Tributes Jake Gyllenhaal

19 Δεκεμβρίου 2016 |

0

Jake Gyllenhaal

Εν έτει 2001 μας συστήνεται το ερμηνευτικό φαινόμενο Τζέικ Τζίλενχααλ. Ο πιτσιρικάς τότε Τζέικ (γεννημένος το 1980), υποδύεται έναν παράξενο έφηβο με ψυχολογικά προβλήματα που δέχεται την επίσκεψη ενός άντρα απ’ το μέλλον, ντυμένου με στολή κούνελου, ο οποίος τον προειδοποιεί ότι έχει στη διάθεσή του μόνο 28 μέρες για να σώσει τον κόσμο. Μετά όλα θα τελειώσουν. Τοποθετημένο χρονικά στα 80’s και θυμίζοντας αρχικά teen movie από εκείνη την περίοδο, σαν μια πιο δραματική εκδοχή του Ferris Bueller’s Day Off, το Donnie Darko γρήγορα εξελίσσεται σε φιλοσοφικό θρίλερ για το ταξίδι στον χρόνο, την περιπέτεια της ενηλικίωσης και μια σειρά από ακανθώδη υπαρξιστικά ζητήματα όπως η έννοια της ευθύνης απέναντι στον Άλλο και η αποδοχή του Θανάτου.

donnie-darko

Θυμίζοντας μια ιδιότυπη διασταύρωση του σινεμά του Ντέιβιντ Λιντς με τις ιδέες ενός Philip K. Dick, το αριστουργηματικό ντεμπούτο του Ρίτσαρντ Κέλι (που παρέμεινε απλώς υποσχόμενος έκτοτε) διαθέτει ένα Τζίλενχααλ νευρωτικό, απελπισμένο, τραγικό και πρόωρα ώριμο στην προσέγγιση ενός προβληματικού εφήβου, που σαν να μην του έφταναν όλα τα υπόλοιπα, έχει την ατυχία να γνωρίζει και το μέλλον. Η φήμη της ταινίας, ειδικά στους underground κινηματογραφικούς κύκλους αρχικά (στην Ελλάδα βγήκε κατευθείαν στο βίντεο και κανείς δεν το πήρε χαμπάρι πριν αρχίσει να μιλάει γι’ αυτή η Αμερική), εκτόξευσε την καριέρα του νεαρού Τζίλενχααλ, εξασφαλίζοντας του, δυο χρόνια, αργότερα έναν βασικό ρόλο στο blockbuster του Ρόλαντ ΈμεριχThe Day After Tomorrow. Η ταινία μπορεί να μην ήταν τίποτα το σπουδαίο, ο Τζίλενχααλ, όμως, ήταν καλός ακόμα κι εκεί. Τα θεμέλια είχαν μπει.

Ενώ ακολούθησαν κάποιες, επίσης πολύ σημαντικές, ερμηνευτικές παρουσίες στο Brokeback Mountain του Ανγκ Λι και το Jarhead του Σαμ Μέντες (ειδικά στο δεύτερο ο Τζίλενχααλ ανέβασε τη συνολική ποιότητα της ταινίας), και οι δυο το 2005, έπρεπε να περιμένουμε άλλα δυο χρόνια για να τον απολαύουμε σε ένα ακόμα αριστούργημα. Κι αυτό ήταν το κομψοτέχνημα του μεγάλου Ντέιβιντ Φίντσερ, Zodiac. Μόλις 27 ετών τότε, κατάφερε να πλάσει έναν πολυσύνθετο χαρακτήρα, τον λεπτολόγο σκιτσογράφο Ρόμπερτ Γκρέισμιθ που ταλανίζεται απ’ την εμμονή του να ανακαλύψει τον δολοφόνο που κρύβεται πίσω απ΄ το ψευδώνυμο Zodiac. Στην πραγματικότητα, το ψυχαναγκαστικό αυτό κυνήγι γίνεται αφορμή για να διερευνηθεί, σχολαστικά και με τρυφερό περφεξιονισμό, τόσο από την πλευρά του σκηνοθέτη, όσο κι από εκείνη του Τζίλενχααλ, η ίδια η σκοτεινή φύση της Εμμονής, κάθε εμμονής.

