Tributes A Todd Haynes Tribute

2 Ιανουαρίου 2018 |

0

A Todd Haynes Tribute

Το ψαχούλεμα των μύθων – Οι τεθλασμένες βιογραφίες

Μία από τις σταθερές του έργου του Χέινς έγκειται στο ξεψάχνισμα διάφορων μυθικών μορφών της τέχνης. Όχι όμως με τη λογική του καθαγιασμού και της θεοποίησης που τόσο έχουν ταλαιπωρήσει τα biopic films του σύγχρονου σινεμά. Ο Χέινς αποπειράται να στραγγίξει το περιρρέον συναίσθημα και χρησιμοποιεί τους μύθους ως αφορμή για να ξεδιπλώσει περίτεχνους (ή και εξεζητημένους, ενίοτε) πειραματισμούς στις έννοιες της ταυτότητας, των ρόλων, του πλαισίου αναφοράς και της απεγνωσμένης ανάγκης για έκφραση. Στο μεγάλου μήκος ντεμπούτο του με τον τίτλο Poison (1991), o Χέινς καταπιάνεται με την εμβληματική φιγούρα του Ζαν Ζενέ, φτιάχνοντας ένα κινηματογραφικό τρίπτυχο που θεωρήθηκε σημαδούρα του new queer cinema.  Ντοκιμαντερίστικο στυλ, ρετρό χόρορ και δράμα φυλακής αλληλοεξοντώνονται, εντούτοις συνυπάρχουν εκστατικά, σε ένα ομολογουμένως εξτραβαγκάν ντεμπούτο, το οποίο προκάλεσε τη μήνη της American Family Association…

Επτά χρόνια αργότερα, το Velvet Goldmine προκάλεσε μία έκρηξη αποριών σε σχέση με τους σκοπούς του. Επικήδειος λόγος της glam rock σκηνής, φόρος τιμής στο πασπαλισμένο με στρας και χρυσόσκονη μεγαλείο της ή μία ωδή στην μεταμορφωτική και απελευθερωτική δύναμη της τέχνης; Ο Ντέιβιντ Μπόουι, ο Ίγκι Ποπ και ο Λου Ριντ παρελαύνουν χωρίς να κατονομάζονται, μα πιο πολύ εκπνέουν τη μυθική τους ανάσα σε μία ιστορία αναμόχλευσης έξαλλων μνημών ενός νεαρού δημοσιογράφου  – πρώην ξετρελαμένου fan (Κρίστιαν Μπέιλ). Εννιά χρόνια αργότερα, ο Χέινς τραβάει το εν λόγω μοτίβο στα άκρα με το I’m Not There (το οποίο μισήθηκε από πολλούς, αλλά και αγαπήθηκε παθιασμένα από λίγους), εξαϋλώνοντας σχεδόν κατά κυριολεξία τον μύθο του Μπομπ Ντίλαν. Έξι διαφορετικοί ηθοποιοί (μεταξύ των οποίων και η Κέιτ Μπλάνσετ!) ενσαρκώνουν -ή μάλλον αποδομούν στα εξ ων συντίθενται- κάθε αδιόρατη και αφηρημένη όψη του φαινομένου Ντίλαν.

Η ρευστή δομή της ταυτότητας  – Οι εύθραυστοι ρόλοι

Η σύλληψη της κεντρικής ιδέας του Safe (1995), της δεύτερης μεγάλου μήκους ταινίας του Χέινς, είναι πράγματι καθηλωτική. Μία μεσοαστή νοικοκυρά (Τζούλιαν Μουρ), η οποία επί της ουσίας αναπτύσσει βίαιη και απειλητική αλλεργία απέναντι στην ίδια της ύπαρξη. Ο αληθινός κόσμος καθίσταται επώδυνος και επίφοβος και η πρωταγωνίστρια υποχωρεί ολοένα και πιο βαθιά προς την παράνοια, αναζητώντας ένα ασφαλές καταφύγιο. Με ένα φινάλε αμφιλεγόμενο και γεμάτο ερωτηματικά ως προς το αν η ηρωίδα μας αγγίζει τη χειραφέτηση ή την ολοκληρωτική παραίτηση.

safe

Στον αντίποδα, το Far from Heaven (2002) δεν υιοθετεί το ίδιο σκηνοθετικό στυλ της κλινικής και αποστασιοποιημένης ματιάς. Αντιθέτως, αποτίνει ένα κομψό και γεμάτο ζεστασιά φόρο τιμής στα μελοδράματα του μεγάλου Αμερικάνου σκηνοθέτη Ντάγκλας Σερκ. Οι σχέσεις που αναπτύσσει η καλοβαλμένη νοικοκυρά της καλής κοινωνίας του Κονέκτικατ (και πάλι συναντούμε την Τζούλιαν Μουρ στον πρωταγωνιστικό ρόλο) με τον Αφροαμερικάνο κηπουρό της και με την επίσης Αφροαμερικανή υπηρέτριά της παραπέμπουν εμμέσως στις ταινίες του Σερκ All that Heaven Allows και Imitation of Life, αντιστοίχως.

Το Far from Heaven είναι ένα άτυπο εγκώμιο σε μία κινηματογραφική εποχή, μία τρόπον τινά αποκατάσταση μιας περιοριστικής συνθήκης. Κάπως έτσι θα γυρνούσε εκείνη την εποχή ορισμένες ταινίες του ο Σερκ, αν τυχόν του επιτρεπόταν να θίξει λίγο πιο εξόφθαλμα και λίγο πιο βαθιά ορισμένα θέματα ταμπού (κρύπτο-ομοφυλοφιλία, δια-ταξικές σχέσεις, καταπίεση της κοινωνικής ευμάρειας κτλ).


Κάπως έτσι φτάνουμε στο πολύ πρόσφατο κομψοτέχνημα, που ακούει στον τίτλο Carol. Με πρώτη ύλη το βιβλίο The Price of Salt, που έγραψε η Πατρίσια Χάισμιθ στα νιάτα της, προτού δηλαδή καθιερωθεί ως συγγραφέας μυστηρίου και διπρόσωπων ηρώων και το οποίο αναγκάστηκε να υπογράψει με ψευδώνυμο λόγω του λεσβιακού έρωτα που κυριαρχεί στην πλοκή του. Κάτι πολύ περισσότερο από ανάπλαση εποχής, από δριμύ κατηγορώ σε ένα παλαιάς κόπιας συντηρητισμό, από queer movie κι από καλοφτιαγμένο ρομάντζο, το Carol κατορθώνει κάτι πολύ δύσκολο. Αιχμαλωτίζει την έλξη, την προσμονή, τις μικρές τρεμάμενες χορδές των αισθημάτων. Με ένα πρωταγωνιστικό δίδυμο, στο οποίο θα έπρεπε κανονικά να μοιραστεί εξ ημισείας το Όσκαρ Α’ Γυναικείου Ρόλου.




Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Back to Top ↑