Reviews Moneyball

15 Φεβρουαρίου 2020 |

0

Moneyball

Σκηνοθεσία: Μπένετ Μίλερ

Παίζουν: Μπραντ Πιτ, Τζόνα Χιλ, Φίλιπ Σίμουρ Χόφμαν

Διάρκεια: 133′

H παθιασμένη ενασχόληση με τον αθλητισμό -πέρα από μια συχνή και συχνά καταστροφική παθογένεια- ενδέχεται να κρύβει μέσα της ένα ολόκληρο σεντούκι με σκονισμένους θησαυρούς. Ρομαντικές επιθέσεις υπέρβασης, μικρών θαυμάτων, σκληρά δουλεμένων θριάμβων. Μια αγιάτρευτη πηγή ονειροπόλησης, σαν μια μάταιη διαιώνιση της παιδικής ηλικίας που καταλήγει σε έναν πένθιμο θρίαμβο της νοσταλγίας. Η αδήριτη ανάγκη του ανθρώπου να τρέξει στο καταφύγιο του παιχνιδιού, εκεί όπου καταργούνται –έστω φευγαλέα, έστω μερικώς- ορισμένες από τις ατελείωτες συμβάσεις της κοινωνικής καθημερινότητας. Μια αιώνια δέσμευση ανιδιοτέλειας και πίστης, χωρίς κανένα απτό δέλεαρ. Η τόσο πολύτιμη εξοικείωση με την έννοια της ήττας, η αποδοχή της και η σχεδόν αυτόματη αναπτέρωση ηθικού ενόψει της συνέχειας. Και πάνω από όλα, οι ιστορίες, η βαθιά μας δίψα για εξιστορήσεις μαγικών στιγμών, στιγμών στις οποίες παγώνει ο χρόνος, τα μάτια γουρλώνουν και οι επευφημίες σχίζουν τον άερα.

Το μπέιζμπολ, βαθιά ριζωμένο στην καρδιά του αμερικάνικου ψυχισμού, υπερβαίνει τα όρια ενός απλού αθλήματος. Είναι μια μηχανή παραγωγής θρύλων, άτυπος φορέας ενός πολιτισμικού αταβισμού κι ανεπίσημος εκφραστής ενός ακαθόριστου εθνικού ιδεώδους. Συγχρόνως, ένας συνεκτικός κρίκος γενεών, εποχών, ιστορικών συγκυριών, ριζικών αλλαγών και μετασχηματισμών: το μπέιζμπολ διατρέχει ένα νήμα που ενώνει την προπολεμική Αμερική του Κραχ, το μεταπολεμικό baby boom, τα ταραχώδη 60s, την απομάγευση των 70s, τον νεό-συντηρητισμό των 80s, τον αμήχανο επαναπροσδιορισμό των 90s με τη νέα εποχή ηθών και εθίμων που ανέτειλε με τη νέα χιλιετία. Στην οποία το μπέιζμπολ, υποκύπτοντας στην κοινή μοίρα όλων των σπορ, έχει εμπορευματοποιηθεί κι αυτό, χάνοντας ανεπιστρεπτί ένα κομμάτι από την ανυπολόγιστη συναισθηματική κληρονομιά που κουβαλά.

Το Moneyball του Μπένετ Μίλερ (ενός από τους πιο υποτιμημένους σκηνοθέτες της δεκαετίας που μας αποχαιρετά σε λίγες ημέρες) είναι μια ταινία για όλα αυτά που συμβολίζει και αντανακλά το μπέιζμπολ, αλλά και μια ταινία για τις χίλιες και μία αθέατες μάχες που μαίνονται στη ζωή μας, για το πάντα απροσπέλαστο βουνό των εμμονών, για τη συμφιλίωση με όσα έρχονται και παρέρχονται, αφήνοντας μονάχα ένα εφήμερο χνάρι και όχι μια στέρεα παρακαταθήκη.

Ο Μπίλι Μπιν (ένας Μπραντ Πιτ που παραδίδει μαθήματα τονικότητας, με υποδειγματική εναλλαγή εκρήξεων και εσωτερικότητας) είναι ένας μοναχικός, εσωστρεφής και ιδιότροπος άνθρωπος που ζει με το φάντασμα των ματαιωμένων προσδοκιών. Ένας φέρελπις παίκτης που δεν ανταποκρίθηκε στον πήχη που είχαν θέσει όλοι οι υπόλοιπο για τον ίδιο. H γνώριμη πικρή ιστορία για ένα αιώνιο ταλέντο που έμεινε στα ρηχά νερά της στασιμότητας, της ατολμίας, της ευπάθειας σε τραυματισμούς.

Αναρρώνοντας από ένα σαραβαλιασμένο γάμο που μοιάζει με την αθλητική του καριέρα, πασχίζει να διασώσει την καριέρα του ως μάνατζερ μιας underachieving ομάδος, η οποία αδυνατεί να ανταγωνιστεί τους πιο εύρωστους αντιπάλους της. Το μπέιζμπολ είναι η αυτοκαταστροφή του, το αιώνιο απωθημένο και ο άσβεστος ερωτάς του. Η αγωνία του ξεπερνά τα επίπεδα του επαγγελματικού άγχους και της καριερίστικης ευσυνειδησίας: αγγίζει επίπεδα αυτοεκτίμησης και υπαρξιακής αγωνίας.