zodiac

Απλωμένο σε κάτι παραπάνω από δυόμιση ώρες, το φιλμ – ντοκουμέντο μιας ολόκληρης εποχής, ίσως το πιο πολιτικό του Φίντσερ, βρίσκει τον Τζίλενχααλ στην πιο ώριμη φάση της μέχρι τότε καριέρας του. Ανήσυχος, με μια υφέρπουσα θλίψη πίσω απ’ το βλέμμα κι ένα εσωτερικό πανικό που μας αφήνει να τον μαντέψουμε και που παλεύει να συγκρατήσει πριν ξεσπάσει με τη μορφή θύελλας (ίσως τον πανικό που συνοδεύει την συνειδητοποίηση ότι η απόλυτη Αλήθεια είναι ένα κενό δοχείο που δεν μπορούμε ποτέ να γεμίσουμε με χειροπιαστά περιεχόμενα, μια χιμαιρική κατασκευή ευσεβών πόθων του φαντασιακού μας), ο Γκρέισμιθ λειτουργεί σαν κεντρικός πυλώνας της ιστορίας (σε μεταφυσικό επίπεδο θα μπορούσαμε να πούμε ότι ενσαρκώνει τον άνθρωπο της γνώσης, αυτόν που παλεύει να δομήσει το νόημα με υλικό το χάος), γύρω απ’ τον οποίο περιστρέφεται ένα πλήθος θεματικών που ο Φίντσερ, ως μάστορας που είναι, εξακοντίζει κάθε τόσο για να αποδομήσει το τυπικό αστυνομικό μυστήριο (ίσως γι’ αυτό να ξένισε πολλούς που περίμεναν να δουν ένα ακόμα Seven). Ένας λιγότερο ικανός ηθοποιός θα συντριβόταν κάτω απ’ το βάρος τέτοιων απαιτήσεων. Ο Τζίλενχααλ, ούτε 30 ετών τότε, όχι μόνο αναλαμβάνει να τις ικανοποιήσει επάξια αλλά προσθέτει και μια πινελιά μελαγχολίας στο τελικό αποτέλεσμα, εντελώς δική του. Μεγάλη ταινία, μεγάλη ερμηνεία.

Το 2011, πρωταγωνιστεί σε ένα εξαιρετικό φιλμ επιστημονικής φαντασίας, το Source Code, όπου τον σκηνοθετεί ο γιος του Ντέιβιντ Μπόουι, Ντάνκαν Τζόουνς κι η επιστροφή του στο sci-fi, μετά το Donnie Darko, στέφεται με επιτυχία. Η επόμενη μεγάλη ερμηνεία του, όμως, θα έρθει μετά από δυο χρόνια με το συγκλονιστικό Prisoners του Ντενί Βιλνέβ. Οι ομοιότητες με το Zodiac, εμφανείς. Και πάλι μια αστυνομική ίντριγκα γίνεται αφορμή για να αναλυθούν σημαντικότερα ζητήματα. Η αναζήτηση δυο κοριτσιών που απήχθησαν την ώρα που έπαιζαν έξω απ’ το σπίτι τους, μετατρέπεται σύντομα σε ιδεοληπτική σταυροφορία, κατάμεστη θεολογικών αναφορών.

