Reviews Once Upon a Time in Anatolia

26 Ιανουαρίου 2021 |

0

Once Upon a Time in Anatolia

Σκηνοθεσία: Νουρί Μπιλγκέ Τζεϊλάν

Παίζουν: Γιλμάζ Ερντογάν, Τανέρ Μπιρσέλ, Μουχάμεντ Ουζουνέρ, Αχμέτ Μουμτάζ Ταϊλάν

Διάρκεια: 157’

Σαν να έχει τρυπώσει απρόσκλητη σε κάποιο όνειρο, η κάμερα κρυφοκοιτάζει από ένα θαμπό παράθυρο. Τρεις ανδρικές φιγούρες κουβεντιάζουν και τσιμπολογούν, γελούν, διασκεδάζουν συντροφικά. Εμείς δεν θα τους ακούσουμε ούτε μια στιγμή, αλλά θα νιώσουμε τις δονήσεις της οικειότητας. Όταν ο ένας από τους τρεις πλησιάσει τον φακό, η κάμερα θα αποτραβηχτεί σχεδόν τρομαγμένη. Δεν είναι η θέση μας εκεί, είδαμε ό,τι χρειαζόταν, δεν θα μας χαριστεί ούτε μια ματιά παραπάνω.

Στην αμέσως επόμενη σκηνή, μια πομπή από αμάξια αρχικά αχνοφαίνεται στο πάνω δεξιά μέρος του κάδρου, καθώς εισβάλλει σε ένα σκηνικό απεραντοσύνης και απόλυτης σιωπής. Ένα τοπίο ατέρμονο και άχρονο, λουσμένο στα χρώματα ενός δειλινού που δεν λέει να τελειώσει. Οι άνθρωποι, με τα εφήμερα πάθη και τα αδιάκοπα λάθη, πλανεμένοι ταξιδιώτες που έχουν χάσει τον δρόμο τους και πασχίζουν να βρουν την άκρη του νήματος σε έναν λαβύρινθο ανοιχτωσιάς. Να ξετρυπώσουν ένα υποτυπώδες νόημα που κρύβεται σε κοινή θέα, μέσα σε μια αλήθεια προϋπάρχουσα και αιώνια. Ακριβώς σαν τη φύση της Ανατολίας, που εξαφανίζει κάθε υπόνοια κατεύθυνσης ή προορισμού.

Ένας σκυθρωπός δολοφόνος, σαν φάντασμα που ήρθε απευθείας από την κόλαση και περιφέρεται ανάμεσα στους ζωντανούς, καλείται να υποδείξει την ακριβή τοποθεσία όπου έχει θάψει το πτώμα ενός άνδρα που δολοφόνησε. Ο εισαγγελέας που ανέλαβε τον φάκελο της υπόθεσης, ο αστυνομικός που διεξήγαγε την ανάκριση και ο γιατρός που θα συντάξει το ιατροδικαστικό πόρισμα είναι οι τρεις επικεφαλής μιας κουστωδίας που συμπληρώνεται από σκαφτιάδες, στρατιώτες και γραφειοκράτες.

Οι ώρες περνούν βασανιστικά, οι απογοητεύσεις και οι ματαιώσεις διαδέχονται η μία την άλλη, και το ταξίδι που φάνταζε αρχικά διεκπεραιωτικό διολισθαίνει σταδιακά προς τη ματαιότητα, καθώς η νύχτα σκεπάζει το τοπίο. Οι περιπλανώμενοι άνδρες, παλεύοντας να διασκεδάσουν τον εκνευρισμό και την ανησυχία τους, πιάνουν κουβέντα για τα πάντα, εκκινώντας από τα ευτελή, όπως την ποιότητα του βουβαλίσιου γιαουρτιού, και φτάνοντας έως τα βαθύτερα υπαρξιακά ζητήματα της ζωής.

 

Σε αυτές τις απόμερες εσχατιές, όπου θαρρείς κανείς άνθρωπος δεν πάτησε το πόδι του από την εποχή των πρωτόπλαστων, η εγκαρτέρηση του Περιμένοντας τον Γκοντό συναντά τον στοχασμό των διαλόγων του Τσέχοφ, σε μια αλληγορία για την εύθραυστη και μονίμως ατελή φύση του ανθρώπου. Η αναζήτηση του δολοφονημένου άνδρα, ενδεδυμένη με ένα ηθικό σκοπό απόδοσης δικαιοσύνης, σιγά σιγά ξεθωριάζει και φθίνει. Μετατρέπεται σε μια παμπάλαια ιστορία που περνά από στόμα σε στόμα, γίνεται ένα παραμύθι που δεν ξέρεις αν το έζησες στ’ αλήθεια ή στο διηγήθηκαν κάποτε, ξεκινώντας με τα λόγια Κάποτε στην Ανατολία.

