Man of Steel

Μεταφρασμένος τίτλος: «Άνθρωπος από ατσάλι»

Σκηνοθεσία: Ζακ Σνάιντερ

Παίζουν: Χένρι Κάβιλ, Έιμι Άνταμς, Ράσελ Κρόου, Μάικλ Σάνον, Κέβιν Κόστνερ

Διάρκεια: 143΄

Ο πλανήτης Κρύπτον καταστρέφεται κι ένα μωρό στέλνεται στη Γη από τους απελπισμένους γονείς του για να επιζήσει. Ο άνθρωπος από ατσάλι, Καλ Ελ, Κλαρκ Κέντ ή αλλιώς Σούπερμαν, φτάνει από τον πλανήτη Κρύπτον στο Κάνσας και μεγαλώνει σε μια φάρμα από ένα ζευγάρι καλόκαρδων ανθρώπων. Σταδιακά ανακαλύπτει τις δυνάμεις του, πειραματίζεται, τις χρησιμοποιεί διακριτικά όποτε μπορεί για να σώσει ανθρώπινες ζωές, αλλά φοβάται πως ο κόσμος δεν είναι ακόμα έτοιμος να τον δεχτεί. Όταν όμως ο στρατηγός Ζοντ από τον πλανήτη Κρύπτον φτάνει στη Γη με σκοπό να αποικήσει καταστρέφοντας το ανθρώπινο είδος, τότε ο Σούπερμαν θα βάλει τη στολή του και θα δείξει από τι υλικό είναι φτιαγμένος…

Η εμμονή με τον Σούπερμαν είναι αμερικάνικη υπόθεση. Για 80 χρόνια αποτελεί το δημοφιλέστερο ήρωα που ξεπήδησε ποτέ από κόμικ και να σκεφτείτε πως δεν είναι καν… μεταλλαγμένος άνθρωπος. Είναι ένας εξωγήινος με μορφή ανθρώπου και ασύλληπτες δυνάμεις, καταδικασμένος από την καλή του φύση να χρησιμοποιεί τις δυνάμεις του όποτε κάποιος τις χρειάζεται, ενώ στην πραγματικότητα θα ήθελε απλά να ζει ως Κλαρκ Κεντ. Ο Κλαρκ Κεντ (όπως έλεγε και ο Κούεντιν Ταραντίνο δια στόματος Ντέιβιντ Κάρανταϊν στην ταινία “Kill Bill: Vol. 2) είναι το aler-ego του Σούπερμαν, είναι η επιθυμία του να ζει μια «φυσιολογική» ζωή αντλώντας ευχαρίστηση από την ικανοποίηση των φυσικών του αναγκών, διότι στην ουσία ποτέ δεν επέλεξε ή ζήτησε να είναι ο εκλεκτός.

Ο μύθος του Σούπερμαν φέρει ποικίλα νοήματα, από παραλληλισμούς για την αμερικάνικη παντοκρατορία και σχόλια για την αμερικανική ταυτότητα (Αμερικανός γίνεσαι, δεν γεννιέσαι. Μπορεί ο Σούπερμαν να γεννήθηκε στον πλανήτη Κρύπτον, αλλά πατρίδα του είναι το Κάνσας) μέχρι θρησκευτικές προεκτάσεις. Ειδικά σε σχέση με το τελευταίο, στον κατά Ζακ Σνάιντερ Σουπερμαν, ο υπερήρωας μοιάζει όσο ποτέ άλλοτε μ’ έναν θεόσταλτο Μεσσία, μέχρι και υιό του Θεού (διόλου τυχαία η ηλικία που δηλώνει. 33 ετών.), που πρέπει να πολεμήσει τους προσωπικούς του δαίμονες, να πιστέψει στις δυνάμεις του, ώστε να φέρει εις πέρας το θείο έργο του, που δεν είναι άλλο από το να δώσει μια δεύτερη ευκαιρία στην ανθρωπότητα.

Βέβαια, όλα τα παραπάνω δεν σημαίνουν απολύτως τίποτα όσον αφορά την αφηγηματική ικανότητα της ταινίας. Τα αμέτρητα κλισέ διαδέχονται το ένα το άλλο με ρυθμούς γατόπαρδου, οι διάσημοι ηθοποιοί περιορίζονται σε ανέμπνευστους ρόλους καρικατούρα και ο σκηνοθέτης Ζακ Σνάιντερ ξοδεύει όλα τα χρήματα του προϋπολογισμού για τη δημιουργία μιας επικότητας. Με την εξαίρεση όμως μιας σκηνής άκρας τραγικότητας (ο θάνατος του θετού πατέρα του Σούπερμαν) το έπος περιορίζεται σε τουλάχιστον πενήντα λεπτά ασύστολων εκρήξεων. Νομίζω πραγματικά σπάει κάθε ρεκόρ. Ε, και; Πόσες ψηφιακές εκρήξεις να αντέξει ένας άνθρωπος;

Για κάποιον περίεργο λόγο έχω δει όλες της ταινίες του Ζακ Σνάιντερ (βλέπε «Το ξύπνημα των νεκρών», «300», «Watchmen» κ.ά.), έχω διαβάσει συνεντεύξεις του, τον έχω παρακολουθήσει ζωντανά σε συνέντευξη τύπου κι έχω καταλήξει στο εξής συμπέρασμα. Μπορεί να ακουστεί ως επίθεση, αλλά ας πούμε πως πρόκειται απλώς για μια προσωπική εκτίμηση. Είναι ταλαντούχος, εύστροφος, ικανότατος, εμπορικός, ετοιμόλογος, εξαιρετικός στιλίστας, αλλά μέχρι αποδείξεως του εναντίου είναι ρηχός. Θεωρώ πως ο μοναδικός τρόπος για να κάνει μια αληθινά καλή ταινία είναι είτε κατά τύχη είτε αν πέσει στα χέρια του ένα εξαιρετικό σενάριο που δεν πολυκαταλαβαίνει και του πουν: «γύρισέ το έτσι όπως είναι. Μην αλλάξεις τίποτα!» Όμως όταν θα κάνει του κεφαλιού του, τότε  στην καλύτερη των περιπτώσεων απλώς θα ικανοποιεί τις ορέξεις όσων αναζητούν μια ρηχή απόλαυση. Αυτό μονάχα και τίποτα παραπάνω.




Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Back to Top ↑