Festivals Berlinale 2013 Part 1

12 Φεβρουαρίου 2013 |

0

Berlinale 2013 Part 1

Σταθμός πρώτος στο βερολινέζικο τουρ μας, το «Promised Land» του Γκας Βαν Σαντ, με πρωταγωνιστή τον Ματ Ντέιμον, ο οποίος συνέγραψε και το σενάριο της ταινίας. Μιας ταινίας που πασχίζει από την πρώτη ως την τελευταία στιγμή τόσο πολύ να είναι η «ευχάριστη ταινία με το σημαντικό μήνυμα περιβαλλοντικής ευαισθητοποίησης», που ξεχνά καθ’ οδόν να είναι πρώτα απ’ όλα ταινία. Μέγιστο πρόβλημα η χαρακτηρολογία, η οποία δείχνει τόσο πρόχειρη σα να γράφτηκε σε χαρτοπετσέτα εστιατορίου λίγο πριν έρθουν τα πιάτα ή σε περιθώριο σελίδας περιοδικού, μέσα σε αίθουσα αναμονής ιατρείου. Ας πούμε, το next best corporate thing (o Ματ δηλαδή) φέρεται σαν άμαθο σχολιαρόπαιδο προτού καν προκύψουν δυσκολίες, χάνει τον έλεγχο ανά πάσα στιγμή και αναρωτιέσαι πώς διάολο έχει καταλήξει να θεωρείται επιτυχημένος στη δουλειά του. Το αντίπαλο δέος συστήνεται ως τέτοιο και μετά απλώς αποσύρεται από την ταινία για να τον ξαναδούμε απλώς στο τέλος, όταν και θα λυθούν τα πάντα. Όσο για την Φράνσις ΜακΝτόρμαντ, υπάρχει μονάχα για να περιφέρει το αδιαμφισβήτητο coolness της. Από εκεί και πέρα, η αυτογνωσία του φινάλε προκύπτει μέσα από μια διαδικασία παντελώς θολή και αβάσιμη. Σα να δίνεται με το ζόρι, χωρίς να την έχει ζητήσει ούτε ο κεντρικός χαρακτήρας, αλλά σίγουρα ούτε κι εμείς.

Συνέχεια με το «A Long and Happy Life» του Ρώσου Μπορίς Κλεμπνίκοφ, με τον τίτλο να έχει εμφανώς ειρωνική χροιά. Τι χρειάζεται μια ταινία για να σε κάνει να τρυπώσει στον κόσμο της; Με ένα μοντάζ ζουμερό και κοφτερό, ο Κλεμπνίκοφ μας βομβαρδίζει άμεσα με αντιθέσεις και μεγάλες διακυμάνσεις. Από την ένταση μιας καταστροφής, στην οικιακή ερωτική θαλπωρή. Από τις διαπραγματεύσεις και τον συμβιβασμό, στην ανάληψη καθηκόντων αντίστασης και ηγεσίας. Ο Σάσα, δίχως καλά καλά να ερωτηθεί, καλείται να οδηγήσει τους υπαλλήλους του σε μία μάχη και δείχνει να το απολαμβάνει μέσα του (καταπληκτική η σκηνή με την κυκλική κίνηση της κάμερας όπου μονολογεί την ώρα που εργάζεται). Όταν τα πράγματα ζορίσουν όμως, η υποτιθέμενη κοινή γροθιά θα μετατραπεί σε σκόρπια φοβισμένα χεράκια. Εγκαταλελειμμένος από τους πάντες και τα πάντα, ο Σάσα θα συνεχίσει μόνος, βαδίζοντας ως το τέλος, χωρίς πλέον να έχει ξεκάθαρο σκοπό στο μυαλό του. Μετά από τον κακό χαμό, πιθανώς να αναρωτηθεί αν οι τελευταίες κουραστικές μέρες ήταν απλώς ένα όνειρο. Η μικρή διάρκεια της ταινίας αποτρέπει την οποιαδήποτε κόπωση αλλά δεν αφήνει και άπλετο χώρο να μάθουμε και τον ήρωά μας όσο διεξοδικά θα θέλαμε.

