Hannah and Her Sisters

Σκηνοθεσία: Γούντι Άλεν

Παίζουν: Μία Φάροου, Μπάρμπαρα Χέρσεϊ, Νταϊάν Γουίστ, Μάικλ Κέιν, Γούντι Άλεν, Μαξ Φον Σίντοφ

Διάρκεια: 106΄

Μεταφρασμένος τίτλος: «Η Χάνα και οι αδερφές της»

To 1986, οκτώ χρόνια μετά το ξεκάθαρα μπεργκμανικό Interiors, ο Γούντι Άλεν βρίσκεται και πάλι σε ινγκμαρική διάθεση (όπως θα διαφανεί και την επόμενη χρονιά, με το September). Χρησιμοποιώντας μία αφηγηματική πλατφόρμα που κλείνει το μάτι στη δομή του Φαννύ και Αλέξανδρος (1984) και επιλέγοντας ένα τίτλο που παραπέμπει στο θρυλικό Ο Ρόκο και τα αδέρφια του (1960), από τον Λουκίνο Βισκόντι, ο Γούντι θα παραδώσει την πιο πολυσχιδή του ταινία. Αντί για χριστουγεννιάτικα δείπνα, όπως στην ταινία του Μπέργκμαν, ο Γούντι θα συγκεντρώσει την κομπανία του γύρω από τραπέζι της Γιορτής των Ευχαριστιών. Και θα υμνήσουν όλοι μαζί την αιωνίως ατελή, τρωτή και λειψή ανθρώπινη φύση τους. Μπλεγμένοι σε ένα, εργοστασιακών προδιαγραφών, γαϊτανάκι αστοχιών, παραπλανήσεων και εναγκαλισμών της απολαυστικής ματαιότητας.

Hannah

Σε καμία ταινία του, ο Γούντι δεν έχει φανεί τόσο ομαδικός παίκτης, όσο στο Η Χάνα και οι αδερφές της. Ο τόνος μας δίνεται ευθύς εξαρχής μέσα από τη διάρθρωση, τη διαδοχή και το περιεχόμενο όλων των εναρκτήριων πλάνων. Το αραιό ψαλίδι του μοντάζ και το υπομονετικό άνοιγμα της κάμερας σε κάθε ομαδική σκηνή, για να χωρέσουν άπαντες στο κάδρο. Η λεπτομερής και μελετημένη σαν αριθμητική πρόοδος εναλλαγή των ιστοριών, σε μία απαράβατη ισοτιμία και συμμετρία.

Η ιστορία αυτής της παρέας ανθρώπων θα πρέπει να γίνει αντιληπτή όχι απλώς κατά τρόπο συλλογικό, αλλά ως η καθολική συνισταμένη της κοινής κι αναπόδραστης ανθρώπινης πορείας. Η Χάνα (Μία Φάροου) και οι δύο αδερφές της, η Λι (Μπάρμπαρα Χέρσεϊ) και η Χόλι (Νταϊάν Γουίστ). Ο Έλιοτ (Μάικλ Κέιν), σύζυγος της Χάνα και κρυφός εραστής της Λι. Ο Φρέντερικ (Μαξ Φον Σίντοφ), ο γηρασμένος σύντροφος της Λι. Ο Μίκι (Γούντι Άλεν), ο πρώην σύζυγος της Χάνα και εκκολαπτόμενος (φανερός) εραστής της Χόλι.

Hannah 4

Τρία γιορτινά γεύματα, ως χνάρια μιας πορείας δύο ετών. Από τη γενικευμένη ψευδαίσθηση, στην κατάρρευση και την αποκαθήλωση, μέχρι την παλινόρθωση και την ανακούφιση. Ή έτσι θέλουν να πιστεύουν. Ή έτσι θέλουμε να πιστεύουμε κι εμείς. Ο Γούντι προικίζει την ταινία του με ισχύ που υπερβαίνει τους ήρωές του, τους θεατές και, σε κάποιες στιγμές, ακόμη και την ίδια την εικόνα. Το σινεμά είναι ο μαριονετίστας που κινεί τις χορδές όλων ή, έστω, είναι ο αυτόπτης μάρτυρας που βλέπει από κοντά αυτή την αόρατη κίνησή, χωρίς να μας μαρτυρά ποτέ αυτό που είδε. Η Χάνα, στη θέση του πυρήνα, εκεί όπου καταλήγουν όλες οι απολήξεις κι όλες οι ρίζες. Θωρακισμένη απέναντι στον κλονισμό, κυρίως επειδή δεν τον κατανοεί ως ιδέα.

