Reviews Crimes and Misdemeanors

17 Ιουλίου 2017 |

0

Crimes and Misdemeanors

Σκηνοθεσία: Γούντι Άλεν

Παίζουν: Γούντι Άλεν, Μία Φάροου, Μάρτιν Λαντάου, Αντζέλικα Χιούστον, Άλαν Άλντα

Διάρκεια: 104′

Μεταφρασμένος τίτλος: «Απιστίες και Αμαρτίες»

Ο Γούντι Άλεν αγαπά πολύ τον Ντοστογιέφσκι κι αυτό είναι εμφανές σε ταινίες όπως το Match Point ή το Cassandra’s Dream. Η πιο αριστουργηματική εκδοχή του, όμως, της ντοστογιεφσκικής προβληματικής, βρίσκεται στο Crimes and Misdemeanors, ένα φιλμ που ενώ επιφανειακά μοιάζει σαν φόρος τιμής στον μεγάλο Ρώσο μυθιστοριογράφο (και πιο συγκεκριμένα στο έργο του Έγκλημα και Τιμωρία), τελικά τον ανατρέπει, αποδεικνύοντας το παρωχημένο του θεολογικού ιδεαλισμού του. Ο Ντοστογιέφσκι, βλέπεις, υπήρξε έντονα θρήσκος, κι έγραψε ένα φιλοσοφικό μυθιστόρημα για να αποδείξει την ύπαρξη του Θεού, ενώ ο Άλεν, ως συνεπής άθεος, πραγματοποιεί εδώ το ακριβώς αντίθετο: κάνει μια ταινία αθεϊστική ως το μεδούλι που λειτουργεί σαν αντεπιχείρημα. Οι ντοστογιεφσκικές επιρροές επενδύουν μια σκέψη με εντελώς διαφορετικό προσανατολισμό.

Crimes 5

Στο Crimes and Misdemeanors παρακολουθούμε δύο ιστορίες που ξετυλίγονται παράλληλα. Από τη μια, ένας καταξιωμένος καθηγητής οφθαλμολογίας (ενσαρκωμένος συγκλονιστικά από τον υπέροχο Μάρτιν Λαντάου), τιμημένος από τον κοινωνικό περίγυρο, πλούσιος, ευσυνείδητος οικογενειάρχης. Πρότυπο επιτυχημένου ανδρός που αντιμετωπίζει προβλήματα με μια ερωμένη που δεν θέλει πια, η οποία τον απειλεί ότι σε περίπτωση χωρισμού θα μιλήσει στη γυναίκα του για τον παράνομο δεσμό τους και θα τον ξεμπροστιάσει σε όλο τον κόσμο αποκαλύπτοντας οικονομικά σκάνδαλα στα οποία είναι μπλεγμένος. Από την άλλη, ένας άτυχος ντοκιμαντερίστας (ο ίδιος ο Άλεν σε μια από τις καλύτερες ερμηνείες του) που όλη κι όλη έχει να επιδείξει μια εύφημο μνεία για μια παλιότερη δουλειά του, άφραγκος, με προβλήματα στο γάμο του, που δέχεται –ελλείψει ρευστού- να αποδεχτεί μια ολίγον εξευτελιστική πρόταση για δουλειά.

Θα φτιάξει για λογαριασμό μιας τηλεοπτικής εκπομπής ένα άψογο πορτραίτο για τον αλαζόνα αδερφό της γυναίκας του (που έχει όλα όσα αυτός στερείται: χρήμα, διασημότητα, αυτοπεποίθηση, ερωτικές κατακτήσεις, επαγγελματικές επιτυχίες), ακολουθώντας κατά πόδας αυτόν τον υπερφίαλο σαχλαμαράκια και κινηματογραφώντας τον να δίνει συμβουλές για τα τεχνάσματα που, κατά τη γνώμη του, συνιστούν την «τέλεια κωμωδία». Και οι δύο αυτοί άντρες, ο ευυπόληπτος γιατρός κι ο άτυχος κινηματογραφιστής, έχουν τους κρυφούς τους πόθους: ο πρώτος θέλει να απαλλαχθεί από τη γυναίκα που του δυσκολεύει τη ζωή κι ο δεύτερος να κερδίσει την καρδιά μιας τηλεοπτικής παραγωγού με την οποία είναι κρυφά ερωτευμένος.

