Heat

Σκηνοθεσία: Μάικλ Μαν

Παίζουν: Αλ Πατσίνο, Ρόμπερτ Ντε Νίρο, Βαλ Κίλμερ

Διάρκεια:

Έτος παραγωγής: 1995

Ένας βετεράνος αστυνομικός έχει πάρει στο κατόπι έναν σεσημασμένο ληστή. Δυο αμάξια, στο φωτισμένο με neon επιγραφές αυτοκινητόδρομο, λίγο έξω από τον ναό της αποξένωσης, της μοναξιάς και της προδιαγεγραμμένης φαταλιστικής πορείας: το Λος Άντζελες, σε αυτή την ταινία, είναι μάλλον ο τρίτος ισότιμος βασικός χαρακτήρας, μια γυάλινη πεδιάδα που προσκαλεί για ενέδρες, ένας δαίδαλος πλημμυρισμένος από θλιμμένους ανθρώπους που κανείς τους δεν ψάχνει τον μίτο.

Προτού καν η παρακολούθηση μετατραπεί σε υποψία κυνηγητού, ο αστυνομικός πλησιάζει το προπορευόμενο αμάξι και παίζει τα φώτα στον ληστή. Οι δυο τους, κραδαίνοντας σφιχτά τα πιστόλια τους, μιλούν στον πιο ασυνήθιστο τόνο που μπορεί κανείς να φανταστεί: ήρεμα, μειλίχια, πέρα για πέρα φιλικά. Ο διώκτης προσκαλεί τον διωκόμενο για έναν νυχτερινό καφέ, πού αλλού, σε ένα diner, ένα αρχετυπικό νεκροταφείο χρόνου, κλείνοντας την πρόσκλησή του με μια αβίαστη προτροπή. «Follow me”: μονομιάς, οι ρόλοι έχουν επισήμως αντιστραφεί.

Η συγκεκριμένη σεκάνς του Heat (1995) πρόσεφερε σάρκα και οστά σε μια συλλογική σινεφίλ φαντασίωση που σιγοέκαιγε για είκοσι και βάλε χρόνια, από τότε που οι Ρόμπερτ Ντε Νίρο και Αλ Πάτσινο πρωταγωνίστησαν αμφότεροι στο Godfather II, χωρίς όμως να μοιραστούν κάποια σκηνή. Ο Μάικλ Μαν (τότε ακόμη σε αδιανόητα σκηνοθετικά ντουζένια) πέταξε, εξάλλου, τη σκούφια στο άκουσμα της προτροπής του Ντε Νίρο για αποφυγή κάθε είδους προετοιμασίας για τη σκηνή, ούτως ώστε αυτή η πρώτη συνάντηση των δύο χαρακτήρων να αποπνέει αυθεντική αμηχανία.

Ο Μαν, λοιπόν, άφησε στα δύο τοτέμ ανοιχτό γήπεδο προκειμένου να αυτοσχεδιάσουν και να αλληλεπιδράσουν ακόμη και στις πλέον ανεπαίσθητες κινήσεις, τους πιο φευγαλέους μορφασμούς. Έστησε, μάλιστα, τρεις κάμερες (ασχέτως αν δεν χρησιμοποίησε στο final cut κανένα πλάνο-προφίλ), προκειμένου να εξασφαλίσει τη μέγιστη δυνατή αίσθηση πλαστικότητας και ροής στη συζήτηση, την κινησιολογία, τον περιρρέοντα θόρυβο. Εν ολίγοις, χάρισε στην κινηματογραφική ανθρωπότητα μια σκηνή ακράδαντης και αιώνιας ανθολογίας.

Δύο άγρια θηρία κουρασμένα, ξέπνοα αλλά με μάτια γουρλωμένα, απολύτως αφοσιωμένα σε ένα modus vivendi που δεν επιδέχεται εξαιρέσεις, διαλείμματα, αμφιβολίες, δισταγμούς. Δύο κόσμοι που αλληλοσυμπληρώνονται, που δεν υφίστανται ο ένας χωρίς την απειλητική-καθησυχαστική παρουσία του άλλου. Δυο μονομάχοι που μοιράζονται αναμνήσεις και θραύσματα ονείρων (με τον μεν αστυνομικό να εύχεται να επιθυμούσε κάτι διαφορετικό, τον δε ληστή να αποζητά λίγο ακόμη χρόνο στην κλεψύδρα που βλέπει να λιγοστεύει), που απολαμβάνουν την μόνη διαθέσιμη ηρεμία πριν από την αναπόφευκτη καταιγίδα.

Γνωρίζουν πολύ καλά πως η επόμενη συνάντησή τους θα σημάνει τον θάνατο ενός από τους δύο και σκαλίζουν μια εσοχή στον χρόνο, ξεγελώντας για λίγα κλεφτά λεπτά αυτή την πένθιμη βεβαιότητα. Ταγμένοι σχεδόν θρησκευτικά σε μια αποστολή που δεν εξυπηρετεί κανένα απώτερο σκοπό (τη δικαιοσύνη, το χρήμα, την καταξίωση, το ξέπλυμα αμαρτιών, τις τύψεις) παρά τον αυτοσκοπό της αδυναμίας εύρεσης μιας οποιασδήποτε εναλλακτικής διόδου και διεξόδου. Οι δύο αυτοί άνδρες, συγκοινωνούντα δοχεία, ζουν μέσα στην καρδιά της νύχτας, κοιμούνται με τον θάνατο, χορεύουν με νεκρούς, βλέπουν καθαρά και ξάστερα μονάχα μέσα στη νύχτα. Κι είναι αφάνταστα, δομικά και αδιαπραγμάτευτα θλιμμένοι, μολύνοντας με αυτό το ύπουλο μικρόβιο όποιον βρίσκεται στο βεληνεκές τους.

