Reviews Mια ξεχωριστή μέρα (Una giornata particolare, 1977)

20 Σεπτεμβρίου 2022 |

0

Mια ξεχωριστή μέρα (Una giornata particolare, 1977)

Σκηνοθεσία: Ετόρε Σκόλα

Παίζουν: Μαρτσέλο Μαστροϊάνι, Σοφία Λόρεν

Διάρκεια: 106′

Στη διάρκεια μιας και μόνο ημέρας, δύο μοναχικοί και τσακισμένοι άνθρωποι ανακαλύπτουν ο ένας τον άλλον,  γεύονται τη ματαιότητα της ελπίδας και αμέσως μετά παραδίδονται στη συντριβή. Πέρα από κάθε αμφιβολία, πρόκειται για Μια ξεχωριστή μέρα. Μία ημέρα όπου το συλλογικό δράμα της πλάνης και της τυφλής υποταγής συγκρούεται με την ατομική τραγωδία που βιώνουν δύο ψυχές που έχουν στερηθεί την ελευθέρη βούληση και την επιλογή. Το ημερολόγιο γράφει 6 Μαΐου του 1938 και ο Χίτλερ, παρέα με τον Γιόζεφ Γκέμπελς, πραγματοποιεί επίσημη επίσκεψη στη Ρώμη. Ο Μπενίτο Μουσολίνι τον υποδέχεται εν χορδαίς και οργάνοις, σε μια πανηγυρική ατμόσφαιρα που ταιριάζει γάντι με τη φανφαρόνικη αναβίωση της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας που προπαγανδίζει ασταμάτητα το φασιστικό καθεστώς.

Ο Ετόρε Σκόλα, ένας από τους σπουδαιότερους –και τους πιο λησμονημένους στις μέρες μας– σκηνοθέτες του ιταλικού σινεμά ξεκινά την ταινία με έξι συνεχόμενα λεπτά από τα κινηματογραφικά επίκαιρα της εποχής, τα οποία μεταδίδουν τη χιτλερική επίσκεψη με στόμφο που προκαλεί ανατριχίλα. Κι ακριβώς τη στιγμή που πιστεύουμε ότι θα μεταφερθούμε στην καρδιά της λαοθάλασσας που κατέκλυσε τους δρόμους της Ρώμης εκείνη την αποκαρδιωτική ημέρα, ο μεγαλοφυής Σκόλα αναδιπλώνεται και τρυπώνει στην τελευταία τρύπα του ζουρνά. Στο μοναδικό θαρρείς απάνεμο και ήσυχο σημείο σε ολόκληρη την ιταλική πρωτεύουσα, εκείνο το εφιαλτικό μαγιάτικο πρωινό.

Η Αντονιέτα (Σοφία Λόρεν), νοικοκυρά, σύζυγος και μητέρα έξι παιδιών, έχει ξυπνήσει από τα χαράματα για να φροντίσει για τους πάντες, αφήνοντας παραμελημένο μονάχα τον ίδιο της τον εαυτό. Η ομορφιά της είναι αρχοντική, αλλά κρύβει μέσα της ταλαιπωρία και παραίτηση, ενώ πίσω από το στωικό της χαμόγελο διαγράφεται μια θλίψη βουβή και ατελείωτη. Είναι στ’ αλήθεια Una Giornata Particolare για όλον τον κόσμο γύρω της, η ίδια όμως πρέπει να κρατήσει τα μπόσικα του σπιτικού. Είναι, λοιπόν, αναγκασμένη να ζήσει τη συλλογική συγκίνηση-πλύση εγκεφάλου από απόσταση, με τη μεσολάβηση του ραδιοφώνου.

Σε μια σεκάνς που γδέρνει την καρδιά δίχως να απεικονίζει τίποτα το αποτρόπαιο, αντικρίζουμε τη φρίκη της ομοιομορφίας και της απόλυτης πειθαρχίας. Ένα πειθήνιο και χαρωπό συνονθύλευμα από απλούς ανθρώπους, που φορούν με περηφάνια τα φασιστικά σύμβολα στο πέτο και στο μπράτσο, εξορμά για τη μεγάλη γιορτή, για να αντικρίσει τον μεγάλο ηγέτη και τον σπουδαίο επισκέπτη. Το πολύβουο συγκρότημα πολυκατοικιών, ένα γκρίζο φρούριο όπου στοιβάζονται μίζερες ζωές η μία πάνω στην άλλη, αδειάζει κατά κύματα και βυθίζεται στη σιωπή. Σε αυτό τον ασφυκτικό μικρόκοσμο, όπου τίποτα δεν μένει κρυφό από τα αμέτρητα αδιάκριτα μάτια, δύο άνθρωποι βρίσκονται να επιπλέουν στο κενό.

