Reviews One Flew Over the Cuckoo’s Nest

22 Απριλίου 2020 |

0

One Flew Over the Cuckoo’s Nest

Σκηνοθεσία: Μίλος Φόρμαν

Παίζουν: Τζακ Νίκολσον, Λουίζ Φλέτσερ, Ντάνι ντε Βίτο, Κρίστοφερ Λόιντ

Διάρκεια: 133′

Ελληνικός τίτλος: “Στη Φωλιά του Κούκου”

O Ραντλ ΜακΜέρφι είναι ένας υπόδικος εγκληματίας που υποδύεται τον ψυχασθενή προκειμένου να γλυτώσει τον εγκλεισμό στη φυλακή. Διακομίζεται έτσι σε ένα ψυχιατρικό ίδρυμα όπου δεσπόζει η φιγούρα της νοσοκόμας Ράτσεντ. Σταδιακά, ο δυναμικός ΜακΜέρφι θα έρθει αντιμέτωπος με το απάνθρωπο σύστημα που διέπει τις ζωές των τροφίμων, ασφυκτιώντας από τη στέρηση της ελευθερίας του, και θα εξελιχθεί σε ηγετική φυσιογνωμία της κλινικής, οργανώνοντας μία δική του μορφή επανάστασης.  

Το πολύκροτο φιλμ του Μίλος Φόρμαν, παρά την αρχική εντύπωση που δικαιολογημένα εγείρει, δεν αποτελεί καταγραφή μίας ανήκουστης κατάστασης που επικρατούσε στις ψυχιατρικές κλινικές της Αμερικής των δεκαετιών του 1960 και 1970. Αντίστοιχα, η κύρια συνεισφορά του στην κληρονομιά του πολιτισμού δεν εντοπίζεται και στην παρουσίαση των ψυχικώς νοσούντων. Παρά την πληθώρα αξιομνημόνευτων χαρακτήρων που συναποτελούν την ομάδα των τροφίμων που συνασπίζονται υπό την ηγεσία του ΜακΜέρφι, δεν λειτουργεί σαν μία αποτελεσματική καταγραφή της σύνθετης παθολογίας των ασθενειών που ταλανίζουν τους ψυχισμούς αυτών.

Όπως και οι υπόλοιπες ταινίες της αμερικανικής περιόδου του Φόρμαν, στο κέντρο της ταινίας τίθεται το άτομο και απέναντί του ένα σκληρό αυταρχικό σύστημα που πασχίζει να εξαφανίσει την ιδιαιτερότητα όσων βρίσκονται στα γρανάζια του. Σε αυτό το σκοπό κατατείνουν και οι επεμβάσεις  του δημιουργού και των Λόρενς Χόουμπεν και Μπο Γκόλντμαν που διασκεύασαν το μνημειώδες ομώνυμο βιβλίο του Κεν Κέσεϊ, γραμμένο το 1962, επιτείνοντας το παρεμφερές πνεύμα που διαπνέει το μυθιστόρημα.

Έτσι, απέναντι στη νοσοκόμα Ράτσεντ (θεσπέσια και πολυβραβευμένη η Λουίζ Φλέτσερ σε έναν ρόλο που προσπέρασαν σταρ όπως η Τζέιν Φόντα, η Αν Μπάνκροφτ και η Σίρλεϊ ΜακΛέιν) που κυριαρχεί με πυγμή εντός των τειχών του ασύλου σε βάρος εργαζομένων και εγκλείστων, τίθεται η χειμαρρώδης διάθεση του ΜακΜέρφι για ελευθερία. Στα εξαντλητικά δεσμά με τα οποία έχει δεθεί, ο επαναστάτης του ιδρύματος απαντά προτάσσοντας την αυταξία που κάθε ελεύθερο άτομο κουβαλά εγγενώς στην ψυχή του και που αυτή δεν είναι προς περιχαράκωση.

Δίχως να ηθικολογεί, αλλά αντίθετα επιχειρώντας να αφουγκραστεί μία κατ’ αυτόν πυρηνική ανθρώπινη ανάγκη, ο ερχόμενος εξ Ανατολικής Ευρώπης Φόρμαν φιλοτεχνεί ένα έργο που μοιάζει συνυφασμένο με την αμερικανική φιλελεύθερη φιλοσοφία ζωής. Έχοντας αναπτύξει αντανακλαστικά απέναντι στην πάσης φύσεως καταδυνάστευση εξ ιδίων εμπειριών που αποκόμισε προτού μεταναστεύσει, ο Τσέχος δημιουργός στα μέσα της δεκαετίας του 1970 πιάνει με μοναδικό τρόπο το zeitgeist: ωρύεται στο πρόσωπο της εξουσίας -μίας εξουσίας προς την οποία ο καθένας μπορεί να δει τον δικό του δυνάστη- και η κραυγή του απηχεί την ανάγκη για κοινωνική ποικιλομορφία, για διαφορετικότητα, για ανεκτικότητα και -τελικά- για άνευ όρων λύτρωση από το ζυγό της ομοιομορφίας και της καταστολής.