Συνέχεια με την ταινία της Ελίνας Ψύκου «Αιώνια επιστροφή του Αντώνη Παρασκευά». Βουτηγμένο σε ένα κόσμο γεμάτο παραδοξότητες, αλλά χωρίς να ομοιάζει στο κύμα του νέου ελληνικού weird cinema του Λάνθιμου και της Τσαγγάρη. Γεμάτο σκόρπιες στιγμές ευρηματικού χιούμορ και μία συνεχή αίσθηση αποπροσανατολισμού και αποκοπής από την πραγματικότητα. Το ντεκόρ ενός εγκαταλελειμμένου ξενοδοχείου ιδανικό τόπος εξορισμού και ανυπαρξίας. Στιλιζαρισμένο στα όρια του ελαφρού φορτώματος, αλλά με μία σταθερή αίσθηση παιχνιδιάρικου κλεισίματος του ματιού. Ένας άνθρωπος που θέλει να ξεφύγει από ένα σάπιο κόσμο μονάχα για να γυρίσει δριμύτερος σε αυτόν, καβάλα στο άτι του. Έτσι νομίζει τουλάχιστον, καθώς στην ουσία βαδίζει προσώ ολοταχώς προς μία ολοκληρωτική προσωπική τραγωδία, προς το απόλυτο χάος. Ο Χρήστος Στεργιόγλου κουβαλά στις πλάτες του τον Αντώνη Παρασκευά, δίνει υπόσταση σε έναν άνθρωπο που πλέον είναι καταδικασμένος να ζει ως φάντασμα. Όπως ακριβώς και η χώρα του δηλαδή, μοιάζει να μας λέει η Ψύκου, μέσα από ένα παιχνίδι προσομοίωσης και αλληγορίας που έχει στο φόντο του την Ελλάδα. Ένα παιχνίδι που ακόμη και όταν γίνεται κάπως προφανές στους συμβολισμούς του, παραμένει έξυπνο και διεξοδικό. Μία ταινία που παίρνει τους κλισέ όρους και σπάει πλάκα μαζί τους, καταλήγοντας λιγότερο κλισαρισμένη από πολλές βαρύγδουπες καταγγελίες.

Για τη συνέχεια, έχουμε το κινηματογραφικό ντεμπούτο του Τζόζεφ Γκόρντον Λεβίτ, με τίτλο «Don Jon’s Addiction». Προτού ειπωθεί το οτιδήποτε άλλο, οφείλω να πω το εξής. Η Σκάρλετ Γιόχανσον, έτσι όπως δείχνει, ντύνεται και ερμηνεύει στην ταινία, ειλικρινά θεωρώ πως δεν μπορεί να αφήσει αδιάφορο οποιοδήποτε έμψυχο ή άψυχο ον. Για να το θέσω πιο εμφατικά, σε περίπτωση που δεν έγινε κατανοητό, είναι βέβαιο πως θα εξιτάρει τα πάντα. Από έναν ευνούχο μέχρι ένα ντουλάπι κουζίνας. Κατά τα λοιπά, όπως υποδηλώνει και ο τίτλος, ο κεντρικός μας ήρωας που ενσαρκώνεται από τον Λεβίτ είναι ένας modern age Δον Ζουάν των φτωχών. Είναι εμφανίσιμος, είναι επιφανειακός και κάγκουρας, ενδιαφέρεται για λίγα βασικά πράγματα στη ζωή και έχει ένα μικρό πρόβλημα. Είναι αθεράπευτα εξαρτημένος από την online πορνογραφία, την οποία πάντοτε βρίσκει ανώτερη της αληθινής ζωής και του αληθινού σεξ και άντε να του πεις ότι έχει και άδικο, εδώ που τα λέμε… Ο Λεβίτ επιλέγει ένα σπιντάτο μοντάζ και στιλ κινηματογράφησης, πετάει στην αρένα μπόλικες σύντομες σφήνες αληθινού πορνό και εστιάζει σε διάφορα μίνι επεισόδια επαναληψιμότητας (με κυριότερο την εξομολόγηση στην εκκλησία) για να καταδείξει τη ζωή – καρικατούρα του χαρακτήρα του. Κουτσά στραβά το όλο πράγμα τσουλάει ως ένα σημείο, μέχρι που αρχίζει η μάταιη απόπειρα να σοβαρέψει η κατάσταση και να εξαχθεί ένα τελικό «νόημα» από αυτήν. Ο Λεβίτ επικαλείται κάπως απότομα από το πουθενά δόσεις αληθοφάνειας που δεν ταιριάζουν καθόλου με την πορεία της ιστορίας του. Αναμενόμενα, το φανερά φτιαχτό της όλης κατασκευής, ξάφνου από χαριτωμενιά, θα βγάλει προς τα έξω μια απωθητική κακογουστιά. Ο ήρωάς μας θα μάθει σταδιακά να προτιμά την αληθινή ζωή λοιπόν από το ψέμα, χάρη σε μία από μηχανής θεά (Τζούλιαν Μουρ), μία ουρανοκατέβατη Μητέρα Τερέζα, η οποία για κάποιο ανεξήγητο λόγο θα επωμιστεί χρέη φύλακα αγγέλου και καθοδηγητή. Δυστυχώς λοιπόν, όσο η ταινία υποτίθεται πως ανοίγει την οπτική της γωνία, στην ουσία τόσο πιο μονοδιάστατη γίνεται, ακριβώς όπως ο κεντρικός της χαρακτήρας στα πρώιμά του στάδια. Τρομερά ευχάριστη νότα ο ρόλος του Τόνι Ντάντζα, του γνωστού μας οικονόμου από το παλιό «Who’s the boss?» ως macho φωνακλά και μπερμπάντη πατέρα της οικογένειας.

