Κάθριν Χέπμπορν: κάτι περισσότερο από σταρ

Το ημερολόγιο έγραφε 12 Μαΐου του 1907 όταν αντίκρισε για πρώτη φορά το φως του κόσμου μια ηθοποιός που έχει αιωνίως καπαρωμένη θέση στο χρυσό πάνθεον της κινηματογραφικής ιστορίας. Η Κάθριν Χέπμπορν όχι μόνο κατέχει το απόλυτο ρεκόρ στα κερδισμένα βραβεία Όσκαρ, όντας η μόνη ηθοποιός (και των δύο φύλων) που έχει καταγράψει 4 οσκαρικές νίκες, αλλά η αύρα της τραβούσε το αγαλματίδια σαν μαγνήτης, με τρόπο σχεδόν μεταφυσικό.

Διότι πώς αλλιώς να εξηγήσει κανείς το γεγονός ότι 3 ογκόλιθοι του σινεμά, οι Τζέιμς Στιούαρτ, Χάμφρεϊ Μπόγκαρτ και Χένρι Φόντα κατέληξαν να κερδίζουν το μοναδικό Όσκαρ της καριέρας τους συμπρωταγωνιστώντας στο πλευρό της Κάθριν; Σαν να μην έφταναν όλα αυτά, ας συνυπολογίσουμε στην όλη κουβέντα το ότι η Κέιτ Μπλάνσετ κέρδισε το πρώτο από τα δύο της Όσκαρ υποδυόμενη την Κάθριν Χέπμπορν στο Aviator του Μάρτιν Σκορσέζε!

Η Xέπμπορν καταγόταν από εύρωστη οικογένεια, γεγονός που της επέτρεψε να ακολουθήσει μια ασυμβίβαστη καριέρα, προβαίνοντας σε κινήσεις που άλλες σταρ της εποχής ούτε καν μπορούσαν να φανταστούν (θα επανέλθουμε αργότερα σε αυτό). Έχοντας φτιάξει ήδη όνομα στο θεατρικό σανίδι (το οποίο όχι απλώς δεν εγκατέλειψε, αλλά υπηρέτησε με θέρμη σε όλη της την καριέρα), η Χέπμπορν εμφανίστηκε για πρώτη φορά στη μεγάλη οθόνη στην ταινία A Bill for Divorcement (1932) του Τζορτζ Κιούκορ, με τον οποίο έμελλε να συνεργαστεί άλλες 9 φορές.

Ένα χρόνο αργότερα, το 1933, στη μόλις τρίτη εμφάνισή στον κινηματογράφο, η Χέπμπορν κατακτά το πρώτο από τα τέσσερα Όσκαρ της καριέρας της, για την ερμηνεία της στην ταινία Morning Glory (επόμενη φώτο). Την ίδια χρονιά, η δημοφιλία της Χέπμπορν απογειώνεται, καθώς αποσπά διθυραμβικές κριτικές για τον ρόλο της στην ταινία Little Women, την πρώτη μεταφορά του διάσημου ομότιτλου μυθιστορήματος στον ομιλόντα κινηματογράφο (είχαν προηγηθεί δύο βωβές). Κάπου εκεί, όμως, τα πράγματα αρχίζουν να παίρνουν μια απρόσμενη και διόλου ρόδινη τροπή…

Η κάτω βόλτα της Χέπμπορν ξεκίνησε με το Spitfire (1934), όπου υποδύεται μια βουκολική βουνίσια κοπέλα, το οποίο υπήρξε μεν εμπορική αποτυχία, αλλά εισέπραξε αποκαρδιωτικές κριτικές. Η Χέπμπορν, στην αυτοβιογραφία της, αναφέρει πως κρατούσε πάντα στο υπνοδωμάτιό της μια φωτογραφία από τον συγκεκριμένο ρόλο για να θυμίζει στον εαυτό της να παραμένει ταπεινή παρά τη λάμψη της επιτυχίας. Από το σημείο αυτό κι έπειτα, ξεκινά ένα απίστευτο μπαράζ αποτυχιών που διαδέχονται η μία την άλλη, τόσο σε επίπεδο box office όσο και επίπεδο κριτικής υποδοχής. Τερματικός σταθμός αυτής της κατηφόρας υπήρξε η ταινία Bringing up baby (1938, επόμενη φώτο) του Χάουαρντ Χοκς, με συμπρωταγωνιστή τον Κάρι Γκραντ, μια απολαυστικότατη screwball κωμωδία, η οποία μυστηριωδώς κατακρεουργήθηκε από κοινό και κριτικούς.

