Reviews When Father Was Away On Business (Otac na službenom putu)

25 Νοεμβρίου 2019 |

0

When Father Was Away On Business (Otac na službenom putu)

Σκηνοθεσία: Εμίρ Κουστουρίτσα

Παίζουν: Μίκι Μανόλοβιτς, Mιριάνα Καράνοβιτς, Μουσταφά Ναντάρεβιτς

Διάρκεια: 136′

Ήδη από τον τίτλο, είναι πέρα για πέρα ξεκάθαρο το ποιος βρίσκεται στη θέση του οδηγού. Το παιδικό βλέμμα είναι ο ξεναγός μας, είναι το φίλτρο μέσα από το οποίο διαθλώνται όλα τα δραματικά γεγονότα που πρόκειται να ακολουθήσουν. Ένα παιδικό βλέμμα που καταπραΰνει και γλυκαίνει τη σκληρή πραγματικότητα, αλλά πολλές φορές την επιτείνει κιόλας, με τρόπο σπαρακτικό. Διότι αποτυπώνει με τον πιο κρυστάλλινο τρόπο την αναπάντητη απορία και την πικρή έκπληξη. Ο Μπαμπάς λείπει σε ταξίδι για δουλειές, λοιπόν, ή τουλάχιστον αυτό εισπράττει ως κατευναστική εξήγηση ο ανήλικος Μάλικ κάθε φορά που διερωτάται για την παρατεταμένη απουσία του πατέρα του από το σπίτι.

Η προστασία των παιδιών από μια συνθήκη ακατανόητου πόνου πολύ συχνά ανοίγει μια κερκόπορτα, από την οποία εισβάλλει μια απροσδιόριστη ποσότητα νοθευμένης ενηλικίωσης. Μια ακαθόριστη αίσθηση ότι υπάρχει κάτι πιο σκοτεινό, κάτι έστω διαφορετικό, από τους γονεϊκούς εφησυχασμούς. Μια πρώτη υπόνοια ότι αυτός ο κόσμος είναι γεμάτος από (άλλου τύπου) παραμύθια και παραμυθάδες. Αυτή ακριβώς την ουτοπία (με την κυριολεκτική-ετυμολογική έννοια του όρου) της παιδική ματιάς που φτιάχνει ένα κόσμο που κινείται ανάμεσα στην αδυσώπητη αλήθεια και την πλαστή υπόσχεση, γραπώνει υποδειγματικά ο Εμίρ Κουστουρίτσα, στη δεύτερη ταινία της φιλμογραφίας του.

Το Ο Μπαμπάς λείπει σε ταξίδι για δουλειές, μια ταινία που ήρθε σχεδόν ως φυσική συνέχεια του καταπληκτικού ντεμπούτο Ποιος θυμάται την Ντόλι Μπελ; (1981) και έφυγε από την Κρουαζέτ των Καννών με τον Χρυσό Φοίνικα το 1985, αποτελεί –πιθανώς- την πιο χαμηλόφωνη και «γήινη» ταινία του Σέρβου σκηνοθέτη. Η δράση τοποθετείται αρχικά στο Σαράγιεβο της πρώην ενωμένης Γιουγκοσλαβίας, το καλοκαίρι του 1950, εν μέσω μιας πολιτικής κρίσης που αντιστρέφει τα ειωθότα.

Τούτη τη φορά, δεν είναι οι αντισταλινικές κουβέντες που ενδέχεται να σε στείλουν μια ωραία πρωία σε κάποιο αναμορφωτικό στρατόπεδο, αλλά το ακριβώς αντίθετο, οι υπόνοιες φιλοσταλινικής διάθεσης. Κι αν όλα αυτά ηχούν παράδοξα, δεν πρέπει να λησμονούμε ότι βρισκόμαστε στον απόηχο του περιβόητου «σχίσματος» μεταξύ του Τίτο και του Στάλιν (ο πρώτος εναντιωνόταν σθεναρά στην πειθάρχηση στην επίσημη σοβιετική γραμμή), το οποίο οδήγησε στην αποπομπή της Γιουγκοσλαβίας από την Κομινφόρμ το 1948.