Ο κεκαλυμμένος αθεϊσμός του Zodiac δίνει την θέση του σε μια κατά μέτωπο επίθεση στην θρησκοληψία ενώ στον νοηματικό πυρήνα του το Prisoners είναι ένα απ’ τα πιο σκοτεινά έργα μοραλιστικού αγνωστικισμού που είδαμε τα τελευταία χρόνια. Ένα κατάμαυρο αριστούργημα, βραδυφλεγούς δράσης και λεπτών αποχρώσεων που κοιτάει την άβυσσο κατάματα και βγάζει τον κόσμο σκάρτο χωρίς πολλά-πολλά. Η σημειολογική σταυροβελονιά της ταινίας, υποστηρίζεται περίφημα απ’ τις εκπληκτικές πρωταγωνιστικές ερμηνείες τον Τζακμαν και Τζίλενχααλ.

prisoners-2

Ο Τζάκμαν δωρικός, κυριαρχημένος και επιβλητικός στην αρχή, αφήνεται στην πορεία να ξεσκιστεί από ένα πλήθος σκοτεινών ενορμήσεων, καθώς ο κόσμος του διαλύεται και το τρομερό πρόσωπο του τσακισμένου πατέρα έρχεται στην επιφάνεια. Άμεσος και νατουραλιστικός, αποτυπώνει τις ηφαιστειώδεις εκρήξεις στα σπλάχνα της ραγισμένης του ύπαρξης, τόσο σωματικά (μύες που συσπώνται ξέφρενα, κοφτές κινήσεις πέρα από κάθε έλεγχο, μια απόλυτη απορρύθμιση που ξεκινάει από τη συνείδηση και κατακυριεύει τη σάρκα) όσο και μέσα από στιγμές αποστομωτικής εσωτερικότητας. Το βλέμμα του δεν κρύβει τίποτα. Αντίθετα, οδηγεί στην απανθρακωμένη, από οργή και πόνο, καρδιά του.

Είναι ο φύλακας που απέτυχε, ο ποιμένας που απεδείχθη λίγος, το σύμβολο της τάξης (ίσως και του Θεού) που δεν εκφράζει πια τίποτα. Ο υπαρξιακός του σπαραγμός παρασέρνει στο διάβα του τα πάντα: θεσμούς, κανόνες, φραγμούς. Αναμενόμενα, οι συνέπειες μιας τέτοιας συντριβής οδηγούν στη βία. Στη μαζοχιστική βία (όταν ο καλός διαπράττει συνειδητά το Κακό, βλάπτει πρώτα τον εαυτό του) και στη σαδιστική που επιβάλλεται σαν αναπόφευκτο μέσο προς την επαναφορά της ομαλότητας. Απέναντι του βρίσκεται ένας Τζίλενχααλ αληθινά σπουδαίος με μια ακόμα πιο περίπλοκη ερμηνευτική προσέγγιση.

prisoners

Για τον ντετέκτιβ Loki που υποδύεται, η υπόθεση της απαγωγής είναι αρχικά δουλειά. Η σταδιακή μετατροπή της σε προσωπικό στοίχημα και μετέπειτα, σε οντολογική αναμέτρηση με την Ευθύνη, δίνεται από τον Τζίλενχααλ με τέτοια εγκράτεια στις χειρονομίες, με τόσο φειδωλή αλλά ουσιαστική εκφραστικότητα, που δε μπορείς παρά να του υποκλιθείς. Μόνο με το βλέμμα του επινοεί ένα ολόκληρο χαρακτήρα (και είναι συναρπαστικός ο τρόπος που χτίζει τον ήρωα μέσα από ιδιόμορφες λεπτομέρειες, όπως το τικ στο μάτι). Ένα χαρακτήρα κλειστό, ερμητικό, απρόσιτο. Ποτέ δεν ξέρουμε στα σίγουρα τι σκέφτεται ο Loki. Σε αντίθεση με την ανάγλυφη εξωστρέφεια του Τζάκμαν (δικαιολογημένη κι από την ασταθή ψυχολογική κατάσταση του πατέρα που αγνοείται το παιδί του) η ενσάρκωση του Τζίλενχααλ ποντάρει στις εύγλωττες σιωπές και τον μινιμαλισμό.