Η Χέπμπορν, που στο μεταξύ προκαλούσε σάλο στα μέσα της εποχής με τις αδιανόητα προκλητικές και φιλελεύθερες δηλώσεις της (γεγονός που ουδόλως άλλαξε με τα χρόνια, φανταστείτε πάντως πως ερωτώμενη για το αν θέλει να γίνει μητέρα, είχε απαντήσει πως έχει ήδη πέντε παιδιά στο σπίτι, δύο λευκά και τρία μαυράκια), είχε φτάσει σε χρόνο dt από το ζενίθ στο ναδίρ, έχοντας πλέον λάβει τον χαρακτηρισμό “Box Office Poison”. Ενδιαμέσως, το 1936, σε ένα ακόμη χτύπημα που θα είχε λυγίσει άλλες επίδοξες σταρ, η Χέπμπορν κυνήγησε με πάθος τον ρόλο της Σκάρλετ Ο’ Χάρα στο Όσα παίρνει ο άνεμος, με τον παραγωγό Ντέιβιντ Ο. Σέλζνικ να την απορρίπτει, θεωρώντας πως δεν έχει την απαιτούμενη σεξουαλικότητα. «Δεν μπορώ να φανταστώ τον Ρετ Μπάτλερ να τρέχει από πίσω σου για 12 ολόκληρα χρόνια» ήταν τα ακριβή πικρόχολα λόγια του…

Παρόλα αυτά, η Χέπμπορν κατόρθωσε να πραγματοποιήσει ένα ασύλληπτο come back, στηριζόμενη μάλιστα αποκλειστικά στις δικές της εμπνεύσεις και τολμηρές αποφάσεις. Αρχικά, έχοντας φυσικά και την άνεση κινήσεων που εξασφαλίζει το λυμένο βιοποριστικό ζήτημα, αποφάσισε να εξαγοράσει το υπόλοιπο του τοξικού της συμβολαίου με την RKO, σε μια κίνηση αδιανόητη για τα χρονικά, καθώς όλοι οι μεγάλοι σταρ επεδίωκαν την ασφάλεια μια σταθερής «στουντιακής» στέγης. Αμέσως μετά, η Χέπμπορν αγόρασε τα δικαιώματα του θεατρικού έργου The Philadelphia Story, στο οποίο πρωταγωνιστούσε η ίδια, προτού καν αυτό ανέβει στη σκηνή. Η πρεμιέρα του έργου στη Νέα Υόρκη, το 1939, υπήρξε θριαμβευτική και ξάφνου όλα τα μεγάλα στούντιο πολιορκούσαν την Χέπμπορν για τα δικαιώματα του έργου. Η ίδια επέλεξε να τα πουλήσει στην MGM, υπό δύο όρους: α) να πρωταγωνιστήσει η ίδια στην ταινία (1940, επόμενη φώτο), β) να διαλέξει τον συμπρωταγωνιστή της (διάλεξε τον Τζέιμς Στιούαρτ, ο οποίος κέρδισε το μοναδικό Όσκαρ της λαμπρής του καριέρας).

Η ταινία έκαψε καρδιές, η Χέπμπορν βρέθηκε καβάλα στ’ άλογο και έχοντας πλήρη συναίσθηση ότι στη βράση κολλάει το σίδερο, δεν έχασε την ευκαιρία για μια back to back επιτυχία. Το 1941, λοιπόν, όταν το πρώτο draft από το σενάριο της ταινίας Woman of the Year (που ταίριαζε σαν γάντι στον αληθινό της χαρακτήρα και της απέφερε την 4η οσκαρική υποψηφιότητα) έπεσε στα χέρια της, η Χέπμπορν έσπευσε να το παρουσιάσει στον σκηνοθέτη και παραγωγό Τζόζεφ Λ. Μάνκιεβιτς, ζητώντας παράλληλα και μια εξωφρενικά υψηλή αμοιβή. Ο Μάνκιεβιτς λάτρεψε το αρχικό υλικό, η Χέπμπορν συνέβαλε δραστικά στην τελική μορφή που έλαβε το σενάριο και, για δεύτερη σερί φορά, είχε το προνόμιο να διαλέξει συμπρωταγωνιστή.

