Reviews Ed Wood

10 Δεκεμβρίου 2019 |

0

Ed Wood

Σκηνοθεσία: Τιμ Μπέρτον

Παίζουν: Τζόνι Ντεπ, Μάρτιν Λαντάου, Μπιλ Μάρεϊ, Σάρα Τζέσικα Πάρκερ

Διάρκεια: 120′

Όταν έχεις ψηφιστεί σχεδόν ομόφωνα και δια βοής «ο χειρότερος σκηνοθέτης όλων των εποχών στην ιστορία του κινηματογράφου», είναι σχεδόν βέβαιο ότι κάποια νότα παράδοξου μεγαλείου κόβει βόλτες εκεί γύρω. Πλέον, δεν κινούμαστε στα προβλέψιμα μονοπάτια μιας απλής έλλειψης ταλέντου. Αντιθέτως, έχουμε εισέλθει στα άδυτα μιας ιερής εκστατικής μανίας που καταργεί όλους τους κανόνες. Η περίπτωση του Εντ Γουντ μπορεί όντως να χαρακτηριστεί «μοναδική» στην ιστορία του σινεμά, χωρίς να υφίσταται ο παραμικρός κίνδυνος κατάχρησης του όρου.

Μια τέτοια πρωτιά, για την οποία ερίζουν ερήμην τους πολλοί μνηστήρες, δεν κερδίζεται έτσι εύκολα. Διότι, πολύ απλά, δεν περιορίζεται σε ένα στείρο άθροισμα από τεχνικές ανικανότητες, άθλιο γούστο και απουσία αισθητικού κριτηρίου. Οποιαδήποτε κορυφή για την οποία υπάρχει εξ ορισμού απροσμέτρητος ανταγωνισμός απαιτεί αθέατες αρετές, ψυχική υπέρβαση και πάνω απ’ όλα ένα άφθαρτο και ακλόνητο όραμα. Ο Εντ Γουντ κατόρθωσε να στρογγυλοκαθήσει σε ένα εκείνο το ακριβοθώρητο σημείο όπου η βαρύτητα καταλύεται, ο προσανατολισμός αναποδογυρίζει και οι έσχατοι έσσονται –έστω και φευγαλέα- πρώτοι.

Αυτό που οδήγησε τον Εντ Γουντ σε αυτή την τόσο ξεχωριστή και ιδιόμορφη κορυφή του πυθμένα ήταν η ανυπολόγιστη αγάπη του όχι ακριβώς για το σινεμά γενικά και αόριστα, αλλά για την ευλαβική διαδικασία του filmmaking. Ο Εντ Γουντ, κατά πάσα πιθανότητα, δεν γύρισε ποτέ κάποιο κινηματογραφικό πλάνο το οποίο να μην λάτρεψε παθολογικά και ιδεοληπτικά. Κάθε φορά που το μάτι της κάμερας άνοιγε διάπλατα για να αιχμαλωτίσει κινηματογραφική σάρκα, ο Γουντ παρέλυε από ηδονή και δέος. Αντιμετωπίζοντας κάθε ξεχωριστό πλάνο σαν ένα δικό του παιδί, δεν έβρισκε τη δύναμη να παρατήσει ορφανές εικόνες πίσω του. Ο Εντ Γουντ δεν έκανε τα στραβά μάτια μπροστά στις αδιανόητα εμφανείς κακοτεχνίες των ταινιών του, αλλά δάκρυζε από σπαραγμό μπροστά στο θαύμα της κινηματογραφικής εικόνας.

Αν υπήρχε ένας σκηνοθέτης που θα θεωρούταν αυτομάτως κατάλληλος για να αποδώσει τον δέοντα φόρο τιμής σε αυτό τον άγιο της αποτυχίας αυτός δεν θα ήταν άλλος από τον (στα ντουζένια του, εν έτει 1994) Τιμ Μπέρτον, τον προστάτη των απόκληρων και των ξόφαλτσων αυτού του κόσμου. Ο Μπέρτον, ορθότατα και συνετά, αποφεύγει εξ ολοκλήρου να ποντάρει στο εγγενώς φαιδρό στοιχείο της καλλιτεχνικής προσωπικότητας του Γουντ, φτιάχνοντας μια ταινία που περισσότερο υμνεί, παρά διακωμωδεί, την παθιασμένη παρέκκλιση και το αγιάτρευτο πείσμα. Ο Γουντ του Μπέρτον, τον οποίο ενσαρκώνει με μπρίο και κέφι ο Τζόνι Ντεπ, δεν είναι ένας ήρωας αποκολλημένος από την πραγματικότητα, αλλά ένας ονειροπόλος που την σφιχταγκαλιάζει ασφυκτικά, παλεύοντας μάταια να την μετατρέψει σε όνειρο.