Η μόνη διαφορά μεταξύ τους, η οποία δεν αποτιμάται σε ηθικό ανάστημα αλλά σε αυτογνωσία και γνώθι σαυτόν, αποτυπώνεται στον βαθμό με τον οποίο αντιλαμβάνονται την ύπαρξή τους. Ο αστυνομικός, στοιχειωμένος από το φάντασμα της «κανονικής» ζωής, το οποίο ορθώνεται συνεχώς μπροστά του ως έλλειψη, παράπονο και απαίτηση συντροφικότητας, αφουγκράζεται στην αφοπλιστικής της πληρότητα την αβάσταχτη μοναξιά του. Είναι καταδικασμένος να πλαγιάζει κάθε νύχτα με πτώματα, να αποστερεί αιωνίως από τον εαυτό του το δικαίωμα ακόμη και να εξοργιστεί ή να πληγωθεί όταν βιώσει την προδοσία. Έχει ο ίδιος δρομολογήσει το μονοπάτι της ζωής του, δεν μπορεί ξάφνου να στρέψει αλλού τα παράπονά του, ούτε καν να υψώσει τη φωνή του οργισμένος.

Το αντίπαλο δέος (ή, υπό μία έννοια, το έτερο ήμισυ), αντιθέτως, όντας εθισμένος στο μόνιμο φευγιό, έτοιμος να εγκαταλείψει κάθε συναισθηματικό βαρίδιο σε ένα βλεφάρισμα των ματιών, παλεύει να ξορκίσει κάθε υποψία μοναξιάς από την εκούσια μοναχικότητά του. Χωρίς καμία υπόνοια υποτίμησης των γυναικείων χαρακτήρων, ο Μαν χτίζει έναν ντετερμινιστικό ανδρικό κόσμο μηχανιστικής προσήλωσης και μάταιης περηφάνιας, που δεν αξίζει μία, είτε υπάρχει είτε δεν υπάρχει κάποιο κορίτσι (που λέει και ο Τζέιμς Μπράουν) στην εξίσωση: είναι ευθύς εξαρχής απροσανατόλιστος και ακανόνιστος, με φυσική ροπή προς το υπαρξιακό αδιέξοδο, κουβαλώντας στις πλάτες του μια αδυσώπητη κόπωση.

Δυο ναυαγοί σε μία ξένη γη, σε ένα κόσμο που ζει κι αναπνέει παράλληλα με οτιδήποτε φωτεινό, οι δύο αυτοί εγκάρδιοι μονομάχοι παρακολουθούν ο ένας τις κινήσεις του άλλου, μαντεύουν, προβλέπουν, στήνουν σιωπηρές ενέδρες και την ίδια στιγμή κοιτάζουν πίσω από τον ώμο τους, παλεύοντας να μην τυφλωθούν από το είδωλό τους. Ενός ειδώλου που έχει ύπουλα στηθεί στο βλέμμα του αντιπάλου τους. Όλα τα υπόλοιπα, οι οπτικές και αισθητικές λιχουδιές του Μαν, οι εκπληκτικές νυχτερινές λήψεις, το soundtrack υπόγειας απελπισίας, οι σαρωτικά ενορχηστρωμένες σκηνές από πιστολίδια, ληστείες και κυνηγητά είναι απλώς το μόνο πρέπον ντεκόρ για όσα έχουν ειπωθεί ξάστερα και στεντόρεια.

Αυτοί οι κλέφτες και αστυνόμοι δεν είναι καν βγαλμένοι από σκοτεινά παραμύθια. Δεν είναι υπερβολικά τσακισμένοι ώστε να μην μπορούν να αρθρώσουν λέξη, είναι αντιθέτως τόσο μα τόσο τσακισμένοι που δεν έχουν καμία άλλη επιλογή από το κοινωνήσουνε το δύσμοιρο ριζικό τους, να φιλοσοφήσουν ανελέητα για το ζοφερό τους άχρονο μέλλον. Χωρίς αυτό να σημαίνει ότι θα γεννηθεί οποιαδήποτε ελπίδα για ένα καλύτερο ξημέρωμα.




Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Back to Top ↑
  • CineDogs TV

  • Γιώργος Παπαδημητρίου

  • CineDogs Supporters

  • Cinedogs Opinions

    Βγήκαν, λοιπόν, στις αίθουσες, οι «Νεκροί» του Τζιμ Τζάρμους. Ευκαιρία να μάθουμε την άποψή σας! Ποια είναι η αγαπημένη σας ταινία μυθοπλασίας του πρίγκιπα του coolness;
  • FB Cinedogs

  • Latest