HAPPY FEW

Σκηνοθεσία: Αντονί Κορντιέ

Παίζουν: Ελοντί Μπουσέ, Μαρίνα Φουά, Νικολά Ντουβοσέλ, Ροσντί Ζεμ

Διάρκεια: 103΄

 Μεταφρασμένος τίτλος: “Κρεβάτι στα τέσσερα”

Μια τριαντάρα φίλη κάποτε μου αφηγήθηκε την εξής προσωπική ιστορία: Αυτή και το αγόρι της πήγανε μαζί μ’ ένα φιλικό ζευγάρι να περάσουν το σαββατοκύριακο σε ένα παραδοσιακό ξενώνα. Το πρώτο βράδυ οι τέσσερίς τους την πέσανε στη φλοκάτη δίπλα απ’ το τζάκι, είχανε πιει και λίγο κρασί παραπάνω, υπήρχε ευφορία. Σε κάποια στιγμή τα δυο κορίτσια αστειευόμενα (αυτά τα δήθεν απενοχοποιημένα πλην προκλητικά γυναικεία αστεία)  έδωσαν ένα φιλί μεταξύ τους και τα μάτια των δυο αγοριών γούρλωσαν. Η ατμόσφαιρα είχε γίνει αμετάκλητα ερωτική, οπότε χωρίς να το πολυκαταλάβουν άρχισαν να ερωτοτροπούν αλλάζοντας ζευγάρια. Η φάση κυλούσε πολύ όμορφα κι ερεθιστικά μέχρι που το δεύτερο αγόρι (όχι αυτός που τα είχε με τη φίλη μου) ένιωσε αρκετά αμήχανα βλέποντας την κοπέλα του να απολαμβάνει τα χάδια του άλλου και αποχώρησε από την τετράδα. Όταν ρώτησα τη φίλη μου (η οποία παραδόξως και παρεμπιπτόντως είναι ζηλιάρα και κτητική) πώς της φάνηκε η εμπειρία, μου απάντησε πως ήταν άκρως διεγερτική κι ενδιαφέρουσα. Όταν στη συνέχεια τη ρώτησα πώς ένιωθε να βλέπει τον φίλο της να… κυλιέται στα χαλιά με άλλη κοπέλα, μου απάντησε πως όσο ένιωθε ότι ο φίλος της χρησιμοποιούσε την κοπέλα μονάχα ως ένα προκαταρκτικό εργαλείο και ότι στην πραγματικότητα επιθυμούσε και ποθούσε αυτήν και μόνο αυτήν, τότε λειτουργούσε και για αυτήν ευεργετικά. Όσο για το αγόρι της παρέας που σηκώθηκε κι έφυγε, μάλλον δεν άντεξε να βλέπει τον πόθο στα μάτια της δικής του κοπέλας. Η κατάληξη; Μετά από εκείνο το βράδυ δεν ξαναθίχτηκε μεταξύ τους το θέμα, ενώ η φίλη μου χώρισε για άλλους (μάλλον) λόγους μετά από μερικούς μήνες.

Αυτή η ιστορία έχει πάρα πολύ μεγάλο ενδιαφέρον πρώτον διότι είναι αληθινή και δεύτερον διότι ασχέτως αν είναι ακραία, αν συμφωνείτε ή όχι, έχει τη δική της εσωτερική λογική. Από την άλλη η ταινία «Κρεβάτι στα τέσσερα» είναι μια χαώδης τρικυμία δίχως αληθοφάνεια, αρχή, μέση και τέλος. Δυο δυσλειτουργικά ζευγάρια γνωρίζονται και μέσα σε πέντε λεπτά ανταλλάζουν με κοινή συναίνεση τους ερωτικούς συντρόφους τους και μπλέκονται σ’ ένα ηδονικό κουαρτέτο στο οποίο χάνουν την μπάλα. Τα ελαττώματα, όμως, είναι αμέτρητα. Η ιστορία δίνεται με τέτοιο τρόπο που πάσχει από οποιαδήποτε αίσθηση πειστικότητας, οι χαρακτήρες δεν αναλύονται επαρκώς με αποτέλεσμα οι πράξεις τους να μοιάζουν ασύνδετες, ασυνάρτητες και τα κίνητρά τους ανεξήγητα, αν όχι ανύπαρκτα. Ο σκηνοθέτης από την άλλη θεωρεί πως αν φορτώσει την ταινία με διαλόγους (υπάρχει ακόμα και μια τετράλεπτη αφήγηση της παραβολής του άσωτου υιού, την οποία για κάποιο λόγο οι τέσσερις χαρακτήρες αγνοούν παντελώς…), αν συρράψει τρεμάμενα πλάνα με την κάμερα στο χέρι, κι αν δείξει ουκ ολίγες φορές γυναικεία και αντρικά γυμνά σώματα, τη μια φορά μάλιστα πασαλειμμένα με αλεύρι, θα κάνει μια ταινία πολύ «προχωρημένη», «προκλητική» και «ανοιχτόμυαλη». Αυτό τελικά που καταφέρνει είναι μια τρύπα στο νερό, ένα κάλπικο δοκίμιο πάνω στα σεξουαλικά αδιέξοδα των αστών και μια ανόητα δοσμένη «υπερ-εξευρωπαϊσμένη» εκδοχή των ανθρώπινων σχέσεων.

Είμαι οπαδός της πρόκλησης και του τολμηρού κινηματογράφου. Το σοκ είναι θεμιτό. Επιβάλλεται ο θεατής να νιώθει άβολα και αμήχανα. Η ακρότητα στην τέχνη είναι ευγενής. Εδώ, όμως, έχουμε μονάχα την πρόθεση κι αυτή μένει στο «δήθεν». Το αποτέλεσμα είναι μια βαρετή αστειότητα.

Όπως δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα “Τύπος της Θεσσαλονίκης”.




Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Back to Top ↑