Reviews Fight Club (1999)

10 Σεπτεμβρίου 2021 |

0

Fight Club (1999)

Σκηνοθεσία: Ντέιβιντ Φίντσερ

Παίζουν: Έντουαρντ Νόρτον, Μπραντ Πιτ, Έλενα Μπόναμ Κάρτερ

Διάρκεια: 139′

Έτος παραγωγής: 1999

Το Fight Club είναι ο παραμορφωτικός καθρέφτης που ο Φίντσερ στήνει απέναντι στη μοντέρνα (δυτική) κοινωνία, την οποία και καλεί να κοιτάξει το είδωλό της. Και είναι καταδικασμένο να παραμείνει επικαίρο από τη στιγμή που η ταραγμένη ψυχή του μοντέρνου ανθρώπου εξακολουθεί να αντικρίζει τις πιο αβυσσαλέες πτυχές της να καθρεφτίζονται στις παλλόμενες εικόνες του. Το Fight Club θα σταματήσει να μας αφορά μονάχα όταν πάψει να φιλοξενεί τον θραυσματικό εαυτό μας, το ιλαρό δράμα, τις μύχιες φοβίες, την επίκτητη παράνοια, τις κωμικοτραγικές μας αποτυχίες και τις τσακισμένες ψευδαισθήσεις μας.

Έξάλλου, ένα αλλοιωμένο είδωλο δεν παύει να αποτελεί αντανάκλαση εκείνου που κοιτάζεται. Απλώς κάποια σημεία υπερτονίζονται, αλλάζουν ενδεχομένως οι διαστάσεις και το σχήμα, όμως αν είσαι σε θέση να δεις, αναγνωρίζεις την καρικατούρα σου. Στην πραγματικότητα, όλα είναι εδώ: η μεταφυσική καταδίκη του μοντέρνου αρσενικού στη ματαίωση -που το μεγάλωσαν γυναίκες και τηλεόραση, με την ιδέα ότι το περιμένει ένα λαμπρό μέλλον εξουσίας, πλούτου και διασημότητας- κι η θηριώδης οργή που τη συνοδεύει. Το ψέμα της αυτοπραγμάτωσης που συνδέσαμε με την υλική πληρότητα και τον μύθο της συνεχούς βελτίωσης.

Το Fight Club έρχεται να αναπληρώσει κενό που βιώνουν οι -στερημένες από τραγωδίες και κοσμογονικά δράματα- ζωές μας. Το τόσο σύγχρονο -και τόσο δυτικό- υπαρξιακό κενό που πρέπει να πληρωθεί έστω με τη βία και τον πόνο γιατί οτιδήποτε είναι προτιμότερο από την απάθεια. Η ανάγκη μιας κάποιας πίστης, ακόμη και καταφανώς γελοίας, ακόμα κι όταν καθιστά εφικτή την επανάσταση ή την υπέρβαση του ατομοκεντρισμού, καταλήγει να υποβιβάζει το συλλογικό φαντασιακό στις διαστάσεις της φάρσας και του μακάβριου αστείου. Γι’ αυτό  και γράφτηκε, μάλλον σωστά, ότι το Fight Club δεν είναι μια ταινία για την προοπτική της ρήξης αλλά για την αδυναμία της (η σκηνή όπου οι “στρατιώτες” του project mayhem τιμούν τον νεκρό Bob -“his name is Robert Paulson”- είναι  χαρακτηριστική).

Το Fight Club αντανακλά τον θάνατο του Θεού ως έναν μακρινό απόηχο μιας ξοφλημένης πατρικής φιγούρας, οι εντολές της οποίας έχουν χάσει οποιοδήποτε νόημα. Ο ιδανικός και σκοτεινός Άλλος που κρύβουμε όλοι μέσα μας, πηγή άγχους και απόγνωσης, αλλά και εφαλτήριο για μια σχάση που απελευθερώνει, φέρνει μεν το χάος και τον όλεθρο, φέρνει όμως και τον εξαγνισμό και την ελπίδα αναγέννησης. Όπως είναι φανερό, αν ο ήρωας του Νόρτον δεν είχε δημιουργήσει τον Tyler Durden, χρησιμοποιώντας ως πρώτη ύλη το χάος των συμπλεγμάτων του, δεν θα μπορούσε να δραπετεύσει από μια αδιέξοδη  ζωή ακραίου σολιψισμού. Κι έπειτα, μονάχα αν τον σκοτώσει θα μπορέσει να βιώσει την ετερότητα, να νοιαστεί για οποιονδήποτε άλλο εκτός από τον εαυτό του. Μονάχα έτσι, για να το θέσουμε απλά, θα κατακτήσει το δικαίωμα να ερωτευτεί τη Μάρλα.

Το μείζον πρόβλημα της κοινωνίας, μοιάζει να μας λέει το Fight Club, έγκειται σε μια βασανιστική αντίφαση. Ενώ ορίζει την ευτυχία με  όρους πάντα μετρήσιμους και μπορεί να μετατρέψει τα πάντα σε αντικείμενο προς πώληση, διάθεση, κατάκτηση και ανταμοιβή -αλέθοντας μέσα της ακόμα και τον τρόμο της θνητότητας- αδυνατεί να αποσύρει απ’ την κυκλοφορία το μοναδικό προϊόν που παράγει ακούσια:  τη μυστηριώδη και ανεξήγητη δυστυχία του ανθρώπου που έχει -ή έστω μπορεί να αποκτήσει- τα πάντα.

Η επιθυμία για δημιουργία, για πρόοδο, υπέρβαση και ευτυχία, προσκρούει στο εμπόδιο ενός κόσμου που έχει ήδη δημιουργήσει, συσσωρεύσει και ξοδέψει τα πάντα. Ο κόσμος μας -στην πιο ιδεατή, θεωρητικά, μορφή του- μοιάζει και καμώνεται πως είναι πλήρης, δίχως ανάγκες και ελλείψεις. Γι’ αυτό και εκτραχύνεται προς έναν πόθο (αυτό)καταστροφής. Γι’ αυτό οι άντρες του Fight Club αισθάνονται υπεράριθμοι, περιττοί, αναλώσιμοι και στο πρόσωπο του άλλου, τιμωρούν τον εαυτό τους για το αμάρτημα να μην είναι τίποτα άλλο παρά καταναλωτές μέτριας ευτυχίας. Νιώθουν ανταλλάξιμοι μεταξύ τους σε έναν πολιτισμό που έχει ουσιαστικά καταργήσει τις διαφορές τους.

Το Fight Club είναι μια ταινία στην οποία η προσταγή του Χέμινγουεϊ write hard and clear about what hurts έχει τηρηθεί κατά γράμμα απ’ τον Τσακ Πόλανικ. Κι ο Φίντσερ, χωρίς διάθεση για πολλά πολλά, την ακολουθεί με πίστη και λύσσα, χρησιμοποιώντας την κάμερά με αντίστοιχο τρόπο. Με σκοπό να βάλει το μαχαίρι βαθιά στην πληγή, να τελειώνει με τις ψευδαισθήσεις και να θίξει τα πραγματικά “σημαντικά” ζητήματα. Τα οποία -ας μην ξεχνάμε και την έμφυτη αβάσταχτη ειρωνεία της ταινίας- ίσως να είναι κι αυτά μια φενάκη του μυαλού.




Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Back to Top ↑