Και πάλι με τον Βιλνέβ στη σκηνοθεσία, επιστρέφει σε λίγους μήνες με το ανατριχιαστικό Enemy, ένα πολύ πιο «δύσκολο», περίπλοκο, δυσεπίλυτο φιλμ. Είτε πρόκειται για τον απωθημένο εφιάλτη του αρσενικού που αντιστέκεται με όλες του τις δυνάμεις στη δέσμευση και τις βαριές ευθύνες που σχετίζονται με τον έγγαμο βίο, την ιδέα της οικογένειας ή μια περιοριστική, αναπόφευκτη μονογαμία (εδώ έχουμε να κάνουμε με την ανάποδη του προβληματισμού που διέσχιζε το κιουμπρικικό Eyes Wide Shut, όπου το φοβισμένο αρσενικό, μέσα στον ενοχικό πανικό του, απέρριπτε πειρασμούς που έμοιαζαν να θέτουν σε κίνδυνο τη γαλήνη της οικογενειακής εστίας, μεταμορφώνοντάς τους –για να τους εξοβελίσει στο χώρο του απαγορευμένου- σε απόηχους μυστικιστικών τρόμων), είτε για την δυσοίωνη μοίρα του υποκειμένου στις σύγχρονες κοινωνίες της αστικής απομόνωσης, κι αυτή εδώ είναι μια ταινία μεγάλου φιλοσοφικού ενδιαφέροντος και τεράστιας αισθητικής δύναμης.

enemy

Από την άψογη κινηματογράφηση των χώρων (έχουμε να κάνουμε, πρωτίστως, με ένα αστικό ψυχόδραμα κι ο Βιλνέβ κάνει τα πάντα για να μας υποβάλει την ιδέα της «εξαφάνισης» του όντος μέσα στο τσιμεντένιο τοπίο της μεγαλούπολης,το διάστικτο από επιβλητικά, απροσδιόριστα και τρομακτικά κτήρια που κινηματογραφούνται από ψηλά για να θυμίζουν αδιάφορες, προπολιτισμικές θεότητες), μέχρι την «κιτρινίλα» της καταπληκτικής φωτογραφίας και το απειλητικό soundtrack –ιδιαίτερα όταν όλα μοιάζουν φυσιολογικά ή μάλλον κόντρα σε κάθε ψευδαίσθηση ομαλότητας- όλα στο Enemy επιστρατεύονται για να δώσουν μια πνιγηρή αίσθηση εγκατάλειψης (αυτό που έχει εγκαταλειφθεί είναι, βέβαια, ο ίδιος ο άνθρωπος με το δικαίωμά του για ελευθερία, δημιουργικότητα και δράση) και παραλογισμού.

enemy-2

Άλλοι θέλουν να δουν στα μυστηριώδη πλάνα του τον ιστό της εξουσίας να εξυφαίνεται, ερήμην των ηρώων και να τους τυλίγει στην επανάληψη μιας άτονης καθημερινότητας, άλλοι τις υπόγειες μεταμορφώσεις μιας νοσηρής συνείδησης που πασχίζει να αναδιαμορφώσει το πραγματικό προκειμένου να μπορέσει να το διαχειριστεί κι άλλοι τους συμβολικούς μηχανισμούς εξομοίωσης ενός ολοκληρωτικού συστήματος που καταργεί την ατομικότητα, με τη μορφή μιας πολανσκικής άσκησης στην υπαρξιακή αγωνία. Ο Τζίλενχααλ πετυχαίνει εδώ μια διπλή ερμηνεία, μεγαλειώδους υποκριτικής ικανότητας, αντίστοιχη εκείνης του Τζέρεμι Άιρονς στο Dead Ringers του Κρόνεμπεργκ. Είναι εσωτερικός, μινιμαλιστικός, τρομερά εκφραστικός, μεταγγίζοντας μια, θαρρείς ποιητική, αύρα σε κάθε του κίνηση, σαν να μην είναι ανθρώπινο ον, αλλά πλάσμα του ονείρου κάποιου άλλου (κι αν αποφάσιζαν κάποια στιγμή να μεταφέρουν στον κινηματογράφο το εμβληματικό διήγημα του Μπόρχες, Τα Κυκλικά Ερείπια, τον Τζίλενχααλ θα έπρεπε να επιλέξουν για τον ρόλο).