Ο Μίκι, το μόνο ηλεκτρόνιο ενός ατόμου σε σχάση. Ο μόνος που κινείται ξέχωρα, ο μόνος στον οποίο επιφυλάσσεται ένα ξεχωριστό καδράρισμα, μία προνομιακή πλανοθεσία. Απομονωμένος και περιφερόμενος, αλλά με τη βαθιά ανάγκη να ριζώσει κάπου, όπου κανονικά δεν θα ήταν καν προσκεκλημένος. Μετά από μία αποτυχημένη απόπειρα αυτοκτονίας, βλέπει στο σινεμά την ταινία Σούπα από πάπια (1933) των αδερφών Μαρξ και αποφασίζει πως η ζωή πρέπει να βιώνεται παρά να κατανοείται. Λυτρωμένος, λοιπόν, από τη μεσσιανική δύναμη του σινεμά, εφορμά καταπάνω της. Μόνο που η ζωή είναι αδύνατο να βιωθεί χωρίς πλάνη και αλλοίωση.

Hannah 3

Στο Η Χάνα και οι αδερφές της δεν υπάρχει χώρος μήτε για υπέρμετρο γέλιο (που υπάρχει μπόλικο) μήτε για υπερβολικό δράμα. Όλος ο διαθέσιμος χώρος καταλαμβάνεται από την αδηφάγο ζωή, που τα περιλαμβάνει όλα και που βρίσκει πάντα διαθέσιμους ξενιστές για να τρυπώσει. Άπαντες θέτουν προσχηματικούς στόχους. Άπαντες λοξοδρομούν κι εκτροχιάζονται. Άπαντες επαναπροσδιορίζουν την κατεύθυνσή τους, χωρίς όμως να είναι σε θέση να καθορίσουν τη σωστή τροχιά. Ο Γούντι αποτολμά να αφήσει συγκρούσεις άλυτες, αποστερώντας μας από την έκρηξη της αποκάλυψης και της τελικής λύσης. Οι χαραμάδες θα μείνουν για πάντα ανοιχτές, απλώς δεν θα είναι ορατές σε κοινή θεά, χωρίς όμως να λησμονούμε ότι είναι εκεί κι υπάρχουν.

Hannah 5

Οι ήρωες στο Η Χάνα και οι αδερφές της σφάλλουν, λαθεύουν κι εξαπατούν ασταμάτητα τους εαυτούς τους, ακόμη και όταν υποτίθεται πως έχουν ξυπνήσει από λήθαργο, με τρόπο όχι ακριβώς συστηματικό, αλλά πιότερο συστημικό. Με τελικό προορισμό ένα φινάλε μίας αντανακλώμενης εικόνας ευτυχίας (σε μία σκηνή που και πάλι κλείνει το μάτι στο Φαννύ και Αλέξανδρος), βασισμένης σε μία απιθανότητα που υποκρύπτει μυστικά και απαιτεί στραβά μάτια, για πολλοστή φορά. Η ευτυχία, λοιπόν, δεν είναι τίποτα περισσότερο από μία αντανάκλαση της ιδεατής εικόνας της, ένα καθρέφτισμα του ειδώλου της. Ένα οπτικό τρικ του νου και της ψυχής, μία πλαστή προβολή των επιθυμιών μας που καταλήγει χειροπιαστή αλήθεια. Δεν φταίμε, όμως, εμείς ή τουλάχιστον δεν φταίμε τελείως. Κάποιος έχει γεμίσει τον τόπο με καθρέφτες κι είναι αδύνατο να μην κοιταχτείς.




Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Back to Top ↑