Όπως ακριβώς οι άσκοπες βόλτες στο πουθενά στις οποίες αναλώνεται, όντας ανήμπορος να διαχειριστεί το σασπένς και την αβεβαιότητα του αγώνα. Εξάλλου, η απόδοση ενός βαθύτερου νοήματος σε έναν αθλητικό αγώνα έρχεται να κουμπώσει με την εγγενώς αμφίρροπη φύση του (κάθε) παιχνιδιού. Και κάπου εκεί φυτρώνει το μεγαλειώδες παράδοξο της βαθιάς συναισθηματικής εμπλοκής με τον αθλητισμό: πουθενά αλλού δεν συνυπάρχουν τόσο αβίαστα η δικτατορία του αποτελέσματος και η ηθική δόξα της προσπάθειας.

Τα ίδια περίπου ισχύουν και για τον νέο του Διόσκουρο, έναν άνθρωπο που μοιράζεται την ίδια ιδεοληπτική αγάπη για το μπέιζμπολ, την ίδια στιγμή που σου δίνει την εντύπωση ότι δεν γνωρίζει πώς να φορέσει το γάντι ή να κρατήσει το ρόπαλο. Ο Πίτερ Μπραντ του υπέροχου Τζόνα Χιλ, που παραδίδει μια εντυπωσιακή χαμηλόφωνη ερμηνεία, είναι η κινούμενη ενσάρκωση μιας απόλυτης αντίφασης. Διότι η περσόνα και η φιγούρα του έρχονται σε διαμετρική αντίθεση με κάθε πατενταρισμένο στερεότυπο που συνοδεύει το μπέιζμπολ. Οι δυο φίλοι και συνοδοιπόροι θα εφαρμόσουν τον ορισμό της out-of-the-box προσέγγισης.

Η οποία θα έλθει σε αναπόφευκτη ευθεία σύγκρουση με όλη τη μυθολογία και την παράδοση ενός αθλήματος που -όπως κάθε μύθος που σέβεται τον εαυτό του- έχει χτίσει το μεγαλείο του σε θεμέλια άγραφης ευλάβειας που δεν επιδέχονται αμφισβήτησης. Ξάφνου, το ένστικτο και το «μάτι» αντικαθίστανται από νούμερα και στατιστικές αναλύσεις, το παιχνίδι κατακερματίζεται σε επιμέρους κομμάτια και δεν υπόκειται σε σφαιρική ματιά, ο προπονητής γίνεται διακοσμητικός (υπέροχο το κάστινγκ του Φίλιπ Σίμουρ Χόφμαν σε cast-against-type ρόλο), ξεβρασμένοι παίκτες γίνονται αναντικατάστατα και πολύτιμα γρανάζια μιας μηχανής που δεν ψάχνει για υπέρλαμπρους ήρωες αλλά για αθέατους σαμποτέρ, που δεν τους παίρνει το μάτι σου, αλλά κάνουν όλη τη ζημιά.

Το απόλυτα γοητευτικό παράδοξο των δύο αυτών φίλων έγκειται στο ότι ενώ λοιδορούνται από όλες τις πλευρές για τη βλάσφημη προσέγγισή τους στο παιχνίδι, που δεν σέβεται τα ιερά και όσια του διαμαντένιου γηπέδου (ναι, το γήπεδο μπέιζμπολ έχει σχήμα διαμαντιού, μια ακόμη λεπτομέρεια που πασπαλίζει τον μύθο του), οι δυο τους είναι κάθε άλλο παρά εμπνευστές μιας new age εποχής. Είναι, αντιθέτως, δύο αθεράπευτα καψουρεμένοι που ανανεώνουν τη μορφή της ερωτικής εξομολόγησης.

Οι οποίοι, με πλάγιο τρόπο, εισάγουν old school ήθη σε μια εποχή όπου το χρήμα αγοράζει τα πάντα, επιστρέφοντας κατά βάση την κατηγορία που τους βαραίνει στα μούτρα των επικριτών τους. Διότι είναι μάλλον υποκριτικό να διαρρηγνύεις τα ιμάτιά σου για τα «νούμερα που δεν υποκαθιστούν τη γνώση του παιχνιδιού» αλλά την ίδια στιγμή να αποδέχεσαι ότι το παιχνίδι έχει υποκύψει στο δίκιο του ισχυρότερου και του πλουσιότερου. Και την ελική στιγμή της κρίσιμης επιλογής, μπορείς να είσαι σίγουρος ότι οι Μπίλι Μπιν αυτού του κόσμου κάνουν το μεγαλειώδες «λάθος». Εκείνο το εγκληματικό προσπέρασμα της ευκολίας που στριμώχνει τη δόξα σε μια χούφτα βλέμματα, αντί να την απλώσει σε ένα κατάμεστο στάδιο που αλαλάζει.

To Moneyball είναι πάνω απ’ όλα μια ταινία ισοπεδωτικής μελαγχολίας, η οποία επιτείνεται από τη σκοτεινή φωτογραφία -οι συγκρούσεις, τα διλήμματα, οι αμφιβολίες και τα λάθη διαδραματίζονται στους αθέατους χώρους, στους διαδρόμους των αποδυτηρίων και στα στενά γραφεία, παρά στην ανοιχτωσιά του γηπέδου- και ένα soundtrack που μοιάζει με βούρκωμα που δεν γίνεται ποτέ δάκρυ. Με ένα αυτοσχέδιο τραγουδάκι να αποκρυσταλλώνει το τελικό απόσταγμα. Οι χαμένοι μπορεί να μην τα παίρνουν όλα όπως λέει το άσμα, αλλά μπορεί και να εισπράξουν μια γλυκιά ανταμοιβή. Γιατί έδωσαν τον γενναίο αγώνα πρωτίστως με αντίπαλο τον εαυτό τους, τους δαίμονες, τους φόβους και τις ανασφάλειές τους.




Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Back to Top ↑