Festivals Φεστιβάλ Δράμας 2023: Day 6

10 Σεπτεμβρίου 2023 |

0

Φεστιβάλ Δράμας 2023: Day 6

Το 46ο Φεστιβάλ μας προσέφερε στο φινάλε του τρεις ακόμα σημαντικές ταινίες, αλλά και τρεις που περισσότερο ή λιγότερο δεν ανταποκρίθηκαν στις προσδοκίες μας. Αερολίν, Λευκά Χριστούγεννα 1948 και Εάν σου πω τις αναμνήσεις μου αποτελούν τις καλύτερες στιγμές του Σαββατόβραδου, Διάλεξε χέρι και Buffer Zone είναι οι απόλυτες απογοητεύσεις, ενώ το Μέχρι να με δεις αγγίζει με καλές προθέσεις ένα πολύ δύσκολο θέμα, αλλά δεν ευστοχεί κινηματογραφικά.

Αερολίν

Του Αλέξη Κουκιά-Παντελή

«Ηθοποιός σημαίνει φως. Είναι καημός πολύ πικρός. Και στεναγμός πολύ μικρός». Οι στίχοι του Μάνου Χατζηδάκι, όπως τους ερμήνευσε ο Δημήτρης Χορν πριν περίπου 60 χρόνια, έρχονται αβίαστα στο νου, μετά τη θέαση της ωραίας μικρού μήκους ταινίας του Αλέξη Κουκιά-Παντελή, παρότι όσα βλέπουμε δεν ισχύουν μόνο για ηθοποιούς, αλίμονο! Μια νέα κοπέλα, υπηρέτης της υποκριτικής τέχνης, αλλά απ’ ό,τι φαίνεται και υπηρέτης αναγκαστικά πολλών αφεντάδων, προσπαθεί να βιοποριστεί στην Αθήνα του σήμερα. Από υπαίθρια μαθήματα γιόγκα μέχρι κλόουν σε παιδικά πάρτι έχει το μενού ώστε να βγουν τα προς το ζην. Από οντισιόν όπου φαίνεται μόνο το ψεύτικο χαμόγελο ως τεχνητό μουγκρητό απόλαυσης, όλα οφείλει να τα σφάζει και να τα μαχαιρώνει για να επιβιώσει. Οι σχέσεις με τους άλλους είναι αδιανόητο πώς συνεχίζουν να υφίστανται, αφού δεν υπάρχει χρόνος. Αυτά όλα προλαβαίνει, χωρίς να τρέχει, απλώς ακολουθώντας τον ρυθμό και καταγράφοντας μια μέρα από τη ζωή της ηρωίδας του, να τα πει θαυμάσια ο σκηνοθέτης. Το πιο τραγικό είναι δε ακριβώς τούτο: ότι αυτά είναι η ζωή της, δηλαδή όλη η ζωή της είναι πια ένας ρόλος χωρίς ανάσα. Απαιτείται Αερολίν για να αναπνεύσει, να ανασάνει. Κι αν της τελειώσει; Μόνο η ανθρώπινη επαφή μπορεί να αντικαταστήσει την τεχνητή αναπνοή.

Διάλεξε χέρι

Του Σταύρου Κωστόπουλου

Μια gay ερωτική ιστορία, δύο νεαροί άνδρες. Ο ένας από τους δύο είναι ερωτευμένος με τον έτερο. Ισχύει άραγε και το αντίστροφο; Και οι γυναίκες (που δεν βλέπουμε) τι γυρεύουν ανάμεσά τους; Δυστυχώς το Διάλεξε χέρι του Σταύρου Κωστόπουλου αστοχεί αποκαρδιωτικά σε επίπεδο μοντάζ, τα πλάνα δείχνουν σαν λίθοι, πλίνθοι, κέραμοι ατάκτως ερριμμένοι, δεν υπάρχει η παραμικρή συνοχή. Όλα μοιάζουν επιτηδευμένα, φτιαχτά, κενά συναισθήματος, προσποιητά.