Crimes 3

Η ιστορία του γιατρού είναι η καθαρά «ντοστογιεφσκική» της ταινίας. Από τη στιγμή που παίρνει την απόφαση να βάλει να σκοτώσουν την ερωμένη του, όλα θυμίζουν το δράμα του Ρασκόλνικωφ από το Έγκλημα και Τιμωρία: οι τύψεις, η μεταφυσική αγωνία, η επιθυμία για λύτρωση μέσα από την εξομολόγηση του εγκλήματος και οι πνευματικές αναζητήσεις που, μέχρι ένα ορισμένο σημείο, ακολουθούν την εσωτερική διαδρομή που μας υπέδειξε ο Ρώσος ανατόμος της ανθρώπινης ψυχής. Στην περίπτωση του Ρασκόλνικωφ, είχαμε το παράδειγμα ενός μηδενιστή νεαρού με ψευδαισθήσεις μεγαλείου που, παρά την εξαθλιωμένη κατάστασή του, έτρεφε αυταπάτες σε σχέση με το ότι είναι ικανός να διαπράξει το τέλειο έγκλημα, όντας απαλλαγμένος από ηθικές προκαταλήψεις.

Ο Ρασκόλνικωφ που πίστευε με όλο του το είναι στο «δικαίωμα» των ανώτερων φύσεων να σκοτώνουν χωρίς να δίνουν λογαριασμό σε κανέναν -ανθρώπινο ή θεϊκό- νόμο (παρακινημένος να δολοφονήσει την γριά τοκογλύφο απ’ την ανέχεια αλλά επενδύοντας το σχέδιο του με ιδεολογικές προεκτάσεις που του απέδιδαν τον χαρακτήρα έμπρακτης φιλοσοφικής απόδειξης), κάμπτεται υπό το συντριπτικό βάρος της πράξης του. Από άθεος και μηδενιστής, καταλήγει θρήσκος, ανακαλύπτει τον Θεό μέσα στην ελευθερία και το Κακό. Η σοφιστική του Ντοστογιέφσκι είναι γνωστή: ο άνθρωπος είναι ελεύθερος να πράξει το οτιδήποτε, μπορεί ανά πάσα στιγμή να κάνει το κακό, αρκεί να το επιθυμήσει, άρα ο Θεός, καίτοι παντοδύναμος, δεν έχει καμιά εξουσία επάνω του.

Crimes

Αφού, όμως, δεν είναι ικανός να «κουβαλήσει» στη συνείδησή του την πράξη του, αφού δεν μπορεί να ζήσει έχοντας διαπράξει το απεχθέστερο έγκλημα, αφαιρώντας μια ανθρώπινη ζωή, τότε τον Θεό τον φέρει μέσα του, Αυτός τελικά αναδύεται στην άλλη άκρη της κτηνωδίας και της φρίκης ως μόνη διέξοδος: Θεός και ηθική συνείδηση είναι το ίδιο πράγμα (κάτι ανάλογο είχε στο μυαλό του και ο Καντ). Ακριβώς επειδή είμαστε ελεύθεροι, ακριβώς επειδή υπάρχει το Κακό, επειδή το ποθούμε και το πράττουμε, υπάρχει κι ο Θεός. Σε έναν τέλειο κόσμο, πλασμένο από μια τέλεια θετική βούληση, το Κακό θα ήταν αδύνατο κι η ανάγκη για Θεό αδιανόητη. Η ελευθερία δεν θα ήταν τίποτα περισσότερο από υποταγή σε αυτόματους μηχανισμούς που σκοπεύουν το Καλό, άρα δεν θα ήταν ελευθερία.

Η ελευθερία μας συνίσταται στο ότι μπορούμε να συντρίψουμε την αρμονία, επιδιώκοντας το Κακό. Η ελεύθερη πράξη του Ρασκόλνικωφ, πολύ άσχημη για να την αντέξει, τον πείθει ότι ο Θεός υπάρχει, ακριβώς επειδή η ελευθερία του ανθρώπου είναι απόλυτη. Μεταστρέφεται όχι απέναντι στο νόμο και τις κοινωνικές συνέπειες, όχι από φόβο για το κάτεργο αλλά απέναντι σε μια αμείλικτη συνείδηση που τον δικάζει. Ο Θεός είναι η απελπισία του, η αδυναμία του να επωμιστεί το Κακό (ή την ελευθερία) ολομόναχος. Πρέπει να αποθέσει κάπου αλλού το φορτίο.