Χρειάστηκαν ατελείωτες βόλτες, ένα ακόμη πιο ατελείωτο μπλα μπλα και διάφορα χαμένα αεροπλάνα για να τα φτιάξουν επιτέλους και τώρα που ήρθαν στην Ελλάδα για διακοπές κοντεύουν να τα τινάξουν όλα στον αέρα! Ο λόγος για τους Ίθαν Χοκ και Ζουλί Ντελπί, οι οποίοι αφότου αναμετρήθηκαν με το «ηλιοβασίλεμα» και το «ξημέρωμα», θα έρθουν πρόσωπο με πρόσωπο και με τα «μεσάνυχτα», στην τρίτη συνέχεια του κινηματογραφικού τους έρωτα από δια χειρός του σκηνοθέτη Ρίτσαρντ Λινκλάτερ. Επί τη ευκαιρία, απευθύνω μία έκκληση στο Υπουργείο Πολιτισμού και την Όλγα Κεφαλογιάννη προσωπικά: προσλάβετε τον Ρίτσαρντ για την τουριστική καμπάνια της χώρας. Ορισμένα από τα πλάνα της ταινίας στην ευρύτερη περιοχή της Πύλου και της Καρδαμύλης είναι σαν καλογυρισμένο promo σποτάκι του ΕΟΤ, ενώ η σκηνή που η Αθηνά Ραχήλ Τσαγγάρη μαθαίνει στη Ζουλί Ντελπί πώς να φτιάχνει τα καλά γεμιστά είναι ανεκτίμητης αξίας… Από εκεί και πέρα, το μόνο σίγουρο και αδιαμφισβήτητο είναι πως ο Λινκλάτερ γνωρίζει πώς να οικοδομεί μεγάλες διαλογικές σεκάνς, περιβάλλοντας με εμπιστοσύνη και πίστη τους ηθοποιούς τους. Το «Before Midnight» επί της ουσίας απαρτίζεται από τέσσερις τέτοιες βαρυσήμαντες σεκάνς, μέχρι τον επίλογο που διαλύει (προσωρινά;) τα σύννεφα που έχουν μαζευτεί. Η ελαφρότητα και η απλότητα του αγγίγματος του Λινκλάτερ είναι δεδομένες και παρούσες. Είναι τα στοιχεία που καθιστούν την ταινία ευχάριστη μεν σαν μια γουλιά νεράκι, αλλά όχι λαχταριστή σαν μια γουλιά καλό κρασί, όπως δηλαδή ήταν η περίπτωση του πρώτου σκέλους της άτυπης τριλογίας. Η εξελικτική πορεία των πραγμάτων «υποχρεώνει» τους πρωταγωνιστές να ανταλλάξουν κάποιες άσχημες κουβέντες και να έρθουν αντιμέτωποι με προβλήματα της καθημερινότητας. Γι’ αυτό ακριβώς τον λόγο, είναι κάπως αμήχανο να τους παρατηρείς να επιλύουν τα όποια ζητήματά τους σα να φλερτάρουν ακριβώς όπως όταν πρωτογνωρίστηκαν. Στο λαβ στόρι του ενθουσιασμού της αρχής, η αληθοφάνεια καλά κάνει και περισσεύει. Στο λαβ στόρι (;) του γλυκού συμβιβασμού, το παραμυθάκι (όπως και το λεκτικό σκέλος) χρειάζεται και λίγη φειδώ, όπως και να το κάνουμε…




Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Back to Top ↑
  • CineDogs TV

  • Γιώργος Παπαδημητρίου

  • CineDogs Supporters

  • Cinedogs Opinions

    Βγήκαν, λοιπόν, στις αίθουσες, οι «Νεκροί» του Τζιμ Τζάρμους. Ευκαιρία να μάθουμε την άποψή σας! Ποια είναι η αγαπημένη σας ταινία μυθοπλασίας του πρίγκιπα του coolness;
  • FB Cinedogs

  • Latest