Λέγαμε η καλύτερη ερμηνεία της καριέρας του και θα επιμέναμε σ’ αυτή τη δήλωση αν δεν ερχόταν φέτος το Nightcrawler για να μας αναγκάσει να ανασκευάσουμε. Το υπέροχο φιλμ του Νταν Γκιλρόι, κατοικείται από ένα ήρωα ελάχιστα αληθοφανή, εμφατικά απάνθρωπο, βαμπίρ ή νυχτόβιο αρπακτικό, πλάσμα της νύχτας τρεφόμενο αποκλειστικά με αίμα και σκοτάδι. Ενστικτικός, απόμακρος, επιβιωτικός πέρα από κάθε όριο, κυνικός και άριστος διαπραγματευτής, ο Lou Bloom διαθέτει όσφρηση και μέσα για το Κακό και μόνο. Δεν πρέπει να μας προκαλεί αποστροφή ο ίδιος, όμως, αλλά η οικονομική και πολιτική πραγματικότητα που τον δημιουργεί και τον θέτει σε λειτουργία. Είναι το προϊόν της εποχής του, κι αν αυτό το προϊόν είναι τρομακτικό, αυτό συμβαίνει γιατί η εποχή παράγει τέρατα με τη μεγαλύτερη ευκολία. Θέλει να ανελιχθεί, να προκόψει, να γίνει κύριος του εαυτού του και κατόπιν κύριος των άλλων, όχι με ιδιαίτερα διαφορετικό τρόπο απ’ αυτό που χρησιμοποιούν σήμερα οι, πάσης φύσεως, διευθυντές.

nightcrawler

Αν μοιάζει πιο διαβολικός απ’ αυτούς είναι επειδή το υλικό που του χρειάζεται είναι φρικιαστικό (καταγράφει με την κάμερά του αιματηρά αυτοκινητιστικά δυστυχήματα, φόνους, βιασμούς, κάθε είδους καταστροφές κι έπειτα προσεγγίζει τα μίντια με τα βίντεο που έχει φτιάξει και τους τα προσφέρει έναντι αμοιβής). Αλλά η μέθοδος επεξεργασίας, η διαχείριση του υλικού αυτού, η εισαγωγή του στον χώρο της προσφοράς και της ζήτησης, η μετατροπή του σε ανταλλακτική αξία (κάθε άλλη αξία έχει προ πολλού χρεοκοπήσει), όλη η δουλειά που απαιτείται για να γίνει το εμπόρευμα ελκυστικό, ακολουθεί τον δρόμο που προτείνει η ελεύθερη αγορά. Καμιά υπέρβαση ή κατάχρηση δεν υπάρχει σε επίπεδο αρχών. Αν ο πόνος, η βία, η καταστροφή έχουν μετατραπεί σε ιδεατά αντικείμενα που μπορούν να μοσχοπουληθούν, δεν φταίει ο Bloom, αυτός δεν είναι παρά ένας ακόμα μεσάζων ανάμεσα στην λαχτάρα του κοινού για αίμα και στους ανθρώπους της τηλεόρασης που έχουν αναλάβει να την κορέσουν. Και ως τέτοιος απαλλάσσεται της ευθύνης. Απόδειξη είναι το γεγονός ότι ο νόμος δεν μπορεί να τον αγγίξει. Όσο για την Ηθική, αυτό το παραμύθι νανουρίζει πια μόνο τους αθεράπευτα ρομαντικούς. Κι ο ίδιος δεν χρειάζεται νανούρισμα γιατί δεν κοιμάται ποτέ.

