Ladri di biciclette (Bicycle Thieves)

Εκ πρώτης όψεως φαντάζει μια ασήμαντη μεταφραστική αβλεψία, μια λεπτομέρεια που δεν χρήζει ιδιαίτερης μνείας. Κι όμως, η ελληνική απόδοση της μυθικής ταινίας ως Κλέφτης ποδηλάτων και όχι ως «Κλέφτες ποδηλάτων», όπως επιτάσσει ο πρωτότυπος ιταλικός τίτλος (Ladri di biciclette), συσκοτίζει μια στοχευμένη και χειρουργικά μελετημένη υπόμνηση: σε αυτή την ιστορία τσακισμένης αξιοπρέπειας, δεν υπάρχει μονάχα ένας κλέφτης…

Καθότι, πέρα από την αρχική κλοπή που πυροδοτεί αυτή τη μανιασμένη περιδίνηση στην καρδιά της μεταπολεμικής, καθημαγμένης και ψυχικά σακατεμένης Ρώμης, μια δεύτερη κλοπή είναι που σφραγίζει αμετάκλητα το δράμα των δύο ηρώων μας, προσδίδοντάς του διαστάσεις αρχαιοελληνικής τραγωδίας. Ένας κύκλος αθεράπευτης απελπισίας θα κλείσει με τον μόνο αρμόζοντα τρόπο. Με τη μετακύλιση του λάθους, τη διαιώνιση της απόγνωσης. Η λυσσασμένη ανάγκη, η αγωνιώδης μανία της επιβίωσης, η αδυναμία διαρραγής της προδιαγεγραμμένης πορείας.

Ο Κλέφτης ποδηλάτων (1949), πάντως, διήγε βίους αντίθετους στην Ιταλία και στο διεθνές παλκοσένικο. Έχοντας τιμηθεί με τον προπομπό του Όσκαρ Ξενόγλωσσης Ταινίας, στην οσκαρική τελετή του 1950, κι έχοντας ψηφιστεί από το Sight & Sound ως «η καλύτερη ταινία όλων των εποχών» το 1952, το Ladri di biciclette θεωρήθηκε η κορωνίδα και το επιστέγασμα όλων των διδαχών του Ιταλικού Νεορεαλισμού, η αποκρυστάλλωση όλης της σαγήνης που εξέπεμπε ένα κινηματογραφικό ρεύμα που παλλόταν από χειροπιαστή ζωή πασπαλισμένη με ονειρώδη λυρισμό. Αντιθέτως, στην Ιταλία, η ταινία του Βιτόριο ντε Σίκα βαλλόταν πανταχόθεν, έχοντας αφήσει άπαντες παραπονεμένους.


Τη Ρωμαιοκαθολική Εκκλησία που έπνεε τα μένεα εξαιτίας της σκηνής που υπονοούσε ότι τα εκκλησιαστικά συσσίτια προορίζονταν όχι για τους φτωχούς γενικότερα, αλλά μόνο για τους εκκλησιαζόμενους. Την ιταλική κυβέρνηση που είχε εξοργιστεί με το ότι ο Ντε Σίκα είχε απεικονίσει τη μεταπολεμική Ιταλία ως μία πνευματική και υλική terra cotta. Την ιντελιγκέντσια της ιταλικής Αριστεράς, η οποία δεν μπορούσε να συγχωρήσει στον σεναριογράφο-μύθο του Ιταλικού Νεορεαλισμού Τσέζαρε Τσαβατίνι (που ήταν μάλιστα και μέλος του ιταλικού Κομμουνιστικού Κόμματος) τις αποκλίσεις από την οδό του ορθόδοξου Μαρξισμού.

Τον Λουίτζι Μπαρτολίνι, συγγραφέα του ομότιτλου βιβλίου από το οποίο άντλησε έμπνευση ο Τσαβατίνι, ο οποίος είχε πικραθεί από τις αλλαγές που είχε υποστεί η πλοκή του μυθιστορήματός του (στο βιβλίο, ο κεντρικός ήρωας που πέφτει θύμα κλοπής ανήκει στην αστική τάξη και η αναζήτηση του χαμένου ποδηλάτου τον οδηγεί σε φτωχογειτονιές στις οποίες δεν είχε βρεθεί ποτέ μέχρι εκείνη τη στιγμή). Τους κύκλους των διανοούμενων του Ιταλικού Νεορεαλισμού, οι οποίοι κατηγορούσαν ευθέως τον Ντε Σίκα για μιμητισμό του Τσάρλι Τσάπλιν (φυσικά, ο Ντε Σίκα δεν αρνήθηκε ποτέ πως το τελικό πλάνο της ταινίας αποτελεί ευθεία απόδοση τιμών στον Τσάπλιν, του οποίου υπήρξε μέγας θαυμαστής).

Η Ρώμη του Ladri di biciclette είναι, πέρα από τόπος γενικευμένης ανέχειας και σχεδόν μολυσματικής φτώχειας, ένας δαιδαλώδης λαβύρινθος όπου όλοι οι δρόμοι οδηγούν σε αδιέξοδα, όπου η ανοιχτωσιά είναι μονίμως καπελωμένη, σκεπασμένη από έναν ουρανό που έχει κατέβει απειλητικά χαμηλά. Μια ατελείωτη πανσπερμία από ήχους, βουητά, ξεφωνητά, χάχανα, κλάματα, κόρνες, ένα μόνιμο στρίμωγμα σε δρόμους παστωμένους από σμήνη φτωχοδιάβολων, από ζητιάνους, κλέφτες, πόρνες, βιολαπαιστές και απατεώνες, αγίους και σατανάδες των δρόμων, των καταγωγίων και των ταβερνών. Σε αυτές τις συνθήκες μόνιμου ποδοβολητού και ανθρωποπλημμύρας, η αναζήτηση ενός κλεμμένου ποδηλάτου είναι κάτι περισσότερο από ψύλλος στα άχυρα. Εντούτοις, ο Ντε Σίκα μας παρασέρνει σε ένα ξέπνοο και λαχανιασμένο κυνήγι αυτής της απιθανότητας, στο οποίο ριχνόμαστε απνευστί.