Διαλέγοντας τον Σπένσερ Τρέισι για παρτενέρ (επόμενη φώτο), η Χέπμπορν έκανε μια επιλογή που άλλαξε τον ρου της ζωής της. Η Χέπμπορν και ο Τρέισι συνδέθηκαν ερωτικά, υπήρξαν το -ίσως- πιο λαμπερό ζευγάρι του χολιγουντιανού στερεώματος, ενώ παρέμειναν μαζί ώς τον θάνατο του δεύτερου, το 1967, γυρίζοντας συνολικά 9 ταινίες ως πρωταγωνιστικό δίδυμο. Η δεκαετία του ’40 ήταν μάλλον η πιο «ήσυχη» στην καριέρα της Χέπμπορν, η οποία, πέρα από τις λιγοστές εμφανίσεις της στο σινεμά, απείχε ολοκληρωτικά και από το θέατρο. Και φυσικά, ακολουθώντας την πατροπαράδοτη συνταγή, πραγματοποίησε δυναμική επιστροφή στη δεκαετία του ’50, παραμένοντας στην κορυφογραμμή για άλλα 30 χρόνια, σχεδόν καταλύοντας κάθε άγραφο νόμο της βιομηχανίας του σινεμά που ήθελε τις θηλυκές σταρ να παίρνουν την κατιούσα από μια ηλικία και μετά.

Το 1951, το Τhe African Queen (επόμενη φώτο) του Τζον Χιούστον της απέφερε μια ακόμη υποψηφιότητα (χαρίζοντας, παράλληλα, στον Μπόγκι το μοναδικό του αγαλματίδιο), ενώ το 1955 η Χέπμπορν πρωταγωνίστησε στο εξαιρετικό Summertime του Ντέιβιντ Λιν (η ταινία γυρίστηκε στη Βενετία και η Χέπμπορν, βουτώντας ένα βρόμικο κανάλι, απέκτησε μόνιμη μόλυνση στο μάτι). Στα τέλη της δεκαετίας, ήρθε η πιο επεισοδιακή στιγμή στην καριέρα της, όταν πρωταγωνίστησε στη μεταφορά του θεατρικού έργου Suddenly Last Summer του Τένεσι Γουίλιαμς στη μεγάλη οθόνη, καθώς στη διάρκεια των γυρισμάτων η σχέση με της με τον παλιό της γνώριμο, και σκηνοθέτη της ταινίας, Τζόζεφ Μάνκιεβιτς έφτασε σε οριακό επίπεδο.

Παρόλα αυτά, η ταινία σημείωσε μεγάλη εισπρακτική επιτυχία, αποφέροντας στην Χέπμπορν μια ακόμη οσκαρική υποψηφιότητα. Μάλιστα, ο ίδιος ο Γουίλιαμς εντυπωσιάστηκε τόσο πολύ από την ερμηνεία της Χέπμπορν που έγραψε έχοντας αυτήν κατά νου το θεατρικό έργο The Night of the Iguana. Εντέλει, η Χέπμπορν αρνήθηκε ευγενικά τον ρόλο, ο οποίος κατέληξε στην Μπέτι Ντέιβις, ενώ τρία χρόνια αργότερα, το έργο μεταφέρθηκε στη μεγάλη οθόνη από τον Τζον Χιούστον.

Μπαίνοντας στη δεκαετία του ’60, η Χέπμπορν πρωταγωνίστησε σε μια ακόμη μεταφορά ενός θρυλικού θεατρικού έργου, στην κινηματογραφική διασκευή του A Long Day’s Journey into Night του Γιουτζίν Ο’ Νιλ (συγχωρήστε μας, αλλά αρνούμαστε τον πούμε Ευγένιο), δια χειρός Σίντνεϊ Λιούμετ, όπου η Χέπμπορν εισέπραξε ψίχουλα σε σύγκριση με τις παγιωμένες αμοιβές της. Τα επόμενα πέντε χρόνια, η Χέπμπορν έκανε ένα μεγάλο διάλειμμα στην καριέρα της, καθώς αφοσιώθηκε στη φροντίδα του συντρόφου της, Σπένσερ Τρέισι, ο οποίος πλέον αντιμετώπιζε πολύ σοβαρά προβλήματα υγείας. Η μεγάλη της επανεμφάνιση ήρθε το 1967, όταν πρωταγωνίστησε στο Guess who’s coming to dinner? (επόμενη φώτο) του Στάνλεϊ Κράμερ, στο πλευρό του Σίντνεϊ Πουατιέ και -φυσικά- του Τρέισι.