Crimes

Παρακολουθούμε τον οφθαλμίατρο να κατακλύζεται από παρόμοιες σκέψεις. Πριν το έγκλημα, απέρριπτε τον μυστικισμό κάθε μορφής, αποδεχόταν ένα αδιάφορο σύμπαν, χωρίς Θεό, νόημα και ηθική δομή. Μπορούσε να αμφισβητεί τα πάντα γιατί δεν συνέτρεχε κανένας λόγος να πάρει θέση. Παρέμενε απρόσβλητος από το βαθύτερο νόημα των διακηρύξεών του. Μεγαλωμένος με θεολογικές αρχές και απαγορεύσεις, μέσα σε ένα περιβάλλον θρησκευτικών τελετουργικών και προλήψεων (εκπληκτική η σκηνή με την οικογένεια στο τραπέζι, όπου ο γιατρός θυμάται τα παιδικά του χρόνια και βλέπει τον πατέρα του να λέει «αν έπρεπε να διαλέξω ανάμεσα στην αλήθεια και τον Θεό, θα διάλεγα τον Θεό».

Εδώ, ο Γούντι κάνει μια άμεση αναφορά στον Ντοστογιέφσκι, αλλά στους «Δαιμονισμένους» αυτή τη φορά, στο σημείο που ο Σάτωβ λέει, κατά λέξη: «αν έπρεπε να διαλέξω ανάμεσα στον Χριστό και την αλήθεια, θα διάλεγα τον Χριστό»), έκανε νέος την επανάστασή του, γύρισε την πλάτη στις ονειροφαντασίες της θρησκοληψίας και κατοίκησε στο δικό του βασίλειο αξιών. Μετά το έγκλημα, όμως, όλα παίρνουν διαφορετική τροπή. Ανίκανος να διαχειριστεί τις βαθύτερες ψυχολογικές συνέπειες της πράξης του, ο πρώην άθεος επιστήμονας, ανακαλύπτει τον Θεό και το ηθικό σύμπαν. Το Κακό του άνοιξε τον δρόμο για το Καλό. Ακριβώς όπως συνέβη με τον Ρασκόλνικωφ! Ακριβώς; Μάλλον όχι.

crimes 4

Εκεί που πάμε να πιστέψουμε ότι ο Γούντι απλά τιμάει το λογοτεχνικό του είδωλο, έρχεται η μεγάλη ανατροπή. Στην τελευταία σκηνή, στον καναπέ που συναντιούνται οι ήρωες της ταινίας που μέχρι εκείνη την ώρα διένυαν παράλληλες διαδρομές, παρακολουθούμε τον γιατρό να διηγείται στον ντοκιμαντερίστα την ιστορία του σαν να πρόκειται για κάτι που συνέβη σε άλλον. Την έχει, απλούστατα, ξεπεράσει! Είναι υγιής, χαρούμενος, δυνατός, δεν θυμίζει σε τίποτα το ράκος που κατέτρωγαν οι ερινύες λίγα κινηματογραφικά λεπτά νωρίτερα. Ο χρόνος έκανε τη δουλειά του, οι αντιστάσεις της συνείδησης κάμφθηκαν, η πράξη απορροφήθηκε, όλα είναι όπως πριν.

Ο άνθρωπος μπορεί να ζήσει με το έγκλημά του, μπορεί να συνεχίσει έχοντας βυθιστεί στο Κακό. Η ελευθερία, τρομακτική και αναπαλλοτρίωτη δυνατότητα, δεν είναι αναγκασμένη να πάει να παραδοθεί στον Θεό, αντιθέτως, τον καταργεί τελειωτικά, ανακοινώνοντάς του ότι σε αυτόν τον παράλογο, ανήθικο κόσμο είναι περιττός. Το ιδεολόγημα της αποτυχημένης επιχείρησης του Ρασκόλνικωφ, έρχεται ένας άλλος να το δικαιώσει: είναι λοιπόν αλήθεια πως στις «ανώτερες φύσεις» επιτρέπεται ο φόνος κι ότι είναι ανώτερες μόνο και μόνο επειδή μπορούν να τον αντέξουν; Μάλλον όχι, τόσα και τόσα κτήνη σκοτώνουν καθημερινά με ήσυχη συνείδηση και δεν έχουν τίποτα το «ανώτερο»: απλώς απολαμβάνουν να εξουσιάζουν (είναι, άλλωστε, στον μοιραίο χαρακτήρα της εξουσίας να αδιαφορεί για τα ατομικά πεπρωμένα).