Το Once Upon a Time in Anatolia (2011), ίσως η κορυφαία στιγμή σε ολόκληρη τη φιλμογραφία του Τούρκου auteur Νουρί Μπιλγκέ Τζεϊλάν, όχι μόνο αποκηρύσσει κάθε μονοδιάστατο ορισμό της -εξ ορισμού ρευστής και ευμετάβλητης- αλήθειας, αλλά αποκαθηλώνει κάθε σταυροφορία για την αναζήτησή της ως μια πράξη ανώφελη, ανεπαρκή και (κατά βάθος) απελπισμένη. Διόλου τυχαία, άλλωστε, σε ένα μοτίβο που επαναλαμβάνεται διαρκώς σε αυτό το μελαγχολικό ταξίδι, οι παγιωμένες και προβλεπόμενες διαδικασίες, όπως η σύνταξη αναφορών, η διευκρίνιση του ακριβούς γεωγραφικού στίγματος, καθώς και η διενέργεια της νεκροψίας, αδυνατούν να γραπώσουν τις βαθύτερες στρώσεις της αλήθειας, η οποία συνεχώς ξεγλιστρά και διαφεύγει, αλλάζοντας σχήμα και μορφή.

Ευδιάκριτα χωρισμένο σε τρεις πράξεις, το Bir Zamanlar Anadolu’da χτίζει αλλεπάλληλες κορυφώσεις στις πλέον ανύποπτες στιγμές, υπερβαίνοντας και καταργώντας όλα τα στεγανά μίας procedural crime movie. Στο πίσω φόντο, ως μια αδιάκοπη υπενθύμιση ενός ανεξήγητου Κακού που φωλιάζει μέσα μας, αυτό το πτώμα που δεν λέει να βρεθεί, ρίχνοντας βαριά τη σκιά του στους αποκαμωμένους οδοιπόρους. Ξέπνοοι και εξαντλημένοι, αποφασίζουν να περάσουν τη νύχτα σε ένα απομονωμένο χωριό, ζητώντας στέγη από τον μουφτή-δήμαρχο της φτωχικής κοινότητας. Ξαφνικά, το σπιτικό βυθίζεται στο σκοτάδι (πανέξυπνο το εύρημα της διακοπής ρεύματος), την ίδια στιγμή που ο αέρας μαστιγώνει αλύπητα αυτή την τραχιά και ξεχασμένη γη.

Σε αυτό το σκηνικό αποσύνθεσης και εγκατάλειψης, η πανέμορφη κόρη του μούφτη, που αναλαμβάνει να σερβίρει τσάι στους μουσαφίρηδες, φωτισμένη από μια λάμπα σαν να επρόκειτο για επουράνιο πλάσμα, ενσαρκώνει μια υπόγεια επιθυμία συντριβής και λύτρωσης. Σε ένα καθεστώς νεκρικής σιγής όπου ο κάθε ήχος μοιάζει ιερός, οι συνταξιδιώτες βιώνουν μένουν αποσβολωμένοι (ή και κάτι περισσότερο από αποσβολωμένοι, στην περίπτωση του δολοφόνου που ξεσπά σε ενοχικούς λυγμούς κάθαρσης) μπροστά σε μια απρόσκλητη ομορφιά, που σχεδόν νιώθουν πως δεν άξιζαν να αντικρίσουν. Αυτή η απόκοσμη φιγούρα αγνότητας είναι ο από μηχανής καταλύτης που θα κινήσει σε συμβολικό επίπεδο τα νήματα, δίνοντας (προσωρινό) τέλος στο βασανιστικό αδιέξοδο.

Έχοντας ξεθάψει το πτώμα, οι τέσσερις βασικοί πρωταγωνιστές επιστρέφουν στην πόλη, καταπτοημένοι από μια κόπωση που δεν σχετίζεται με τη σωματική καταπόνηση, αλλά με το υπαρξιακό φορτίο. Και για πρώτη φορά στη ζωή τους θα αντικρίσουν κατάματα τις απωθημένες πληγές και τα αδόκητα κρίματα μιας ξοδεμένης ζωής που έχασε όλες τις κρίσιμες στροφές. Ακόμη κι έτσι, όμως, ακόμη και μετά τη συνειδητοποίηση ότι οι καλές προθέσεις δεν προσφέρουν την παραμικρή παρηγοριά, η ελπίδα θα βρει τον τρόπο να τρυπώσει στο κάδρο. Σε σχήμα κύκλου, και πάλι μέσα από ένα θαμπό παράθυρο, που αγναντεύει όμως αυτή τη φορά τον έξω κόσμο. Όπου ίσως και να ξεπροβάλλει ένα αύριο λιγότερο σκληρό, λιγότερο άδικο για όσους δεν έφταιξαν σε τίποτα.




Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Back to Top ↑