The Dressmaker

Σκηνοθεσία: Τζόσελιν Μουρχάους

Παίζουν: Κέιτ Γουίνσλετ, Τζούντι Ντέιβις, Χιούγκο Γουίβινγκ, Λίαμ Χέμσγουορθ

Διάρκεια: 118’

Μεταφρασμένος τίτλος: «Η μοδίστρα»

Έτος παραγωγής: 2015

Δεκαοκτώ ολόκληρα χρόνια μετά την τελευταία της σκηνοθετική απόπειρα (Τα χίλια εκτάρια, 1997), η Τζόσελιν Μουρχάους επέστρεψε στη γενέτειρά της, Αυστραλία, έχοντας στο σεναριακό της πλευρό τον σύζυγό της Πι Τζέι Χόγκαν. Αμφότεροι υπήρξαν, αν όχι επιφανείς, τουλάχιστον αξιοσημείωτοι συνεχιστές της κληρονομιάς του Αυστραλιανού Νέου Κύματος των δεκαετιών του ’70 και του ’80, στο οποίο κυριάρχησαν τα ονόματα των Πίτερ Γουέιρ και Τζορτζ Μίλερ.

Εξαργυρώνοντας τις επιτυχίες του (όντως πολύ καλού) Proof (1991) και του (συμπαθούς, αλλά μάλλον απλοϊκού) Η Μύριελ παντρεύεται (1994) αντιστοίχως, το ανδρόγυνο μετακόμισε από την Αυστραλία στο Χόλιγουντ, χωρίς κανείς από τους δύο να κατορθώσει ποτέ να δικαιολογήσει αυτή τη «μεταγραφή». Η κινηματογραφική παλιννόστηση στους Αντίποδες, με τη Μοδίστρα (βασισμένη στο ομότιτλο μυθιστόρημα της επίσης Αυστραλιανής Ρόζαλι Χαμ), δείχνει πάντως -σε αρχικό τουλάχιστον στάδιο προθέσεων- να συγκεντρώνει πολλά από τα στοιχεία που είχαν χαρακτηρίσει τις “Ozploitation” days του αυστραλιανού σινεμά.

The Dressmaker 3

Μία αίσθηση νοητικής και ψυχολογικής αστάθειας των χαρακτήρων, σε συνάρτηση με το αχανές κι αχαρτογράφητο ερημικό τοπίο που τους περιβάλλει. Ένα υποδόριο γκροτέσκο touch, μία μίξη απορρυθμισμένου χιούμορ και θανατερής ατμόσφαιρας. Μία μόνιμη western πινελιά, με ανθρώπους έρμαια μίας παράνοιας ενδημικής σε αυτές τις εσχατιές της Γης. Ναι, η Μοδίστρα βρίθει από εικόνες και ιδέες που ταιριάζουν σε αυτό το κλίμα, ευθύς εξαρχής μάλιστα, όταν μία σχεδιάστρια μόδας εισβάλλει με τόνο μοιραίο σε μία κωμόπολη της αυστραλιανής ενδοχώρας του ’50, κραδαίνοντας, αντί για κάποιο σιδερικό, τη ραπτομηχανή της.

Μπαλάκια του γκολφ που σφυρίζουν στον αέρα αντί για σφαίρες. Ένας cross dresser προστάτης του νόμου που ηδονίζεται στη θέα ντελικάτων υφασμάτων. Ένας καμπούρης και σατανικός γέρος γιατρός, ο οποίος, όταν περπατά, παίρνει φόρα – φόρα κατηφόρα και πρέπει να συναντήσει κάποιο μαξιλάρι για να σταματήσει την πορεία του. Μία φαρ ουέστ τύπου κωμόπολη, όπου η υψηλή ραπτική κάνει το πραγματικό κουμάντο. Με γυναίκες ντυμένες σαν παριζιάνικα μοντελάκια αντί για σκληρούς και μπεκρήδες άνδρες και με το αντίπαλο δέος που καταφθάνει απειλητικά να είναι, όχι κάποιος παράνομος πιστολέρο, αλλά μία από τις πιο ζόρικες μοδίστρες που κυκλοφορούν στην πιάτσα.

The Dressmaker 5

Όλα τα παραπάνω, σε συνδυασμό με την ηγεμονική παρουσία της (όσο πάει και πιο γοητευτικής) Κέιτ Γουίνσλετ και μία κινηματογράφηση από παραμορφωτικές γωνίες λήψης, θα έπρεπε κανονικά να φτάνουν και να περισσεύουν για τη Μοδίστρα. Η οποία όμως προδίδεται από την κάπως υπερτροφική διάθεση της Μουρχάους και από διάφορες επιμέρους αστοχίες. Όπως για παράδειγμα, από το ότι η Γουίνσλετ περισσότερη στήριξη βρίσκει στο συμπληρωματικό καστ, παρά στους κατεξοχήν συμπρωταγωνιστές, με την εξαίρεση του (πάντα ντελικάτου) Χιούγκο Γουίβινγκ. Αρχικά, στην περσόνα που υποδύεται ο Λίαμ Χέμσουορθ συμπίπτουν τόσο μία ατυχής casting επιλογή όσο και ένας τρομερά κακογραμμένος ρόλος. Εν δευτέροις, η Τζούντι Ντέιβις περισσότερο κουράζει παρά ψυχαγωγεί, περισσότερο επιτηδευμένα φωνασκεί παρά αυθεντικά παραληρεί.

The dressmaker 6

Από εκεί και έπειτα, η Μοδίστρα θα έπρεπε να αφεθεί ολοκληρωτικά στην τονικότητα που της αρμόζει και εντός της οποίας θα μπορούσε να μεγαλουργήσει. Διότι, στις στιγμές που παραδίδεται στο σαλταρισμένο και εξτραβαγκάν γκροτέσκο, δείχνει πως μπορεί να σταθεί πανάνετα ως μία μελωδική παραφωνία. Αντ’ αυτού όμως, η Μουρχάους επιλέγει μία πολυφωνικότητα, την οποία αδυνατεί να υποστηρίξει, με αποτέλεσμα η ταινία της να μοιάζει ανά στιγμές με μία φάλτσα συρραφή χασμωδιών.

Απαλλαγμένη από τα βάρη ενός ρομάντζου σκέτης φρουτόκρεμας, των αχρείαστα σοβαροφανών flashbacks που μας μεταφέρουν στο παιδικό τραύμα – μυστήριο και κάποιων εξάρσεων χοντροκομμένου χιούμορ, η Μοδίστρα θα μπορούσε να εστιάσει στα υπαρκτά θέλγητρά της σφαιρικά και όχι αποσπασματικά (όπως, λόγου χάρη, στην πλάγια διασύνδεσή της, στην πορεία των δρώμενων, με τον σαιξπηρικό Μακβέθ και στο παιχνίδι μεταξύ μεταμόρφωσης και μασκαρέματος). Και να αποφύγει την εντύπωση ότι η κορύφωσή της μοιάζει ξεκάρφωτη και ουρανοκατέβατη. Κι αυτό είναι το σημείο, όπου καλούμαι να πω ότι με τα «αν» δεν γίνεται δουλειά ή ότι τέλος πάντων γίνονται μονάχα μισοδουλειές.




Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Back to Top ↑