Crimes 6

Η σαρδόνια κατακλείδα του Άλεν, ταιριάζει απόλυτα στην εποχή του που έχει ξεπεράσει τον μεταφυσικό μοραλισμό ενός Ντοστογιέφσκι. Τα χρόνια που μεσολάβησαν κατέδειξαν την αφέλεια μιας πίστης στην εγγενή καλοσύνη και ηθικότητα του ανθρώπου. Δεν είναι τυχαίο που αυτός που ξεπερνάει και πορεύεται, έχοντας αποδεχτεί τη φρίκη της πράξης του, είναι ένας «δυνατός», ένας στυλοβάτης της κοινωνίας. Στο πρόσωπο του Λαντάου πρέπει να αναγνωρίσουμε τους διάφορους ισχυρούς που άλλοι αναλαμβάνουν να διαπράξουν τα εγκλήματα τους, τα εγκλήματα που εκείνοι απλώς διατάζουν, διατηρώντας «καθαρά» τα χέρια τους, βγάζοντας λόγους σε δεξιώσεις ενώ άνθρωποι καταστρέφονται με δική τους υπαιτιότητα: πολιτικούς, μεγαλοεπιχειρηματίες, δικτάτορες, οικονομικούς παράγοντες, κεφαλαιοκράτες. Στον κόσμο τον δικό τους, δεν υπάρχει Θεός, για την ακρίβεια «ο Θεός είναι μια πολυτέλεια» που δεν μπορούν να διαθέσουν στον εαυτό τους, το ίδιο και η «συνείδηση» ή η «υπευθυνότητα».

Οι ηθικές αξίες, η δικαιοσύνη, η εντιμότητα υπάρχουν μόνο στον κόσμο του φτωχού ντοκιμαντερίστα, αυτού του αδύναμου διανοούμενου που δεν τον αφήνουν να ολοκληρώσει τη δουλειά του όπως θέλει, που είναι αναγκασμένος να δέχεται εντολές από κρετίνους, που οι ίδιοι αυτοί κρετίνοι που απεχθάνεται του παίρνουν το κορίτσι και που ακόμα και τα ινδάλματά του, εκείνοι οι εκλεκτοί που του έδιναν ελπίδα να συνεχίσει (όπως ο φιλόσοφος για τον οποίο είχε ξοδέψει τόσα μέτρα φιλμ, ποθώντας να ολοκληρώσει ένα δικό του, αξιόλογο επιτέλους, πορτραίτο) τον εγκαταλείπουν σύξυλο, στο κενό από σημασία σύμπαν των μάταιων προσπαθειών και του αέναα ανακυκλούμενου πόνου της απογοήτευσης.

Crimes 2

Σαφώς δεν είναι τυχαίο που ο Άλεν, σαν μέγας διαλεκτικός που είναι, αυτήν την καλόκαρδη, τρυφερή, αστεία ιστορία, προικίζει με τη θεσπέσια κωμωδία του (ενώ η άλλη του οφθαλμίατρου παραμένει βλοσυρή ως το τέλος), αφήνοντας να εννοηθεί ότι μόνο με όπλο το χιούμορ, μπορούν οι ταλαίπωροι «μικροί» να τα βγάλουν πέρα (συμφωνώντας, ως προς αυτό, και με τον Όσκαρ Γουάιλντ που έγραφε ότι «το χιούμορ είναι η ευγένεια του απελπισμένου»). Χάρη σ’ αυτές τις τονωτικές ανάσες σκαμπρόζικων ευφυολογημάτων (με αγαπημένη ατάκα του γράφοντα εκείνο το αλησμόνητο: «What is the guy so upset about? You ‘d think nobody was ever compared to Mussolini before») ενδέχεται κανείς να παρεξηγήσει το Crimes and Misdemeanors για –γλυκόπικρη έστω- κωμωδία ενώ στην πραγματικότητα είναι ένα από τα σοβαρότερα (και πιο πλήρη σε εννοιολογική επεξεργασία) δράματα του σπουδαίου νεοϋορκέζου δημιουργού. Αισθητικά άψογο (ο σταθερός συνεργάτης του Μπέργκμαν, Σβεν Νύκβιστ κάνει εκπληκτική δουλειά με τα χρώματα και τις φωτοσκιάσεις, δίνοντας οπτική υπόσταση στις ανομολόγητες σκέψεις και τα συναισθήματα των ηρώων), κυνικό, μισάνθρωπο, απελπισμένο και πέρα για πέρα αριστουργηματικό.




Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Back to Top ↑