Haywire

Σκηνοθεσία: Στίβεν Σόντερμπεργκ

Παίζουν: Τζίνα Καράνο, Γιούαν ΜακΓκρέγκορ, Μάικλ Φασμπέντερ, Αντόνιο Μπαντέρας, Μάικλ Ντάγκλας.

Διάρκεια: 93’

Μεταφρασμένος τίτλος: «Η τιμωρός»

Ο Στίβεν Σόντερμπεργκ, μιλώντας για τη νέα του ταινία, ανέφερε ως κύριο σημείο αναφοράς τις James Bond movies (των οποίων δηλώνει λάτρης) και δη το «Από τη Ρωσία με αγάπη» (1963), ιδιαίτερα ως προς τον τρόπο με τον οποίο θα πρέπει να χτίζεται ένας χαρακτήρας σε μία κατασκοπική ταινία δράσης. Όποιες τέλος πάντων κι αν ήταν οι επιρροές του συμπαθούς σκηνοθέτη, το αποτέλεσμα που βλέπουμε εμείς επί οθόνης είναι ένας κάπως συγκεχυμένος φόρος τιμής στα κατασκοπικά b-movies. Η ωμή φινέτσα που ξεπροβάλλει ανά στιγμές δεν αρκεί για να δώσει ταυτότητα. Ο Σόντερμπεργκ δεν θέτει οποιοδήποτε genre υπό οποιαδήποτε επαναδιαπραγμάτευση, άλλωστε ουδόλως θα όφειλε. Σκηνοθέτης είμαι και το κέφι μου θα κάνω, όχι φαφλατάς πολιτικός που υπόσχεται μεταρρυθμίσεις, απολύτως δεκτό. Το πρόβλημα έγκειται λοιπόν αλλού και όχι σε κάποια αποτυχημένη νεκρανάσταση. Ο Σόντερμπεργκ, ως γνωστόν, ζει και αναπνέει για το στυλ, το αναζητά όμως με τόσο ζήλο που αποστερεί από την ταινία το προνόμιο της αυτό-αναίρεσης, τη δυνατότητα προσφυγής σε μία σαρκαστική υπονόμευση.

Ο τρόπος με τον οποίο ξεδιπλώνεται μπροστά μας η ιστορία είναι ενδεικτικός. Ένα άτσαλο φλας μπακ, το οποίο προκύπτει σχεδόν καταναγκαστικά και ολίγον τι από το πουθενά. Τίποτα άλλο παρά ένα βιαστικό πρόσχημα για να ανοίξουν ένα προς τα ένα τα κεφάλαια της δράσης και όπου λέμε «δράση», εννοούμε απλά και ξάστερα «ξύλο». Η παραπάνω υπεραπλούστευση θα μπορούσε να γίνει αποδεκτή, αν την έπαιρνε στοργικά στην αγκαλιά του ένα καλοζωισμένο σενάριο. Στην περίπτωσή μας δυστυχώς, το σενάριο είναι απλώς ένα κολάζ προφάσεων προκειμένου η ηρωίδα μας να κάνει έναν ακόμη θανάσιμο εχθρό της να δει τα ραδίκια ανάποδα. Η ιερή μανία της εκδίκησης δεν διαπερνά τον αρχικό φλοιό του απλού αγνού ξυλοφορτώματος. Ακούμε το καμπανάκι του επόμενου γύρου και προστίθεται ένα ακόμη όνομα στη λίστα των προδοτών που θα πρέπει να το πληρώσουν. Όσο για τη συνεχή εναλλαγή των τοποθεσιών, άσκοπη γαρνιτούρα για να καλύψει τις αδυναμίες του κυρίως πιάτου. Από τις διάφορες γαρνιτούρες πάντως, καλύτερη αποδεικνύεται η καταλανική, με την σπιντάτη σκηνή καταδίωξης στους δρόμους της Βαρκελώνης.

Αν αναρωτιέστε αν διαβάσατε σωστά λίγο πιο πάνω, μια χαρά διαβάσετε, κανένας δαίμων του πληκτρολογίου. Ο κεντρικός μας χαρακτήρας είναι γυναικείος, στοιχείο στο οποίο μάλλον δίνει υπέρ το δέον έμφαση ο Σόντερμπεργκ στοχεύοντας να μας κρατήσει το (όποιο) ενδιαφέρον αμείωτο. Δεν πρόκειται μάλιστα για μία οποιαδήποτε γυναίκα, αλλά για την Τζίνα Καράνο, η οποία κάνει την παρθενική της κινηματογραφική εμφάνιση. Στην εκτός σινεμά καθημερινότητά της, η Τζίνα διαπρέπει στις μικτές πολεμικές τέχνες, ενώ για ένα φεγγάρι είχε διατελέσει και μέλος των «American Gladiators», εκπομπή την οποία, αν είστε περίπου συνομήλικοί μου και δη αγοράκια, ευελπιστώ να βλέπατε και εσείς μανιωδώς στα παιδικά σας χρόνια. Η νεόκοπη πρωταγωνίστριά παίρνει λοιπόν αριστείο στο κλωτσομπουνίδι, πιάνει τη βάση στις ομιλούσες σκηνές και μένει μετεξεταστέα σε αυτές που οφείλει να φανεί καυτό θηλυκό. Δεν είναι δα και εύκολο να γίνεις ο θηλυκός Στίβεν Σιγκάλ από τη μια μέρα στην άλλη. Το πιο χτυπητό πάντως ελάττωμα στις one on one μονομαχίες της ταινίας είναι ότι, τουλάχιστον στην πλειονότητα των περιπτώσεων, μοιάζουν να πραγματοποιούνται σε ρινγκ. Που είναι η χορογραφία, που είναι η ένταση και η μουσικότητα; Εμφατική εξαίρεση η σκηνή του ξενοδοχείου, στην οποία ο Μάικλ Φασμπέντερ δεν φανταζόταν τι του έμελλε να πάθει. Δυστυχώς, σε όλα μάλλον τα επίπεδα, η ταινία βασίζεται σε εξαιρέσεις, σε στιγμές έξαρσης.

Μιας που αναφέρθηκε ο Μάικλ ο Φασμπέντερ, οι αντίπαλοι που εξολοθρεύει το κυνηγημένο θηλυκό αγρίμι ερμηνεύονται από μία πλειάδα αστεριών του Χόλιγουντ, οι οποίοι δεν προσθέτουν καμία δραματουργική πινελιά, πέρα από το ότι είναι μάλλον πιο ευχάριστο να βγαίνει νοκ άουτ ένας διάσημος πρωταγωνιστής από ένα κορίτσι, παρά ένας άσημος κομπάρσος. Όπως προαναφέραμε, οι σκόρπιες στιγμές στις οποίες η μπαγκέτα του Σόντερμπεργκ βρίσκει ρυθμό, καθώς και το μουσικό score του Ντέιβιντ Χολμς, διασώζουν την ταινία από το ολοκληρωτικό ναυάγιο. Μολαταύτα, αναλογιζόμενος κανείς τα περασμένα μεγαλεία του «The Limey» («Ο Εγγλέζος», 1999), κυριεύεται αυτόματα από μία έντονη μελαγχολία. Μην μου πείτε ότι δεν έχετε δει το «The Limey», με τον Τέρενς Σταμπ; Εκδίκηση, μελαγχολία, ειρωνεία, στυλ, η θλίψη της απόσυρσης. Δείτε το.

Προς το παρόν, δείτε το τρέιλερ της ταινίας:




Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Back to Top ↑