Παράλληλα, ο Μπέρτον, πέρα από το κυρίως τιμώμενο πρόσωπο, αποτίνει και έναν γλυκύτατο φόρο τιμής στη δεκαετία του ’50 της κινηματογραφικής Αμερικής που διέθετε χώρο, δυνατότητες, γνωριμίες και διαθεσιμότητα για τους πάντες και τα πάντα, ακόμη και για τον Εντ Γουντ και τις ταινίες του. Διότι παράλληλα με την ακμάζουσα βιομηχανία, ένας ολόκληρος κόσμος του βρώμικου, ατάλαντου, φτηνιάρικου και περιστασιακού σινεμά βρυχόταν σε κοντινή αλλά αθέατη απόσταση.

Drive-in, φευγάτοι σκηνοθέτες, απατεώνες παραγωγοί, εφήμερες στάρλετ, b-movies, παρίες, απόκληροι, φαντασμένοι, ένα ολόκληρο πανηγύρι των τρελών, όλοι τους σκλάβοι της δύναμης του σελιλόιντ. Μέσα σε αυτό τον Βεζούβιο της ντελιριακής παρακμής, ένας άνθρωπος σαν τον Εντ Γουντ κατέληγε να βρει τους δικούς του πιστούς, τα ολόδικά του ανθρώπινα ναυάγια που θα τον ακολουθούσαν μέχρι τέλους σε όποιο θεοπάλαβο εγχείρημα κι αν δοκίμαζε. Στο κάτω κάτω της γραφής, κάθε τρελός προφήτης δικαιούται ένα μερίδιο από σακατεμένους πιστούς.

Οι δύο διασημότερες ταινίες του Εντ Γουντ, το μυθικό Plan 9 from Outer Space και το Glen or Glenda φιγουράρουν στην επιστολή συμπόνιας και τρυφερότητας του Μπέρτον, υπονοώντας τη βαθύτερη αλήθεια του κεντρικού ήρωα. Ξεκινώντας από το δεύτερο, παρατηρούμε πώς η ιδιορρυθμία εξαϋλώνεται σε βαθμό που παύει να υπάρχει. Ανοιχτά cross-dresser, ο Γουντ δεν βίωσε ποτέ την τραβεστί πλευρά του χαρακτήρα του ως πηγή διαφορετικότητας ή παρέκκλισης: στο δικό του μυαλό της ισοπεδωτικής απλότητας, τα γυναικεία ρούχα και το θηλυκό μακιγιάζ ήταν απλώς ένας τρόπος να νιώσει πιο άνετα και πιο οικεία (ενδεικτική η απάντησή του στο αν είναι ομοφυλόφιλος), περίπου όπως θα φορέσει κάποιος παντόφλες με το που θα μπει στο σπίτι.

Προχωρώντας στο magnus opum του Γουντ, είναι σχεδόν αδύνατον να μην κυριευτείς από μια βαθιά συγκίνηση, βλέποντας το απαλό χάδι που χαρίζει ο Μπέρτον σε μια από τις πιο ιδιόρρυθμες ανδρικές φιλίες που γέννησε ποτέ το σινεμά. Ένας αποκαμωμένος σταρ, κατάκοιτος καλλιτεχνικά, σκέτο ερείπιο σωματικά και έρμαιο των ναρκωτικών, βιώνει μια τελευταία αναλαμπή ζωής χάρη στη σαλεμένη εμμονή ενός ανθρώπου που δεν μπορεί να διακρίνει πέρα από τη λάμψη του ονείρου του. Η θολωμένη κρίση του Γουντ δεν βλέπει στον Μπέλα Λουγκόζι (υπέροχος ο Μάρτιν Λαντάου) ένα απολειφάδι του παρελθόντος, αλλά έναν απαστράπτοντα αστέρα που μονάχα για λίγο ξαπόστασε και ξανά προς τη δόξα τραβά. Και λίγα πράγματα σε αυτό τον κόσμο είναι πιο συγκινητικά από μια τέτοια άδολη και ανιδιοτελή ψήφο εμπιστοσύνης.




Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Back to Top ↑