Λευκά Χριστούγεννα 1948

Του Αντώνιου Βαλληνδρά

Ο Γιώργος Σκαμπαρδώνης και το διήγημά του Λευκά Χριστούγεννα του 2003 (από τη συλλογή διηγημάτων Ντεπό) αποτελούν την πρώτη ύλη για την ταινία του Αντώνη Βαλληνδρά, την οποία αφιερώνει στον παππού του. Υπάρχουν βεβαίως και οι κινηματογραφικές ομοιότητες, όπως με τα Καλά Χριστούγεννα του Κριστιάν Καρόν. Αν ο Γάλλος σκηνοθέτης τοποθετεί την ιστορία του στον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο (1914), ο Βαλληνδράς μάς μεταφέρει στον ελληνικό Εμφύλιο (1948). Παρόμοια η θεματική, μια εκεχειρία της στιγμής -ή καλύτερα της άγιας μέρας- των Χριστουγέννων, ανάμεσα στις αντιμαχόμενες παρατάξεις. Όμως, αν η ξένη ταινία βασίζεται σε αληθινά γεγονότα, η ελληνική είναι προϊόν της φαντασίας του δημιουργού. Γιατί ο ελληνικός εμφύλιος δεν άφησε περιθώρια ούτε για μια τέτοια ανακωχή, όπου η ανταλλαγή πυρών να είναι ανάμεσα στα κάλαντα και στην «Αχάριστη» του Τσιτσάνη. Το εκπληκτικό εύρημα με το συγκεκριμένο τραγούδι, που στα χείλη των στρατιωτών απευθύνεται στη μητέρα πατρίδα Ελλάδα, θυμίζει και το πιο ροκ «Για την πατρίδα κι όλους αυτούς, που δεκάρα για σένα δεν δίνουν» από τις Τρύπες. Και το πιο τραγικό και εξαιρετικό στο όλο σενάριο του Λευκά Χρτιστούγεννα 1948 είναι η εσωτερική διάσπαση της Αριστεράς, η αδυναμία συμφωνίας ακόμα και των ομοϊδεατών, αυτή που τη χαρακτηρίζει και την κατατρέχει ακόμα και σήμερα. Και είτε τη σκοτώνει είτε την αφήνει ανάπηρη!

Εάν σου πω τις αναμνήσεις μου

Της Μαρίας Έλενας Μητροδήμα

Απίστευτα στιλιζαρισμένη, εκθαμβωτικά σκηνοθετημένη και εντυπωσιακά ερμηνευμένη από τους ηθοποιούς της, η ταινία της Μαρίας Έλενας Μητροδήμα μιλά για τον έρωτα, τη μνήμη, τον έρωτα σε συνάρτηση με τη μνήμη. Μιλά για την αρχή και κυρίως για το τέλος μιας σχέσης, φωτογραφίζοντας αυτό (το τέλος) με χρώματα σκοτεινά, αλλά αφήνοντας πότε πότε να μπαίνει και φως στη συνέχεια. Οι αναμνήσεις μιας κοπέλας (Σοφία Κόκκαλη, ως είθισται εξαιρετική) αφορούν στον απόντα-παρόντα πρώην (Χάρης Φραγκούλης). Είναι μαζί, νοερά, στο ίδιο πλάνο, άλλοτε με εκείνον στο φόντο του κάδρου (σαν σε μια δεύτερη διάσταση) κι άλλοτε με εκείνη μόνη να κοντοστέκεται και να επιστρέφει στον τόπο του εγκλήματος (χωρισμού), για να ξαναρωτήσει και να αναρωτηθεί εκ νέου τι συνέβη, πώς, τι έφταιξε, γιατί ό,τι αρχίζει ωραίο να πρέπει να τελειώνει αναγκαστικά με πόνο. Αλλά και να διαβεβαιώσει τελικά τον εαυτό της και εμάς τους θεατές πως δεν θα σβήσει τούτο το παρελθόν, όσο κι αν θολώσει, σκιαστεί, μπερδευτεί από το πέρασμα του χρόνου. Αν και ο τελευταίος της μονόλογος έχει κάτι το υπερβολικά επιτηδευμένο, αν και ακούμε ξανά και ξανά έναν και μόνο σκοπό (ένα και μόνο τραγούδι, υπέροχου ροκ, από τους Cyanna Mercury), αν και στο Εάν σου πω τις αναμνήσεις μου όλα κάτι θυμίζουν κινηματογραφικά, το αποτέλεσμα είναι απόλυτα ερεθιστικό.

