμβευτές και χαμογελαστοί, αλλά με μυαλά σαλεμένα και το βλέμμα χαμένο στην άβυσσο. Από την άλλη, ένας κόσμος απόκρυφος και κάθιδρος, γεμάτος μυστήριο, δοξασίες, δεισιδαιμονίες, αποκρυφισμό, θυσίες και κατάρες. Στη Νέα Ορλεάνη του ’50, οι διάβολοι είναι ανθρωπόμορφοι και δουλεύουν υπερωρίες. Πολλές φορές, μάλιστα, τα πιο εύκολα θύματα είναι οι έκπτωτοι άγγελοι που δεν έχουν ιδέα πού πατούν και πού βρίσκονται. Καλώς ήρθατε στον Δαιμονισμένο Άγγελο του Άλαν Πάρκερ.

Το 1987,  με ήδη καπαρωμένη θέση στα στασίδια του Χόλιγουντ χάρη στο Birdy (1984), ο Πάρκερ αποφασίζει να μεταφέρει στη μεγάλη οθόνη το μυθιστόρημα Fallen Angel (1978), του Γουίλιαμ Γιόρτσμπεργκ και δεν λαθεύει σε καμία από τις βασικές του επιλογές. Αρχικά, επιστρατεύει τον -hot as hell εκείνη την εποχή- Μίκι Ρουρκ, που ακόμη δεν έχει συνέλθει από τις 9½ εβδομάδες (1986) πάθους με την Κιμ Μπέισινγκερ, ενώ παράλληλα εκμεταλλεύεται στο έπακρο τη σκοτεινή αύρα του Ντε Νίρο και δεν διστάζει να λούσει (σχεδόν κυριολεκτικά) με απροσμέτρητη σεξουαλικότητα ένα sitcom είδωλο της εποχής: ο λόγος, φυσικά, για τη φλογερή Λίζα Μπονέ, που είχε  γίνει γνωστή σε έναν διαμετρικά αντίθετο ρόλο, ως η κόρη του Μπιλ Κόσμπι στο The Cosby Show.

Ο Ρουρκ υποδύεται τον ξεπεσμένο ντετέκτιβ Χάρι Έιντζελ, ένα ανθρώπινο ερείπιο που πνίγει τον καημό του στις μπάρες, ο οποίος αναλαμβάνει να ξετρυπώσει έναν αγνοούμενο πρώην αστέρα του τραγουδιού, για λογαριασμό του αινιγματικού και σκοτεινού Λου Σάιφερ (με το διόλου τυχαίο όνομα). Πολύ σύντομα, μια φαινομενικά απλή υπόθεση εξαφάνισης μετατρέπεται σε άγρια καταβύθιση σε έναν κόσμο που μοιάζει να ξεφεύγει από τις δομές του χρόνου και της λογικής. Η Νέα Ορλεάνη, με τις βουντού ιεροτελεστίες και τη λατρεία της μαύρης μαγείας, ανατρέχει σε μια συνθήκη προκατακλυσμιαία, προτού κάνουν την εμφάνισή τους η χριστιανική λογική της ανταμοιβής των ενάρετων και της τιμωρίας των αμαρτωλών, αλλά και η Δυτική εκλογίκευση του άρρητου και του άφατου. Καθώς τα άγρια και τελετουργικά φονικά πολλαπλασιάζονται, ο ντετέκτιβ Έιντζελ βυθίζεται στο αλλόκοσμο και στο ανοίκειο, ανακαλύπτοντας όχι απλώς ότι η κόλαση είναι επίγεια, αλλά ότι πολλές φορές είναι κομμένη και ραμμένη στις πληγές και τις ενοχές μας. «Λένε ότι υπάρχει αρκετή θρησκεία στον κόσμο για να κάνει τους ανθρώπους να μισήσουν ο ένας τον άλλον, αλλά όχι αρκετή για να τους κάνει να αγαπηθούν», αναφέρει σε κάποια στιγμή ο μεφιστοφελικός Λου Σάιφερ και τα λόγια του μοιάζουν ξαφνικά πολύ σοφά.

Η αχαλίνωτη γοητεία που ασκεί το Angel Heart βασίζεται σε δύο κεντρικούς πυλώνες. Αρχικά, στη μαεστρία της υποβολής που παίζει στα δάχτυλα ο Πάρκερ, ο οποίος χτίζει ένα σκηνικό παράνοιας, αποσύνθεσης και υπόγειου τρόμου στο βρόμικο και καυτό φως της ημέρας, μεταφέροντας σχεδόν σωματικά την άπνοια και τον ιδρώτα μιας αποπνικτικής συνθήκης. Δεύτερον, τολμά να ξεδιπλώσει την horror πλοκή της ταινίας σε έναν νουάρ άξονα, όπως φανερώνουν αμέτρητα σύμβολα που επανέρχονται ξανά και ξανά στο κάδρο. Οι σκάλες που στριφογυρίζουν προς ένα προκαθορισμένο έρεβος, οι έλικες και οι προπέλες που μας βυθίζουν σε μια αναπόδραστη δίνη, οι τεθλασμένες αντανακλάσεις σε καθρέφτες και γυάλινες επιφάνειες, τα πειραγμένα καδραρίσματα που παραμορφώνουν την ούτως ή άλλως ρευστή πραγματικότητα.

Με αρωγό το αγχώδες μουσικό μοτίβο του Τρέβορ Τζόουνς, που αποπνέει μια ακαθόριστη (θαρρείς προπατορική) εκκρεμότητα, το Angel Heart συντροφεύει τον καταραμένο ήρωά του σε ένα ταξίδι αποπροσανατολισμού και βίαης αποκάλυψης. Ακριβώς παραδίπλα στέκουν το ανεπούλωτο μεταπολεμικό τραύμα, η θανατερή οσμή του ερωτικού πάθους, η ανοιχτή πληγή του φυλετικού ρατσισμού, η υπόνοια (για να θυμηθούμε και τη διασημότερη ατάκα του The Usual Suspects) ότι το σπουδαιότερο κόλπο του διαβόλου είναι ότι έπεισε τους ανθρώπους πως δεν υπάρχει. Όσο για την εφιαλτική λύση του αινίγματος που βασανίζει τον πρωταγωνιστή, δυστυχώς (και μεγαλοφύως) είναι κρυμμένη στην πιο ύπουλη κρυψώνα: στο Κουτί της Πανδώρας, που πρέπει πάση θυσία να μείνει κλειστό. Ο ντετέκτιβ Χάρι Έιντζελ, αποκαμωμένος και πλανεμένος, βαδίζει τρέχοντας προς μια αλήθεια που ζεματάει σαν βιτριόλι. Είναι ο μόνος που μπορεί να ενεργοποιήσει την κατάρα που τον στοιχειώνει και δεν πρόκειται να κάνει πίσω μέχρι να στείλει τον εαυτό του στην αιώνια κόλαση.




Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Back to Top ↑