Γοητευμένος ολότελα από ένα πνεύμα φιλελευθερισμού που έβλεπε -εξιδανικευμένα- στις ΗΠΑ, ο Φόρμαν σκηνοθετεί με υπομονή. Πρόκειται για ένα φιλμ πολλαπλών κορυφώσεων και ενός μνημειώδους φινάλε · ενδιάμεσα, υπάρχουν όλα, χιούμορ (που δεν εξοβελίζεται ποτέ σε comic relief), απόγνωση, στιγμές άδειες. Η επιμονή του σε μεγάλης διάρκειας πλάνα και ήπιο μοντάζ προσφέρει μία αίσθηση φυσικότητας, η οποία εντείνεται από το γεγονός ότι τα γυρίσματα έλαβαν χώρα στο περιβάλλον ενός πραγματικού ψυχιατρικού ιδρύματος.

Ωστόσο,  δε θα ήταν υπερβολή να ειπωθεί ότι σχεδόν τίποτα από τα παραπάνω δε θα ήταν εφικτό εάν δεν γεννιόταν το ερμηνευτικό tour de force του Τζακ Νίκολσον, ο οποίος εδώ σημαδεύει φαρδιά πλατιά τη δεκαετία του 1970 με μία από τις πιο ιερές ερμηνείες της. Πρόκειται για μία παρουσία που τον φέρνει δίπλα στους μεγάλους προπάτορες, μία ερμηνεία διαστάσεων Μάρλον Μπράντο δεκαετίας 1950 αλλά με τους όρους του παρόντος της. Άλλωστε, θα ήταν αδύνατο να δουλέψει άρτια μία ταινία επικεντρωμένη αποκλειστικά στο άτομο αν ο κεντρικός πρωταγωνιστής ωχριούσε.

Ο Νίκολσον παίρνει όλο τον χώρο και τον χρόνο που του δίνει ο Φόρμαν, κουβαλώντας κάθε πιθανή απόχρωση του συναισθήματος ενός ανήμερου θηρίου που νόμιζε πως ξεγέλασε το σύστημα μέχρι αυτό να αντεπιτεθεί. Μία larger than life απόδοση, γεμάτη από αυτοσχεδιασμούς που άφησαν εποχή, ελεύθερη όσο και ο υποδυόμενος χαρακτήρας, που όρισε την ήδη λαμπρή καριέρα του σπουδαίου Αμερικανού ηθοποιού και που ψήγματά της βλέπει κανείς σε κάθε σχεδόν παρουσία του.

Η σαδιστική εξουσία ενσαρκωμένη στο πρόσωπο της Ράτσεντ (την τρομακτική όψη της οποίας μεταχειρίζεται με προσοχή ο Φόρμαν, θέτοντας την σε ένα λεπτομερειακό κλειστοφοβικό πλαίσιο) είναι αυτή που επιβιώνει της κοινωνικής προόδου. Ένα θεριό πολύ πιο βάναυσο και αδίστακτο από τον ΜακΜέρφι, που η κοινωνική πρόοδος δε λέει να ξορκίσει. Και κατοικεί σε όλους εκείνους που βρίσκονται σε μία θέση Αρχής και έχουν την κατάχρηση στο τσεπάκι, σε όλους εκείνους που μεταβάλλουν τη συμπεριφορά τους υπό το φόβο της κατακραυγής, περιμένοντας να κλείσουν τα φώτα για να εμφανίσουν την καταπιεσμένη κτηνωδία που κυοφορείται στα σπλάχνα τους.

Απέναντι σε αυτή την εξουσία, λοιπόν, ο Φόρμαν καλεί τον θεατή να κρατήσει άσβεστη την οργή του, να αποφύγει πάση θυσία τον εφησυχασμό, να ταράξει με κάθε κόστος την απάνθρωπη νηνεμία του κομφορμισμού που φιλοδοξεί αυτή να επιβάλλει. Να υψώσει ο καθένας το ανάστημά του, γιατί η αντίσταση είναι πάντα (και) προσωπική υπόθεση και τούτη εδώ είναι μία ταινία για τη διαφορά που μπορεί να κάνει ένας και μόνο άνθρωπος απέναντι σε ένα δομημένο σύστημα που οι φορείς του έχουν προ πολλού σταματήσει να δουλεύουν προς όφελος των πολιτών, επιβάλλοντας δια της βίας τους κανόνες διαβίωσης. Μία ταινία ωδή στον παραδοσιακό αμερικανικό φιλελευθερισμό, μέσα από το τρανταχτό γέλιο του Νίκολσον που αντηχεί ως τα βάθη της ψυχής.




Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Back to Top ↑