Βασικός ήρωας της ταινίας είναι ένας άνεργος οικογενειάρχης, πατέρας δύο παιδιών, ο οποίος βιώνει μια ανείπωτη ευτυχία όταν βρίσκει δουλειά ως αφισοκολλητής. Όλα όσα πρέπει να γνωρίζουμε για την τραγική του κατάσταση μας έχουν συνοψιστεί ευθύς εξαρχής. Τα κλινοσκεπάσματα της οικογένειας, μεγαλόκαρδη προσφορά της συζύγου του, θα του επιτρέψουν να επανακτήσει το ποδήλατό του -απαραίτητο εργαλείο για τη νέα του δουλειά- το οποίο είχε περάσει προσωρινά στα χέρια του ενεχυροδανειστή.

Τα σεντόνια θα στοιβαχτούν σε ένα ράφι, παρέα με το ταπεινό βιός των λοιπών καταφρονεμένων που έχουν καταφύγει σε ανάλογες έσχατες λύσεις. Η δουλειά ξεκινά κι η αφίσα της Ρίτα Χέιγουορθ αποπνέει την αίσθηση ενός πικρόχολου καγχασμού για μια πολιτεία ξεχασμένη από θεό και ανθρώπους. Η επικείμενη κλοπή, φυσικά, δεν συνιστά στοιχείο έκπληξης στην πλοκή, καθότι ο τίτλος μας έχει προδιαθέσει ήδη για αυτή τη δραματική εξέλιξη.

Η κλοπή, λοιπόν, θα οδηγήσει έναν άνδρα του οποίου ο ψυχισμός ήδη κρέμεται από μία κλωστή σε μια φρενήρη και ασταμάτητη σταυροφορία εύρεσης του ποδηλάτου, που αποκτά χροιά άγιου δισκοπότηρου και συμβολικού περάσματος σε μια συνθήκης στερνής ελπίδας. Ο αποκαρδιωμένος πατέρας συνοδεύεται σε αυτή την καταβύθιση, που διατρέχει κάθε γωνιά και σπιθαμή μιας πόλης σαραβαλιασμένης -και ανοχύρωτης (νεορεαλιστικό inside joke, το πιάσατε;) απέναντι στην ιδιοτέλεια και τον κυνισμό- από τον μικρό του γιο.

Η παρουσία του, πάντα υποστηρικτική, ποτέ επικριτική ή μουτρωμένη, κορυφώνει την ενσυναίσθηση και αποκαλύπτει σταδιακά το (ακόμη) βαθύτερο δράμα. Σε ένα κόσμο ατελείωτων εκπτώσεων, η παράνοια της εξαθλίωσης θέτει τα πάντα σε δεύτερη μοίρα. Ο πατέρας λησμονεί σχεδόν την ύπαρξη του παιδιού, το οποίο θα μπορούσε κάλλιστα να βρεθεί πνιγμένο (εκπληκτική η σκηνή όπου ο πατέρας τρομοκρατείται στιγμιαία ακούγοντας ότι ένα παιδί έπεσε στο ποτάμι και ανακουφίζεται όταν πιστοποιεί ότι ο γιος του είναι ακόμη εκεί) ή παρασυρμένο από τα διερχόμενα αμάξια.


Ο Ντε Σίκα, μεγαλοφυώς και με μία μεγαλοπρεπή απλότητα, μας χαρίζει μια σκηνή διαφυγής από την πνιγηρή πραγματικότητα, η οποία εν τέλει λειτουργεί ως βασανιστική υπενθύμισή της. Ένα φευγαλέο διάλειμμα ζωής και γέλιου, σε ένα κόσμο όπου φτιάχτηκε για να προσφέρει ταλαιπωρία και βάσανο. Ένα ταπεινό γεύμα σε μια πιτσαρία, γεμάτο σπαρακτικά ολίγιστους θριάμβους, καταφύγιο για τις στοιχειώδεις και αυθόρμητες φαντασιώσεις.

Ένα αφελές πατρικό καμάρι για τις πρώτες γουλιές κρασί του αγοριού, ένα αγόρι που μιμείται τα πιο καλοζωισμένα και χορτάτα αγόρια που ζηλεύει απέναντί του. Και ξάφνου, νιώθεις τα πόδια και τα μάτια σου να τρέμουν μπροστά σε ανυπολόγιστες ποσότητες ανθρωπιάς. Καθοδόν προς ένα φινάλε που σου ματώνει την καρδια με τα πιο απλά υλικά. Η ασύγκριτη βία της αναξιοπρέπειας, της χλεύης και της διαπόμπευσης. Το αγιάζι της απογοήτευσης. Το πιο γλυκό σφίξιμο χεριού στην ιστορία του σινεμά.




Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Back to Top ↑
  • CineDogs TV

  • Γιώργος Παπαδημητρίου

  • CineDogs Supporters

  • Cinedogs Opinions

    Βγήκαν, λοιπόν, στις αίθουσες, οι «Νεκροί» του Τζιμ Τζάρμους. Ευκαιρία να μάθουμε την άποψή σας! Ποια είναι η αγαπημένη σας ταινία μυθοπλασίας του πρίγκιπα του coolness;
  • FB Cinedogs

  • Latest