Μέχρι να με δεις

Της Ελεάννας Σαντοριναίου

«Θέλει ψυγείο», μάλιστα «εάν βαριέσαι, μην τα ζεστάνεις». Αυτές οι συμβουλές συνοδεύουν ένα ταπεράκι με γεμιστά. Ταπεράκι της μαμάς, από αυτά που καλύπτουν τις ανάγκες σου, ακόμα κι όταν έχεις μεγαλώσει. Πράγματι, πόση νοστιμιά βρίσκεις όταν τα γεύεσαι, ίσως όχι επειδή είναι καθεαυτά απολαυστικά, αλλά επειδή ξυπνούν μνήμες. Τέτοιες μνήμες που δεν κρυώνουν ούτε στο ψυγείο ξυπνάει και η αίσθηση της απώλειας. Εδώ της μάνας, του γονιού, αλλού θα μπορούσε να είναι η ακόμα πιο επώδυνη, του παιδιού λ.χ. Η Ελεάννα Σαντοριναίου στο Μέχρι να με δεις προσεγγίζει ένα θέμα που έχει απασχολήσει άπαντες στον χώρο του σινεμά, της τέχνης, αλλά και της ίδιας της ζωής. Το προσεγγίζει, μάλιστα, εφιστώντας την προσοχή μας στο πώς αντιμετωπίζουμε τις συμπεριφορές των άλλων όταν βιώνουν μια οικογενειακή τραγωδία ή έστω μια αναμενόμενη ηλικιακά αναχώρηση από τούτο τον κόσμο. Δεν είναι όλοι οι άνθρωποι ίδιοι, άλλος είναι εσωστρεφής, άλλος εξωστρεφής, άλλος οδύρεται, άλλος πνίγει τα δάκρυά του και μένει ανέκφραστος. Πολύ σοβαρή η προσπάθεια της σκηνοθέτιδος να μας παρουσιάσει ένα τέτοιο σκηνικό, όμως μη θέλοντας να γίνει μελοδραματική, φτιάχνει πλάνα γκροτέσκα και ενίοτε απωθητικά, ακυρώνοντας εν μέρει τις καλές της προθέσεις.

Buffer zone

Του Σάββα Σταύρου

Buffer zone είναι η νεκρή ζώνη. Τη συναντάμε να χωρίζει κράτη που είναι σε εμπόλεμη ουσιαστικά κατάσταση, εκεί που εμφανίζονται λ.χ. κυανόκρανοι του ΟΗΕ για να καταστήσουν σίγουρο ότι δεν θα συμβεί κάτι ανάμεσα στις δύο πλευρές. Η Λευκωσία διαθέτει μια τέτοια ζώνη, μετά την εισβολή των Τούρκων το 1974. Εκεί διαδραματίζεται και η σύντομη ιστορία της μικρού μήκους ταινίας του Σάββα Σταύρου, με πρωταγωνιστή έναν νεαρό Ελληνοκύπριο, που υπηρετεί στη συνοριακή γραμμή, αλλά δέχεται διαρκές bullying για τον ανδρισμό του. Μόνη παρηγοριά του η μουσική που ακούει: από Bon Jovi ως Kate Bush, η δεκαετία του ’80 έχει την τιμητική της ηχητικά, καθώς τα τραγούδια της ντύνουν την προσέγγιση δύο φαντάρων σε εχθρικά στρατόπεδα, του Μάρκου από τη μια, ενός Τουρκοκύπριου από την άλλη. Προσέγγιση νοερή, αλλά και ερωτική, χωρίς καμιά επαφή, χωρίς το παραμικρό άγγιγμα μεταξύ τους. Πιασάρικη ιστορία, που θέλει να απογειωθεί σαν τους ήρωές της, αλλά τα τείχη γύρω τους την/τους περιορίζουν. Make love, not war προτείνει ο σκηνοθέτης, αλλά μοιάζει αρκετά αφελές το μήνυμά του.

Υ.Γ. Φινάλε, λοιπόν, και στη φετινή διοργάνωση, η οποία άρχισε εντυπωσιακά και ολοκληρώθηκε με θετικό πρόσημο, παρότι στο ενδιάμεσο υπήρξαν και μέρες με ταινίες κάτω του επιθυμητού μέσου όρου. Σε γενικές γραμμές, πάντως, ήταν ένα Φεστιβάλ καλύτερο από το προηγούμενο, με συμμετοχές που απευθύνονταν σε κάθε λογής σινεφίλ γούστα, χωρίς να απουσιάζουν και φιλμ που «εμείς οι κριτικοί λατρέψαμε, σαν το Short Draft, αλλά δεν απενοχοποιηθήκαμε τόσο όσο χρειαζόταν για να τα ψηφίσουμε ως τα καλύτερα της φετινής χρονιάς.

Σε κάθε περίπτωση, και του χρόνου!

 




Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Back to Top ↑