The Conversation

Σκηνοθεσία: Φράνσις Φορντ Κόπολα

Παίζουν: Τζιν Χάκμαν, Τζον Καζάλ, Σίντι Γουίλιαμς

Διάρκεια: 113’

Μεταφρασμένος τίτλος: «Η συνομιλία»

Μια ηλιόλουστη Κυριακή, στο κέντρο του Σαν Φρανσίσκο. Η Union Square έχει φορέσει τα γιορτινά της και ξεχειλίζει από ζωή. Αυτό που ακούγεται αρχικά, από απόσταση, ως εμβατήριο σύντομα μεταμορφώνεται σε τζαζ αυτοσχεδιασμούς που πλαισιώνονται από φωνητικά χάδια και καταλήγουν σε μακρινά χειροκροτήματα. Ένας μακιγιαρισμένος μίμος τρέχει πέρα-δώθε στην πλατεία, μιμούμενος κάθε περαστικό που συναντά. Ξάφνου, κάποιες παρεμβολές στον ήχο, σαν παράσιτα, εισβάλλουν στο κάδρο και δημιουργούν μια πρώτη αίσθηση ακαθόριστης ανησυχίας. Η κάμερα, ούτως ή άλλως, αιωρείται πάνω από τα κεφάλια των ανθρώπων, όχι όμως προστατευτικά, αλλά μάλλον εποπτικά και ελεγκτικά.

Σύντομα, ο φακός φιξάρει σε μια φιγούρα με καπαρντίνα και γυαλιά. Αυτός ο άνδρας φορά ακουστικό, κουβαλά μια σακούλα, προσπερνά ευγενικά τον μίμο και απομακρύνεται βιαστικά από την πλατεία. Το βλέμμα του φακού τον ακολουθεί ενώ χάνεται εκτός κάδρου. Η αρχική εντύπωση, λοιπόν, σχεδόν επικυρωμένα πια, δεν είναι παρά μια ψευδαίσθηση. Η πρώτη εικόνα κρύβει, το δίχως άλλο, πολλά αφανέρωτα μυστικά. Προτού ακόμη αποχωρήσουν από την οθόνη οι τίτλοι έναρξης, ο Φράνσις Φορντ Κόπολα μας έχει δώσει όλο το ζουμί. Καλώς ήρθατε, λοιπόν, σε ένα κόσμο όπου τίποτα δεν είναι όπως φαίνεται, όπου τα πάντα είναι αντικείμενο μιας στενής και λαίμαργης παρακολούθησης.

Το The Conversation, που γυρίστηκε στο ενδιάμεσων των δύο πρώτων Νονών, βασίζεται σε μια σεναριακή ιδέα που τριβέλιζε στο μυαλό του Κόπολα ήδη από τα τέλη της προηγούμενης δεκαετίας, με τη χρονική συγκυρία να αποδεικνύεται εν τέλει σχεδόν αστρικά ευνοϊκή. Το σκάνδαλο Watergate ήδη από την προηγούμενη χρονιά (σημ: το διαβόητο συμβάν στο ξενοδοχείο Watergate συνέβη στις 17 Ιουνίου 1972, αλλά το 1973 ήταν που οι αποκαλύψεις άρχισαν να δημιουργούν θηλιά γύρω από την προεδρεία του Νίξον, ο οποίος εξαναγκάστηκε σε παραίτηση τον Αύγουστο του 1974, περίπου 4 μήνες αφότου κυκλοφόρησε το The Conversation στις αίθουσες) συνταράσσει την αμερικανική κοινή γνώμη, η οποία έχει πλέον πάψει να θεωρεί την προσωπική της σφαίρα απροσπέλαστη και απαραβίαστη. Ακόμη χειρότερα, αντιμετωπίζει την ίδια την κυβέρνηση της χώρας ως ένα Μεγάλο Αδελφό που έχει την ικανότητα, αλλά πάνω απ’ όλα τη βούληση, να τρυπώσει στα ενδότερα κάθε ιδιωτικού βίου για να εξυπηρετήσει σκοτεινούς σκοπούς.