Η Αντονιέτα, μια γυναίκα ξοδεμένη που βλέπει τη ζωή της να στραγγίζεται λίγο λίγο, απολαμβάνει ξάφνου μια ανέλπιστη  ιδιωτικότητα: μακριά από παιδικές γκρίνιες και συζυγικές απαιτήσεις, μακριά από το νοικοκυριό και το μεροδούλι-μεροφάι μιας καθημερινότητας με μηδενικές συγκινήσεις. Και τη στιγμή που το μονάκριβο κατοικίδιό της, μια μάινα που αγαπά σαν να ήταν άνθρωπος, δραπετεύει προσωρινά από το κλουβί του, η Αντονιέτα ξεμυτίζει για πρώτη φορά –δειλά και απρόθυμα– από τη δική της φυλακή. Διότι αυτή την τόσο ξεχωριστή ημέρα, έμελλε να γνωρίσει τον εξίσου μοναχικό Γκαμπριέλε (Μαρτσέλο Μαστροϊάνι), στην πιο (α)κατάλληλη συγκυρία: ακριβώς τη στιγμή που εκείνος ζυγίζει τις δυσοίωνες επιλογές του ανάμεσα στην αυτοκτονία και τις μουσολινικές φυλακές

Σε μια θαυμάσια ειρωνική αντίστιξη, οι ιαχές του πλήθους φτάνουν στα αυτιά μας μέσα από το ραδιόφωνο, ενόσω πληροφορούμαστε πως ο Γκαμπριέλε απολύθηκε από το πόστο του εκφωνητή επειδή κρίθηκε ένοχος τόσο για «ομοφυλοφιλικές αισχρότητες» όσο και για «πολιτική ανυπακοή». Ο Μαστροϊάνι, σε μια συνεχή τραμπάλα ανάμεσα στην έκρηξη και στην απελπισία, αποτυπώνει  την οριστική κατάρρευση ενός ανθρώπου που έχει μάθει να ζει στις σκιές και να κρύβεται σε κοινή θέα.

Ο Γκαμπριέλε και η Αντονιέτα, παγιδευμένοι σε μια συνθήκη που μετατρέπει τη ζωή σε αργό θάνατο, αρπάζονται ο ένας από τα μαλλιά του άλλου, μπας και καταφέρουν να κρατηθούν στην επιφάνεια. Και η μικρή τους ιστορία, που κράτησε λιγότερο κι από μια μέρα, μεταμορφώνεται σε μεγαλειώδη αλληγορία για την καταπίεση, την εξουσία, την απώλεια της ελπίδας και το βάσανο της αυτογνωσίας. Ο Σκόλα μεταφέρει την κτηνωδία του φασισμού στο πεδίο της λίμπιντο και της σεξουαλικότητας, εξερευνώντας τον τρόπο με τον οποίο ο απολυταρχισμός (που γεννά και έναν άρρωστο φετιχισμό της εικόνας και των συμβόλων) εξουσιάζει και τιμωρεί τις  ανθρώπινες ορμές.

Ο σύζυγος της Αντονιέτα, χαμηλοθεσίτης γραφειοκράτης σε μια τοπική φασιστική οργάνωσης (με άλλα λόγια, η απόλυτη μικροαστική ονείρωξη),  αντιμετωπίζει την όμορφη γυναίκα του ως μηχανή τεκνοποίησης, έχοντας ήδη «παραγγείλει» ότι το έβδομο παιδί δεν πρέπει να καθυστερήσει, μιας και θα συνοδευτεί από μια γενναία κρατική φοροαπαλλαγή. Την ίδια στιγμή, η Αντονιέτα μοιάζει κυριευμένη από εμμονικές φαντασιώσεις, όπου η μορφή του Ντούτσε μετατρέπεται σε θολό ερωτικό απωθημένο (διόλου τυχαία, κρατά ημερολόγιο με τις φωτογραφίες του Ντούτσε σαν καψουρεμένη έφηβη, ενώ περιγράφει τη στιγμή που τον είδε στον δρόμο σαν να συνάντησε κάποιον αρχαίο θεό).

Ξαφνικά, καθώς βιώνει μια πρωτόγνωρη αίσθηση ελευθερίας, η Αντονιέτα αντιμετωπίζει την ερωτική συνεύρεση με τον Γκαμπριέλε ως την ύστατη ευκαιρία για μια άλλη ζωή. Από την άλλη, ο Γκαμπριέλε, έχοντας πλήρη αυτογνωσία, δεν μπορεί παρά να φανεί αφόρητα ειλικρινής: είναι σε θέση να ανταποκριθεί στο ερωτικό της κάλεσμα, αλλά τίποτα δεν μπορεί να αλλάξει τις δικές του προτιμήσεις. Ο Γκαμπριέλε γνωρίζει ποιος είναι, γνωρίζει γιατί τιμωρείται και δεν καταδέχεται να αλλαξοπιστήσει από φόβο. 

Σε ένα φινάλε που θαρρείς ζωγραφίζει με ομίχλη τον χώρο και τα πρόσωπα των ανθρώπων, το ριζικό μιας ολόκληρης χώρας σφραγίζεται τελεσίδικα, αλλά όχι με απόλυτη ομοφωνία. Σε αυτή την αθέατη γωνιά, έχει φυτρώσει μια μικρή απόκλιση από την ορμή του πλήθους. Σε αυτόν τον κρυμμένο –κι όμως τόσο φανερό– κόσμο φτιαγμένο από σκάλες, ψιθύρους, συγκοινωνούντα μπαλκόνια, μίσος για καθετί διαφορετικό, εσωτερικές αυλές και υπακοή στο θηρίο, η πιο απρόσμενη αλλαγή έρχεται την πιο ανύποπτη στιγμή. Τις περισσότερες φορές, όπως είθισται να λέγεται, χρειάζεται μια και μόνο μέρα για να γκρεμιστεί κάτι όμορφο. Κάποιες άλλες φορές, όμως, έστω και σπάνιες, ισχύει το αντίστροφο. Μια μέρα και μόνο αρκεί για την πιο επώδυνη και ειλικρινή συνειδητοποίηση.




Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Back to Top ↑