Η ταινία αυτή, που απέφερε το δεύτερο Όσκαρ στην Χέπμπορν, έμελλε να είναι η τελευταία κοινή κινηματογραφική εμφάνιση του αγαπημένου ζευγαριού, καθώς ο Τρέισι άφησε την τελευταία του πνοή 17 μόλις μέρες μετά τη λήξη των γυρισμάτων. Ένα χρόνο αργότερα, κι αφότου αποφάσισε να διοχετεύσει όλη τη θλίψη του πένθους σε αφοσίωση στην τέχνη της, η Χέπμπορν κέρδισε για δεύτερη σερί χρονιά το Όσκαρ (εξ ημισείας με την Μπάρμπαρα Στράιζαντ του Funny Girl) για την ερμηνεία της στο ιστορικό δράμα εποχής The Lion in the Winter, στο πλευρό του Πίτερ Ο’ Τουλ (ο οποίος, σε πλήρη αντίθεση με τη Χέπμπορν, υπέφερε από έναν άτυπο «οσκαροδιώκτη» σε όλη του την καριέρα, κατέχοντας το αρνητικό ρεκόρ με τις περισσότερες ατελέσφορες υποψηφιότητες στην ιστορία του θεσμού).

Η Χέπμπορν, στη δεκαετία του ’70, στράφηκε στην τηλεόραση, κερδίζοντας μάλιστα και ένα βραβείο ΕΜΜΥ για την ερμηνεία της στην τηλεταινία Love among the Ruins, σε σκηνοθεσία του αγαπημένου της Τζορτζ Κιούκορ. Το 1981, σε ηλικία 74 ετών, η Χέπμπορν έγραψε το όνομά της με χρυσά γράμματα στην ιστορία των Όσκαρ κερδίζοντας το τέταρτο αγαλματίδιό της, κατέχοντας την πρωτιά στη σχετική λίστα (επίσης, η Χέπμπορν έχει 12 συνολικά υποψηφιότητες, φιγουράροντας στη δεύτερη θέση της ιστορίας, σε ισοβαθμία με τον Τζακ Νίκολσον, πίσω μονάχα από τη Μέριλ Στριπ).

Η ταινία On Golden Pond (επόμενη φώτο), σε σκηνοθεσία Μαρκ Ράιντελ, αποτελεί μεταφορά του ομότιτλου θεατρικού έργου του Έρνεστ Τόμσον, τα δικαιώματα του οποίου είχε αγοράσει η Τζέιν Φόντα, έχοντας κατά νου τον πατέρα της, Χένρι Φόντα, για τον πρωταγωνιστικό ρόλο. Όπερ και εγένετο, με τον Φόντα να κερδίζει (κι αυτός) το μόνο Όσκαρ της σπουδαίας καριέρας του, στο πλευρό της Χέπμπορν, που ανέβηκε στο βάθρο για τέταρτη φορά.

Όταν λέμε πάντως «ανέβηκε στο βάθρο» το εννοούμε αυστηρώς μεταφορικά. Κι αυτό διότι η Χέπμπορν, σε πλήρη αρμονία με το αντισυμβατικό του χαρακτήρα της και την πλήρη περιφρόνηση της πεπατημένης, παρευρέθηκε μια και μόνο φορά σε οσκαρική τελετή, κι αυτή όχι για να παραλάβει κάποιο βραβείο, αλλά για να απονείμει: ήταν το 1974, όταν παρουσίασε το Irving G. Thalberg Memorial Award, με το οποίο η Ακαδημία τίμησε τον παραγωγό Λόρενς Γουαϊνγκάρτεν Η τελευταία εμφάνιση της Χέπμπορν σε κινηματογραφικό πλατό ήρθε το 1994, σε ηλικία 87 ετών, στην τηλεοπτική ταινία One Christmas, που βασίζεται στο ομώνυμο διήγημα του Τρούμαν Καπότι. H Κάθριν Χέπμπορν, πλήρης ημερών και εμπειριών, αποχαιρέτησε μια ζωή γεμάτη συγκινήσεις στις 29 Ιουνίου 2003, σε ηλικία 96 ετών




Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Back to Top ↑