Ας επιστρέψουμε, όμως, σε εκείνη τη σκιώδη φιγούρα που ξεπροβάλλει από το πουθενά και επιστρέφει στο πουθενά στην εναρκτήρια σκηνή. Ο μαγευτικός Τζιν Χάκμαν (σε έναν ρόλο που αρχικά προοριζόταν για τον Μάρλον Μπράντο) υποδύεται τον Harry Caul, έναν επαγγελματία ωτακουστή, έναν αόρατο διαρρήκτη που εισβάλλει, χωρίς ποτέ να γίνεται αντιληπτός, στις ζωές των άλλων. Ο Caul από την πρώτη κιόλας στιγμή μοιάζει να έχει ανοσία από το μικρόβιο της ανθρώπινης επικοινωνίας, δείχνει απρόσβλητος από τη δύναμη της συναισθηματικής επαφής.

Ένας στην εντέλεια κουρδισμένος κρύπτο-sociopath, που επενδύει όλο του το είναι στη μυσταγωγία της εργασίας του, περιβάλλοντας την όλη διαδικασία με μια μεταφυσική-θρησκευτική ευλάβεια. Η καταγραφή, ο συγχρονισμός, το καθάρισμα από τις εξωγενείς παρεμβολές, η σκιαγράφηση του ηχητικού αποτυπώματος, μια τελετή μπολιασμένη με την ιδεοληψία της λεπτομέρειας και τον αχό της σιωπής. Ακούμε μονάχα όσα ακούει ο Caul, αλλά προσπαθούμε εν τέλει να αφουγκραστούμε. Να ενώσουμε όχι μόνο τα κομμάτια του παζλ, αλλά πρώτα πρώτα να αντιληθούμε ότι όπως ακριβώς υπάρχει η λεγόμενη «ευρύτερη εικόνα», αντιστοίχως υφίσταται μια άηχη κραυγή, που έχει παγιδευτεί ανάμεσα στις λέξεις, τα λόγια, τον θόρυβο.

Σε αντιστοιχία με τις μεγεθυμένες φωτογραφίες στο Blow Up (1966) του Μικελάντζελο Αντονιόνι, που αποκαλύπτουν αυτό που ξεφεύγει από το κοινό μάτι, έτσι κι ο Caul θα εξαντλήσει τη μαστοριά του για να ξετρυπώσει αυτό που διαφεύγει από το 99,99% των αυτιών Μέσα ένα καθεστώς αγχωτικής βουβαμάρας, που διακόπτεται μονάχα από τα πατήματα κουμπιών, τα μασαρίσματα, τα μπρος-πίσω της κασέτας, τις λέξεις και τους ψιθύρους της μυστικής γλώσσας του ήχου, ο Caul, και εμείς μαζί του, ανακαλύπτουμε σταδιακά τον φόβο, τον πανικό, το κακό που καιροφυλακτεί.

Ο Caul πασχίζει κατά βάθος να ενταχθεί στο μεγάλο παιχνίδι της ζωής και των ανθρώπων (έξοχη η σκηνή του γενέθλιου ξαφνιάσματος – φλερτ από τη σπιτονοικοκυρά του) υποφέρει γοερά με την άγραφη καταδίκη του σε μια αιώνια μοναξιά. Κι ενώ παραβιάζει συστηματικά και ανερυθρίαστα την ιδιωτικότητα των πάντων, γρυλίζει σαν στριμωγμένο αγρίμι όταν βρεθεί στη θέση του κυνηγημένου. Ορμώμενος από τις τύψεις για ένα παλαιότερο περιστατικό, όπου η έλλειψη αντίδρασης από πλευράς του οδήγησε σε μια τραγωδία, ορθώνει ανάστημα σε ένα πανίσχυρο εχθρό με τον οποίο δεν ανταλλάσσουν ματιές αλλά μονάχα ακούσματα.

Το The Conversation, όσο περνά η ώρα, ξεφεύγει από τα καλούπια του πολιτικού θρίλερ και υψώνεται σε μια εφιαλτική ενδοσκόπηση, σε μια απρόθυμη ακρόαση των πιο υπόγειων ανθρώπινων φόβων. Καθοδόν προς ένα φινάλε σπάνιας μεγαλοπρέπειας. Ένα φινάλε θριαμβευτικής ήττας, σαν ένα πένθιμο ρέκβιεμ που θα ακούγεται στον αιώνα τον άπαντα, σαν μακρινός αντίλαλος που δεν λέει να σβήσει.




Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Back to Top ↑