Ο Κουστουρίτσα συλλαμβάνει στην εντέλεια, μέσα από ανεπαίσθητες λεπτομέρειες και την καλλιέργεια μιας σφαιρικής απορρύθμισης (λιγότερο εξόφθαλμος ο τόνος, σε σύγκριση με τη μετέπειτα καριέρα του), μια συνθήκη εγγενούς και αδιαπραγμάτευτου παραλογισμού. Χαρακτηριστική η εναρκτήρια σκηνή στην οποία ένας αγρότης καταφεύγει σε σπανιόλικους σκοπούς για να μιλήσει για τους καημούς της φτωχολογιάς, προκειμένου να έχει το κεφάλι του ήσυχο: όταν τόσο τα αμερικάνικα όσο και τα σοβιετικά τραγούδια συνιστούν τεκμήριο προδοσίας, επιστρατεύεται η ευρηματικότητα ώστε να βρεις λίγη ανάσα ανάμεσα στις Συμπληγάδες.

Την ίδια στιγμή, ο Κουστουρίτσα υπαινίσσεται ευφυώς την καλά κρυμμένη κοινοτοπία (όχι του Κακού α λα Χάνα Άρεντ, αλλά) του κάθε λογής αυταρχισμού. Η μοίρα του πρωταγωνιστή (ο λατρεμένος Μίκι Μανόλοβιτς) σφραγίζεται όχι από κάποια γενικόλογη κατάχρηση εξουσίας ή ένα ασαφές κυνήγι φαντασμάτων, αλλά από τη ζοχάδα μιας πληγωμένης ερωμένης και τον ερωτικό φθόνο ενός ζηλιάρη άσπονδου συγγενή (που τυγχάνει, παράλληλα, υψηλά ιστάμενος στον κομματικό ιστό). Το περιπαικτικό επιμύθιο είναι σαφές: οποιαδήποτε λοβοτομημένη επιβολή συμμόρφωσης προς ένα δογματικό μοντέλο υπακοής (όποιο κι αν είναι αυτό), δεν μπορεί ποτέ να λειτουργήσει ως δικλείδα ασφαλείας υψηλών και φαντασιακών ιδανικών: είναι, αντιθέτως, ένα μονίμως διαθέσιμο δεκανίκι για την ικανοποίηση της μικροπρέπειας, της φτήνιας, της χυδαιότητας.

Παράλληλα, η ταινία δεν εκτρέπεται στη μελιστάλαχτη σεμνοτυφία ή σε κάποια εξιδανικευμένη εκδοχή της παιδικής (ή όποιας) αθωότητας. Αυτό το οδοιπορικό απώλειας και ατελείωτης συνθηκολόγησης δρομολογείται μεν από το παιδικό βλέμμα, αλλά δεν πέφτει στην παγίδα του αχρείαστου εξωραϊσμού. Ο πατέρας του Μάλικ δεν ηρωοποιείται σε κανένα σημείο της διαδρομής (ίσα ίσα, η ανειλικρίνειά του μπορεί να τον καταστήσει μέχρι και αντιπαθή), η λύτρωση δεν καταφθάνει ουρανοκατέβατη, ο βαθύτερος πυρήνας της ταινίας δεν εξαντλείται στη σκιαγράφηση της άνωθεν καταπίεσης.

Η χρόνια υπνοβασία του Μάλικ, ένα πανέξυπνο και συνετά αξιοποιημένο σεναριακό εύρημα, είναι το διαβατήριο που θα τον οδηγήσει σε ένα κόσμο κατακτημένης ενηλικίωσης, ένα κόσμο γεμάτο διάψευση και αυτογνωσία. Η διαχείριση της απουσίας, η αβάσταχτη θλίψη για τη ζωή που συνθλίβεται από αόρατες αλλά και αυτοσχέδιες παγίδες, η αδιανόητη κούραση του να προχωράς μπροστά έχοντας το κεφάλι στραμμένο προς τα πίσω, όλα τα παραπάνω ισορροπούν ιδανικά σε ένα σημείο πλήρους ανισορροπίας. Ο σπαραγμός διαλύεται σε γέλιο και αντίστροφα, το ιλαρό μπλέκεται αμετάκλητα με το θανάσιμα σοβαρό. Και οι ενοχές, πάντα παρούσες, στέκουν απέθαντες. Ένα στερνό αποκούμπι μιας μάταιης άγραφης δικαιοσύνης.




Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Back to Top ↑
  • CineDogs TV

  • Γιώργος Παπαδημητρίου

  • CineDogs Supporters

  • Cinedogs Opinions

    Τα "Παράσιτα" του Μπονγκ Τζουν-χο βγαίνουν στις αίθουσες και εμείς θέλουμε να μάθουμε. Ποιος είναι ο αγαπημένος σας Χρυσός Φοίνικας την τελευταίας 5ετίας;
  • FB Cinedogs

  • Latest