nightcrawler-2

Εδώ, λοιπόν, ως Lou Bloom, ο Τζίλενχααλ ξεπερνάει τον εαυτό του, κάνει συγκλονιστικά πράγματα. Ίσως να πρόκειται και για μια από τις κορυφαίες κινηματογραφικές ερμηνείες όλων των εποχών, χωρίς υπερβολή. Αυτό που πετυχαίνει μπορεί να συγκριθεί μόνο με το κατόρθωμα του Ντε Νίρο στο The King of Comedy. Έχει φτιάξει, δηλαδή, έναν χαρακτήρα βαριάς ψυχοπαθολογίας που είναι ΚΑΙ τρομακτικός ΚΑΙ κωμικός ΚΑΙ, αιφνιδιαστικά συμπαθής (όχι στην πραγματικότητα, αλλά στο πανί λατρεύουμε και τους αρνητικούς ήρωες, αν δεν είμαστε ακραία ιδεοληπτικοί) μέσα στην ψύχωσή του. Δεν είναι ούτε μόνο αντιήρωας, ούτε μόνο villain. Είναι και τα δύο εναλλάξ, και συχνά μόνο με ένα βλέμμα. Καθώς βυθομετρά την άβυσσο του πολιτισμού και τη δική του, ο Bloom του Τζίλενχααλ σταδιακά ξεφορτώνεται την όποια ανθρώπινη υπόστασή του (αν και εδώ που τα λέμε, απ’ την αρχή μας παρουσιάζεται ελάχιστα ανθρώπινος) για να καταλήξει σε κάτι που θυμίζει περισσότερο μετουσίωση της γρουσουζιάς, κακόβουλο πνεύμα, κινούμενο σημάδι κακοτυχίας (το λέει περίφημα σε μια εκπληκτική ατάκα: «αν με δείτε ξαφνικά μπροστά σας, μάλλον περνάτε την χειρότερη μέρα της ζωής σας»).

nightcrawler-3

Ξερακιανός, με γουρλωμένο μάτι τρελού, ανατριχιαστικό χαμόγελο και μια λογοδιάρροια που αποσιωπά αντί να λέει (αφού, όπως είπαμε, μιλάει μόνο για να χειραγωγήσει τους άλλους), ο αντικοινωνικός αυτός απεσταλμένος του δρεπανηφόρου κυρίου με τα μαύρα, εκπροσωπεί επάξια τους χωλούς καιρούς του. Ο Τζίλενχααλ τον αποδίδει με αποστομωτική τελειότητα. Κι ενώ εύκολα θα μπορούσε να καταντήσει καρικατούρα ένας τέτοιος οριακός χαρακτήρας, ο μεγάλος αυτός, παρά το νεαρό της ηλικίας του, ηθοποιός (είναι μόλις 36 ετών), καταφέρνει και τον κάνει περσόνα. Παίζοντας άλλοτε με απειλητικές σιωπές και εσωτερικότητα (σε στιγμές του αρκεί να κοιτάει κάποιον έντονα για να εκφράσει ένα πλήθος ψυχικών διεργασιών) κι άλλοτε με εκρηκτικό μένος (η τρομερή σκηνή στον καθρέφτη), φτιάχνει έναν Leo Bloom που θα μπορούσες να συναντήσεις τόσο στην πραγματική ζωή –υπάρχουν ανάμεσά μας αρκετοί, απλά δεν είναι όλοι τόσο αποτελεσματικοί – όσο και στους εφιάλτες σου.

Ένα ευτυχές ταίριασμα έξοχου ηθοποιού και σπουδαίας ταινίας που φέρνει στη μνήμη τις καλύτερες στιγμές της συνεργασίας Ντε Νίρο – Σκορσέζε, σε έργα που διατύπωναν μεστό αντιπολιτευτικό λόγο, και ήταν ευλογημένα κι από μια συναρπαστική κεντρική ερμηνεία, ταγμένη στον ιερό σκοπό της μεταφοράς του μηνύματος. Amazing stuff! Και να σκεφτεί κανείς ότι δεν ήταν καν υποψήφιος για Όσκαρ φέτος. Ως πότε, λοιπόν, θα αγνοεί η συντηρητική Ακαδημία τον καλύτερο ηθοποιό της γενιάς του; υγ: μπόνους δωράκι, η σωστή προφορά του επιθέτου του Τζέικ:




Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Back to Top ↑